Supreme Court partially allowed appeal for awarding contract interest exceeding contractually claimed penalty interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding contract interest. The appellant argued that the lower court erred by awarding statutory penalty interest (38%) instead of the contractually agreed rate (18%) for the period after the lawsuit was filed. The court ruled that the appellate court violated the principle of dispositiveness by awarding more than requested, thereby overturning that specific portion of the decision and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 9 lit. b K.Pol.D.; Art. 562 para. 2 K.Pol.D.; The court of appeal cannot award relief exceeding the specific request of the parties, and such an error constitutes a ground for cassation under the principle of dispositiveness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1740 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1740/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μπακόλα.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πατεράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3593/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5446/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Απριλίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 806, 807, 808, 293, 294, 295, 361 του ΑΚ, συνάγεται ότι: α) η διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, που απαιτεί τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος στο λήπτη, δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και μπορούν οι συμβαλλόμενοι, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, να διαπλάσουν το δάνειο ως σύμβαση με μόνη τη συναίνεση καταρτιζόμενη, σε τρόπο ώστε να είναι τούτο καταρτισμένο από τη συναίνεση των μερών και να μετατίθεται η δόση του δανείσματος σε μεταγενέστερο χρόνο, παρέχοντας στο δανειολήπτη αξίωση από τη σύμβαση να αξιώσει από το δανειοδότη την καταβολή του ποσού του δανείου και να διαθέσει τη σχετική αξίωσή του.
β) Ο χρόνος αποδόσεως έντοκου δανείου, εφόσον δεν ορίσθηκε με τη σύμβαση ούτε συνάγεται από τις περιστάσεις, είναι ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. γ) Για το συμφωνημένο ως έντοκο δάνειο ο δανειολήπτης οφείλει στο δανειοδότη, από το χρόνο που ορίσθηκε με τη σύμβαση τον τόκο που συμφωνήθηκε, που δεν μπορεί να υπερβαίνει όμως το προβλεπόμενο από το νόμο ανώτατο όριο δικαιοπρακτικού τόκου, για το οποίο συνυπολογίζονται ως τόκοι και οι προμήθειες ή άλλα ανταλλάγματα που συνομολογούνται ή καταβάλλονται επί πλέον του τόκου.
γ) Σε περίπτωση υπερημερίας ως προς την απόδοση χρηματικού δανείου, η οποία υπερημερία επέρχεται είτε με την παρέλευση του οριζόμενου με τη σύμβαση χρόνου αποδόσεως του δανείου (άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ) είτε με καταγγελία ενός από τους συμβαλλομένους, οφείλεται κατ' αρχήν το από το νόμο προβλεπόμενο ανώτατο ποσοστό τόκου υπερημερίας (ίσο με το ποσοστό νόμιμου τόκου), εκτός εάν τα μέρη είχαν προβλέψει με τη σύμβαση να οφείλεται και για το χρόνο υπερημερίας του οφειλέτη το συμφωνημένο (κατώτερο) ποσοστό δικαιοπρακτικού τόκου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως εντόκου δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι ήσαν νόμιμοι σύζυγοι από του έτους 1970 (οπότε τέλεσαν το γάμο τους) η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία ήταν υπάλληλος του Ο.Τ.Ε., δάνεισε στον εκκαλούντα-εναγόμενο, ο οποίος εργαζόταν ως υπομηχανικός και εργολάβος οικοδομών, στις 12-5-1992, το ποσό των 5.000.000 δραχμών, δια παραδόσεως από την πρώτη στον δεύτερο πέντε (5) εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 1.000.000 δραχμών το κάθε ένα, λήξεως τούτων, των τριών την 30-6-1992 και των δύο (2) την 30-12-1992.
Ως χρόνος αποδόσεως του ποσού του δανείου ορίστηκε ο χρόνος λήξεως των εντόκων γραμματίων, ήτοι ο εναγόμενος έπρεπε να της αποδώσει το ποσό των 3.000.000 δραχμών την 30-6-1992 και το ποσό των 2.000.000 δραχμών την 30-12-1992 και το ποσοστό του δικαιοπρακτικού τόκου συμφωνήθηκε 18%. Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στην ενάγουσα διότι της έχει επιστρέψει τα άνω έντοκα γραμμάτια.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν αποδείχθηκε, καθόσον μόνη η κατάθεση της μάρτυρα ..., που εξετάστηκε κατά πρότασή του και περιέχεται στα ίδια ως άνω πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν κρίνεται πειστική και αντικειμενική εφόσον αυτή δεν έχει ιδίαν αντίληψη, αλλά κατέθεσε αυτά που της διηγήθηκε ο εναγόμενος αδελφός της, χωρίς δε να επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο.
