Legislator Case Law & Legislation
1740/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite evidence specifically in lower court submissions.

Case Number 1740/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a civil compensation dispute. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and applying the law, but the court found these arguments procedurally inadmissible. The court ruled that the appellant failed to make a specific and clear reference to the contested evidence documents in his prior submissions to the Second Instance Court, violating the requirement for a lawful appeal argument under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 para. 3 C.C.P.; Art. 240 C.C.P.; An appeal argument based on the non-consideration of evidence is only lawful if the appellant makes a clear and specific reference to the evidence in the lower court's submissions, rather than a general mention or mere incorporation of previous proceedings' notes.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific citation requirement evidence evaluation lower court submissions procedural defect legal costs award Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 para. 3 C.C.P.
Art. 240 C.C.P.
Art. 550 no. 19 C.C.P.
Art. 559 no. 19 C.C.P.
Art. 561 para. 1 C.C.P.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1740 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1740/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσεβρένη.

Της αναιρεσιβλήτου : Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κονιαβίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 96/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 17 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ως "αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη τέτοιων μέσων, νοούνται εκείνα τα μέσα, των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων.

Δεν συνιστά δε κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, "νόμιμη επίκληση", η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (ολ.

Α.Π. 9/2000). Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης (Α.Π. 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο (κατά το πρώτο μέρος του), δεύτερο (κατά το πρώτο μέρος του), τρίτο (κατά το πρώτο μέρος του), έκτο (κατά το πρώτο μέρος του), όγδοο (κατά το πρώτο μέρος του), δέκατο (κατά το πρώτο μέρος του), και ενδέκατο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγους αναίρεσης από τον αριθμ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα παρ' αυτού με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα και δη: 1.α) το υπ' αριθμ. ..... ειδικό πληρεξούσιο της τότε Συμβολαιογράφου Αγρινίου Μαρίας Θεοδωροπούλου της αναιρεσίβλητης προς την πληρεξούσια Δικηγόρο της Ε, β) την από 20-7-2000 απόδειξη-δήλωση των αδελφών Α+Β προς τον αναιρεσείοντα για το ποσό των 44.500.000 δραχμών (ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης), 2.α) την από 17-11-1999 απόδειξη ποσού 253.528 δρχ.

με την οποία η αναιρεσίβλητη εισέπραξε μέσω της πιο πάνω πληρεξούσιάς της Δικηγόρου το ποσό αυτό έναντι του αναλογούντος φόρου για τα μισθώματα του έτους 1998. β) την από 17-12-2002 δήλωση της αναιρεσίβλητης προς τον Δ γ) την υπ' αριθμ. 584/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), και δ) την υπ' αριθμ. 45/2003 εξωστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (ως προς το δεύτερο λόγο αναίρεσης). 3.α) την από 10-7-2003 εξώδικη απάντηση της αναιρεσίβλητης, β) το από 22-7-2003 έγγραφο του Ο.Τ.Ε. (ως προς τον τρίτο λόγο αναίρεσης), 3.α) την ίδια πιο πάνω από 10-7-2003 εξώδικη απάντηση της αναιρεσίβλητης, β) την από 9-8-2004 εξώδικη πρόσκληση των αδελφών Α+Β προς την αναιρεσίβλητη, γ) την από 28-8-2004 εξώδικη απάντηση της ανιαρεσίβλητης προς τους αδελφούς Α+Β, δ) την από 6-12-2004 αγωγή των αδελφών Α+Β κατά της αναιρεσίβλητης και ε) την υπ' αριθμ. 32/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που εκδόθηκε επί της αμέσως πιο πάνω αγωγής (ως προς τον έκτο λόγο αναίρεσης), 5.α) το από 25-4-2002 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας, β) το από 10-10-1997 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας και γ) το από 1-8-2002 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας (ως προς τον όγδοο λόγο αναίρεσης). 6) την ίδια πιο πάνω υπ' αριθμ. 45/2003 εξωστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (ως προς τον δέκατο λόγο αναίρεσης), και 7) την από 10-7-2003 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης (ως προς τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης).

Υποστηρίζει δε ο αναιρεσείων ότι αν λάμβανε υπόψη του το Εφετείο τα πιο πάνω έγγραφα θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν περιήλθε σε υπερημερία, και επομένως δεν κατέπεσε σε βάρος της η συμπεφωνημένη ποινική ρήτρα, που προβλεπόταν στο υπ' αριθμ. .....