Επίσης, οι ισχυρισμοί του εναγομένου, που ως εκκαλών προτείνει, το πρώτον, με την έφεση ότι το άνω από 12-5-1992 έγγραφο, το οποίο φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, είναι εικονικό, ότι μεσολάβησε άφεση χρέους και ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί προτείνονται χωρίς την επίκληση των προϋποθέσεων του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, όσον αφορά το ποσοστό του τόκου, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα το άνω ποσό του δανείου εκ 14.673,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, αφότου έληξε κάθε μερικότερο ποσό και συγκεκριμένα το ποσό των 8.804,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 1-7-1992 και το ποσό των 5.869,41 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 31-12-1992 και όχι με το ποσοστό του συμφωνηθέντος ανωτέρω τόκου (18%), που επιδίκασε εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο, γενομένου δεκτού ως κατ'ουσίαν βάσιμου του τρίτου λόγου της εφέσεως".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή κατά το άνω κεφάλαιο, με τους από 18% συμβατικούς τόκους, επιδίκασε το ίδιο ποσό με τους "νόμιμους τόκους υπερημερίας". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, (καθ' όσον αφορά την κύρια αγωγική απαίτηση από δάνειο) δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 806 και 807 ΑΚ με το να δεχθεί την κατάρτιση συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων, με την κατόπιν συμφωνίας τους παράδοση από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, αφού με τη γενόμενη κατά τον τρόπο αυτό εκχώρηση της σχετικής αξιώσεως της αναιρεσίβλητης (έναντι του Ελληνικού Δημοσίου) προς τον αναιρεσείοντα ήταν σε θέση αυτός να εισπράξει τα ποσά που αντιπροσώπευαν τα έντοκα γραμμάτια είτε κατά τις ημεροχρονολογίες λήξης τους είτε ενωρίτερα, οπότε όμως θα λάμβανε μειωμένα κατά τον αφαιρούμενο προεξοφλητικό τόκο ποσά, αλλά κατά τη σύμβαση όφειλε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τα ποσά της ονομαστικής αξίας των εντόκων γραμματίων στις ημεροχρονολογίες λήξεως τούτων.
Επομένως όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο (κατά το οικείο μέρος του) και τρίτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1και 19 Κ.Πολ.Δικ., λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμα.
Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε, περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη'. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (Κ.Πολ.Δ. 106), σύμφωνα με την οποία "το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Τυπική προϋπόθεση του λόγου αυτού είναι η κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. προβολή του ισχυρισμού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, ενώ ως αίτηση νοείται εκείνη που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπές, ένδικα μέσα και οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα, δυνάμενο να ασκηθεί και με αγωγή, γνήσιες ενστάσεις.
Στην υπόψη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι τόσο στο ιστορικό όσο και στο αιτητικό της ζητείται η καταβολή συμβατικών τόκων 18% -κατά πολύ υπολειπομένων τότε των νομίμων τόκων υπερημερίας οι οποίοι ήταν 38% με καθοδική τάση μέχρι της 8-3-2000, οπότε διαμορφώθηκαν σε 18% (βλ.
Π.Δ.ΤΕ 2255/1993, 2304/94, 2356/1995, 2396/1996, 2406/1997 ΦΕΚ Α 191/26-10-1993, 80/16-5-1994, 71/13-11-1995, Α 74, Α23, ΠΥΣ 89/1998, 12/1999 ΕΚ Α/31-3-1998 και 5 και Πράξη Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής 29/26-6-2000 ΦΕΚ 18/7-2-2000)-από τις ημεροχρονολογίες λήξεως των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, που αποτέλεσαν αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως δανείου και μάλιστα το ίδιο ποσοστό (18%) τόκου ζητείται και για το μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο.
Συνεπώς το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του, που δέχθηκε ότι ήταν καταβλητέοι για το δάνειο οι υπέρτεροι των με την αγωγή ζητούμενων δικαιοπρακτικών τόκων (18%) νόμιμοι τόκοι υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τη λήξη του δανείου μέχρι τις 8-3-2000, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της επιδικάσεως πλέον του αιτηθέντος και είναι βάσιμος γι' αυτό ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περίπτωση β' Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ενώ αποβαίνει χωρίς αντικείμενο η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το περί τόκων κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, όπως στο σκεπτικό την υπ' αρ. 5446/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