προσύμφωνο πώλησης, ούτε οφείλει στον αναιρεσείοντα αποζημίωση για απώλεια μισθωμάτων αλλά ούτε και χρηματική ικανοποίηση λόγω της δυσφήμησής του. Όμως, από την επισκόπηση κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλέσθηκε σαφώς και ορισμένως, όπως όφειλε, στο Εφετείο τ' ανωτέρω έγγραφα, αλλά αρκέστηκε στη γενική αναφορά ότι: "επαναπροσκομίζω μετ' επικλήσεως άπαντα τα εις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσαχθέντα υπ' εμού έγγραφα", και ενσωμάτωσε στις προτάσεις αυτές τις πρωτόδικες προτάσεις του, στις οποίες και μόνο γίνεται σαφής επίκληση των εν λόγω εγγράφων.

Η ενσωμάτωση αυτή και η γενική και μόνο αναφορά στα πρωτοδίκως προσκομισθέντα έγγραφα δεν συνιστούν νόμιμο τρόπο επαναφοράς του συγκεκριμένου μέρους των πρωτόδικων προτάσεων, και συνακόλουθα νόμιμο τρόπο επίκλησης των προαναφερομένων εγγράφων και συνεπώς αφού δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτών, οι πιο πάνω αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξ άλλου, ο όγδοος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του) με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "τις προσκομισθείσες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με τις οποίες ανακλήθηκαν αποφάσεις εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης", και ο δέκατος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 εδ.

β' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αρνήθηκε αυτός να εισπράξει το μίσθωμα του καταστήματος από τον Απρίλιο του 2003, είναι αόριστος και απορριπτέος, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα έγγραφα που δεν λήφθηκαν υπόψη στην πρώτη περίπτωση, και τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη στη δεύτερη περίπτωση.

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του) και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος τους) από τον αριθ. 11 εδ. γ' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Α, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 72/2004 πρακτικά και την από 29-9-2003 ένορκη κατάθεση στην Πταισματοδίκη Αγρινίου της πρώην πληρεξούσιας Δικηγόρου του αναιρεσίβλητου Ε (των οποίων έγινε πράγματι νόμιμη επίκληση στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία και εκτίμηση τόσο των πρακτικών αυτών και της περιεχόμενης σ' αυτά κατάθεσης του πιο πάνω μάρτυρα, όσο και της πιο πάνω προανακριτικής κατάθεσης.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ. Με τον ενδέκατο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου (κατά το δεύτερο μέρος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 30-8-2003 με αύξ. αριθμό 476/24-9-2003 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και την επ' αυτής εκδοθείσα υπ' αριθμ. 49/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την οποία απορρίφθηκε η ίδια αγωγή.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι προκειμένου να αποκρούσει ο αναιρεσείων την κατ' αυτού έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης επί της αγωγής του με την οποία ζητήθηκε η καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς του, από το γεγονός ότι με την από 10-7-2003 εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε σ' αυτόν στις 16-7-2003, τον δυσφήμησε ότι εισέπραξε τα αναλογούντα σ' αυτήν μισθώματα και δεν της τα απέδωσε, αλλά και για την απόδειξη της βασιμότητας του λόγου της δικής του αντίθετης έφεσης επί του ίδιου αγωγικού αιτήματός του, που είχε γίνει δεκτό κατά ένα μέρος πρωτόδικα, επικαλέσθηκε νόμιμα και προσκόμισε με τις ίδιες προτάσεις του για πρώτη φορά στο Εφετείο τα δύο πιο πάνω έγγραφα για να καταδείξει την εξακολουθητική τακτική της αναιρεσίβλητης να τον δυσφημεί.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα για την ανυπαρξία του υποκειμενικού στοιχείου στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης ως προς τη δυσφήμηση του αναιρεσείοντος κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, παρά την ειδική μνεία πολλών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω δύο έγγραφα, καίτοι μη ειδικά μνημονευόμενα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το περιεχόμενο της από 10-7-2003 εξώδικης δήλωσης, λόγω και της μικρής χρονικής διάρκειας που μεσολάβησε μεταξύ της από 10-7-2003 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσίβλητης και της από 30-8-2003 αγωγής της, που δεν αιτιολογούσε μεταβολή στις υποκειμενικές προθέσεις της αναιρεσίβλητης απέναντι στον αναιρεσείοντα, όπως έγιναν δεκτές από την προσβαλλόμενη απόφαση, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.

Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.Α.Π. 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π. 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση αναγόμενη σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 413/1993).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης (κατά το τέταρτο μέρος του) και ο τρίτος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την ίδια διάταξη του αριθ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παραμόρφωσε αντίστοιχα την κατάθεση του μάρτυρα Α και το δικόγραφο της κριθείσας αγωγής του αναιρεσείοντος, με το να συναγάγει το αντίθετο με το περιεχόμενο της κατάθεσης και της αγωγής αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή ο ίδιος ο αναιρεσείων εισέπραττε τα μισθώματα και εξοφλούσε τους αδελφούς Α+Β (ως προς την κατάθεση), και ότι η Συμβολαιογράφος Γ τηλεφώνησε στην αναιρεσίβλητη και της ζητούσε να υπογράψει μόνο εκπρόθεσμες δηλώσεις που ήταν αναγκαίες για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου (ως προς την αγωγή) είναι απαράδεκτοι (οι λόγοι) και απορριπτέοι, ως αφορώντες κατάθεση μάρτυρα ο πρώτος και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής ο δεύτερος.

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης (κατά το πέμπτο μέρος του), ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του), ο τρίτος λόγος αναίρεσης (κατά το τρίτο μέρος του), και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από την ίδια διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ.

ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου της από 29-9-2003 προανακριτικής κατάθεσης της πρώην πληρεξούσιας της αναιρεσίβλητης Ε, και ειδικά ως προς το ότι η αναιρεσίβλητη είχε ενημερωθεί έγκαιρα από την πιο πάνω πληρεξούσια της ως προς το προσύμφωνο και την υποχρέωση της για την υποβολή φορολογικής δήλωσης για τα μισθώματα και είχε εγκρίνει τις ενέργειες της πληρεξουσίας της, επίσης δε είχε ενημερωθεί από την πληρεξούσιά της για την έγερση της αγωγής κατά του μισθωτή, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην πιο πάνω προανακριτική κατάθεση, αλλά απλώς τη συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξάρει αυτήν.

Κατά τα λοιπά δε, οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί με το να μη διατυπώνεται παραδεκτός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559, πλήττεται πλέον η κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ- Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Δεν αποτελούν όμως, "πράγματα", και άρα δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη μεταξύ άλλων, οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί του αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές, ή τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 3/1997). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά το έκτο μέρος του), με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το τρίτο μέρος του), με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το τέταρτο μέρος του) και με τον έκτο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο μέρος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ.

ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: 1) ότι η αναιρεσίβλητη παρέσχε μεταξύ άλλων εντολών στην εντολοδόχο της Ε το δικαίωμα να υπογράφει τα σχετικά προσύμφωνα και τις οριστικές συμβάσεις, προβαίνουσα σε οποιαδήποτε δήλωση, ομολογία και παραίτηση κατά την κρίση της, 2) ότι για όλες τις συμφωνίες, δηλαδή την κατάρτιση του προσυμφώνου και την καταβολή των μισθωμάτων που αντιστοιχούσαν στην επικαρπία της αναιρεσίβλητης στους αδελφούς Α+Β, η αναιρεσίβλητη είχε ενημερωθεί από την πιο πάνω εντολοδόχο της και είχε εγκρίνει τις ενέργειές της, 3) ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε δια της πιο πάνω εντολοδόχου της από τον αναιρεσείοντα που ενεργούσε ως πληρεξούσιος Δικηγόρος των αδελφών Α+Β το ποσό των 253.528 δρχ.

έναντι του φόρου που αναλογούσε σ' αυτήν για τα μισθώματα του έτους 1998, 3) ότι η συμβολαιογράφος Γ τηλεφώνησε στην αναιρεσίβλητη στις 20-5-2003 για να συνταχθεί το οριστικό συμβόλαιο, 5) ότι η αναιρεσίβλητη ενσυνείδητα δεν προσερχόταν στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και κατέστη υπερήμερη, γιατί εξαρτούσε σταθερά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου από την είσπραξη του 1/4 των μισθωμάτων, για την οποία και επιφυλασσόταν ρητά.

Το Εφετείο, όπως από τις παραδοχές του προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως επί των πιο πάνω ισχυρισμών του αναιρεσέιοντος ως ενάγοντος και εκκαλούντος, αντίστοιχα, τ' ακόλουθα: 1) ότι η αναιρεσίβλητη πράγματι με το υπ' αριθμ. ..... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αγρινίου Μαρίας Θεοδωροπούλου χορήγησε στην δικηγόρο ανεψιά της Ε το δικαίωμα να πωλήσει το 1/4 της επικαρπίας που της ανήκε καθώς και να υπογράψει τα προσύμφωνα και τις οριστικές συμβάσεις και να προβαίνει σε οποιαδήποτε δήλωση, ομολογία και παραίτηση, 2) ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενημερώθηκε από την πληρεξουσία της Ε ότι την 30-4-1998 καταρτίσθηκε προσύμφωνο, και έτσι αυτή πίστευε εύλογα ότι καταρτίσθηκε οριστικό συμβόλαιο συνεπεία και της προς αυτήν εξόφλησης του τιμήματος της επικαρπίας, 3) ότι η εν λόγω πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης δεν την ενημέρωσε για την προφορική συμφωνία της είσπραξης των μισθωμάτων που αναλογούσαν στην επικαρπία της αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα ως αγοραστή, 4) ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι την αναλογία του μισθώματος της επικαρπίας της εναγομένης εισέπραττε αυτός από 1-5-1998 όχι για δικό του λογαριασμό αλλά για λογαριασμό των αδελφών Α+Β, 5) ότι στις 17-11-1999 η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης έλαβε από τον αναιρεσείοντα ως πληρεξούσιο των αδελφών Α+Βτο ποσό των 253.528 δρχ.

έναντι του φόρου που αναλογούσε στα μισθώματα του έτους 1998 για την αναιρεσίβλητη, την απόδοση όμως του ποσού αυτού προς την αναιρεσίβλητη την αρνείται η τελευταία, 6) ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία της 20-5-2003 η συμβολαιογράφος Αγρινίου Γ ζήτησε από την αναιρεσίβλητη να υπογράψει τις εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις που ήταν αναγκαίες για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, χωρίς όμως η τηλεφωνική αυτή επικοινωνία να συνιστά σαφή και ορισμένη εξώδικη όχληση της αναιρεσίβλητης για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αφού δεν αναφέρθηκε στη συνομιλία από τη συμβολαιογράφο συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου και ο τόπος υπογραφής, 7) ότι η μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, αλλά η καθυστέρηση οφείλεται στην άρνηση του αναιρεσείοντος να πληρώσει τις φορολογικές επιβαρύνσεις της αναιρεσίβλητης για τις εκπρόθεσμες φορολογικές της δηλώσεις των μισθωμάτων για τα έτη 1999, 2000 και 2001 ποσού 5.120 ευρώ, καίτοι η αναιρεσίβλητη δεν εισέπραττε τα μισθώματα αυτά και την αντίστοιχη υποχρέωση είχε αναλάβει ο αναιρεσίβλητος και οι αδελφοί Α+Β.

Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τους ως άνω υπό στοιχεία 1 έως 5 προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με την αγωγή και την έφεσή του και τους απέρριψε αφ' ενός μεν ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμους, αφ' ετέρου δε εκ του πράγματος ως αβάσιμους επίσης, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενο απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών με'σων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ,.

είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο (κατά το τέταρτο μέρος του), τρίτο (κατά το πέμπτο μέρος του), τέταρτο (κατά το πρώτο μέρος του), πέμπτο (κατά το δεύτερο μέρος του), έβδομο (κατά το πρώτο μέρος του), όγδοο (κατά το τρίτο μέρος του), ένατο (κατά το πρώτο μέρος του), και τον ενδέκατο (κατά το τρίτο μέρος του) λόγους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι αυτή έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ακόλουθα σημεία: 1) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε την κατάρτιση του προσυμφώνου αλλά πίστευε ότι συνετάγη οριστικό συμβόλαιο, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί εισέπραξε αυτή το ποσό των 253.528 δρ.χ για φόρο που της αναλογούσε για το οικονομικό έτος 1998, αφού αυτή δεν είχε εισπράξει μισθώματα από 1-5-1998 και μετέπειτα, 2) Δέχθηκε ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν συμφωνήθηκε δήλη ημέρα, αφού υπήρξε συγκεκριμένη όχληση την οποία αγνόησε, 3) Ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία της 20-5-2003 δεν υπήρξε όχληση της αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη οχλήθηκε το πρώτον το Μάϊο 2003, 4) Ενώ διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη η σκέψη ότι η αναιρεσίβλητη αποξενώθηκε από το πωληθέν ακίνητο συνεπεία της καταβολής σ' αυτήν του ανταλλάγματος της επικαρπίας, δεν αιτιολογείται στην απόφαση για ποιό λόγο απεστάλη από την αναιρεσίβλητη το από 17-12-2002 έγγραφο προς τον μισθωτή του πωληθέντος καταστήματος Δ, που εξυπηρετούσε μόνο τον τελευταίο, 5) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι θα έπρεπε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.120 ευρώ για τον αναλογούντα σ' αυτήν φόρο των μισθωμάτων δεν αιτιολογείται η επιφύλαξη της αναιρεσίβλητης που διατύπωσε στην από 10-7-2003 εξώδικη απάντησή της για τα μισθώματα που αναλογούσαν στο μερίδιό της, 6) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι είχε ο αναιρεσείων εξοφλήσει ολοσχερώς το τίμημα της πώλησης από τον Ιούνιο του 2000 δεν αιτιολογείται για ποιό λόγο δεν επιθυμούσε τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου, 7) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η τηλεφωνική επικοινωνία της 20-5-2003 δεν συνιστά σαφή και ορισμένη εξώδικη όχληση, στη συνέχεια δέχεται ότι το πρώτον η αναιρεσίβλητη οχλήθηκε το Μάϊο του 2003, 8) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι η αναιρεσίβλητη λάμβανε το φόρο που της αναλογούσε για τα μισθώματα που δεν εισέπραττε πλέον κατά τα συμπεφωνημένα με την πληρεξούσιά της, εν τούτοις δέχθηκε ότι οι ευθείες κατηγορίες σε βάρος του αναιρεσείοντος ότι της παρακρατούσε τα μισθώματα δεν συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε η αναιρεσίβλητη είχε την πρόθεση ούτε την επίγνωση ότι διέπραττε σε βάρος του αναιρεσείοντος δυσφήμηση.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, έγιναν ειδικότερα δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων:

"Με το ..... προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου (οικοπέδου με ισόγεια κατάστημα) της συμβολαιογράφου Αγρινίου Γ, νόμιμα αναπληρουμένης από τη συμβολαιογράφο Αγρινίου Σπυριδούλα Μπέκιου -Σκορδοπούλου, λόγω συγγενείας με τον εκ των συμβαλλομένων Χ καθώς και οι Α η εναγομένη Ψ και Χριστόφορος Νιούτσικος (ανίψια της εναγομένης) υποσχέθηκαν να πωλήσουν κατά πλήρη κυριότητα στον αγοραστή ενάγοντα Χ ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο ευρισκόμενο στο ΟΤ .....

της πόλης του ..... επί της πλατείας ..... και ..... (γωνία) έκτασης 110 τμ μετά του υφισταμένου πεπαλαιωμένου ισογείου και κεραμοσκεπούς καταστήματος επιφάνειας 95 τμ. Το όλο ακίνητο συνορεύει βόρεια με την πλατεία ....., νότια με ιδιοκτησία ..... και διανοιγμένο πεζοδρόμιο, ανατολικά με ιδιοκτησία ..... και δυτικά με στοά ..... .

Στο προαναφερόμενο ακίνητο στην μεν εναγομένη ανήκε το 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας στους δε Α και Β ανήκαν κατά συγκυριότητα τα 3/4 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και το 1/4 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας. Το συνολικό τίμημα καθορίσθηκε στο ποσό των 47.000.000 δραχμών, (αν και η αντικειμενική αξία ήταν 78.717.697 δραχμές), από το οποίο το ποσό των 2.500.000 δραχμών ήταν το τίμημα της επικαρπίας, υποσχέθηκε δε ο αγοραστής Χ να το καταβάλει δια τμηματικών δόσεων εντός οκτώ (8) ετών, ότι μέχρι 10-1-1999 δεν πρόκειται να γίνει καμμία καταβολή οποιουδήποτε ποσού στους πωλητές από τον αγοραστή, το δε οριστικό συμβόλαιο θα καταρτισθεί εντός δώδεκα (12) μηνών από της 30-4-1998 ή και μετά την ημερομηνία αυτή κατόπιν κοινής συμφωνίας συμβαλλομένων.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση άρνησης των πωλητών να μεταβιβάσουν το εν λόγω ακίνητο υποχρεούνται να καταβάλουν στον αγοραστή ποινική ρήτρα 10.000.000 δραχμών, μη αποκλειόμενης περαιτέρω αποζημιώσεως και ότι σε περίπτωση μη προσέλευσης των πωλητών λόγω αδυναμίας ή αρνήσεως τους δύναται ο αγοραστής να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, εφόσον ο αγοραστής έχει εξοφλήσει εμπρόθεσμα το τίμημα της αγοροπωλησίας.

Κατά την υπογραφή του πιο πάνω προσυμφώνου η εναγομένη εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ε, η οποία παραστάθηκε και ενεργούσε ως πληρεξουσία αντιπρόσωπος και αντίκλητος της εναγομένης δυνάμει του ..... ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αγρινίου Μαρίας Θεοδωροπούλου. Με το εν λόγω πληρεξούσιο η εναγομένη χορηγούσε στην δικηγόρο Ε, η οποία επίσης ήταν ανιψιά της κόρης της αδελφής της, το δικαίωμα να πωλήσει προς οποιονδήποτε το 1/4 εξ αδιαιρέτου της ανήκουσας σ' αυτήν επικαρπίας του πιο πάνω ακινήτου καθώς και να υπογράψει τα σχετικά προσύμφωνα και τις οριστικές συμβάσεις, προβαίνουσα σε οιανδήποτε δήλωση, ομολογία και παραίτηση κατά την κρίση της.

Κατά την υπογραφή του προσυμφώνου και παρά τα όσα αντίθετα αναγράφησαν σ' αυτό, ότι δηλαδή κανένα ποσό από το συμφωνηθέν δεν θα καταβληθεί κατά την υπογραφή του προσυμφώνου πωλήσεως, ο ενάγων κατέβαλε στην πληρεξούσια της εναγομένης 1.000.000 δραχμές, έναντι του τιμήματος από 2.500.000 δραχμές του 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, το δε υπόλοιπο του τιμήματος από 1.500.000 δραχμές της το κατέβαλε στις 21-8-1998 και εξόφλησε ολοσχερώς το συμφωνηθέν τίμημα του 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας της εναγομένης.

Το πιο πάνω ακίνητο αποτελείτο από δύο καταστήματα εκ των οποίων το ένα (γωνιακό) ήταν μισθωμένο στον Δ με μίσθωση η οποία έληγε στις 30-11-2001, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων αγοραστής. Όταν υπογράφηκε το προσύμφωνο, λόγω της ολοσχερούς εξόφλησης του τιμήματος της επικαρπίας προς την εναγομένη συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος αγοραστού, των αδελφών Α+Β και της πληρεξούσιας της εναγομένης Ε από 1-5-1998 την αναλογία του μισθώματος της επικαρπίας της εναγομένης να εισπράττει πλέον ο ενάγων για δικό του λογαριασμό, εφόσον αυτός είχε εξοφλήσει το τίμημα της επικαρπίας της εναγομένης και παρέμενε πλέον ανεξόφλητο μόνο το τίμημα προς τους αδελφούς Α+Β.

Έτσι ο ενάγων καλόπιστα και με βάση τα πιο πάνω συμφωνηθέντα εισέπραττε από 1-5-1998 την αναλογία του μισθώματος της επικαρπίας της εναγομένης από το μισθωτή Δ, την οποία στη συνέχεια απέδιδε στους αδελφούς Α+Β προς εξόφληση του οφειλομένου σ'αυτούς τιμήματος. Ωστόσο στις αποδείξεις που χορηγούσε στο μισθωτή Δ από 1-5-1998 μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2002 ανέγραφε ότι εισπράττει το μίσθωμα και για λογαριασμό της εναγομένης, εφόσον αυτή εξακολουθούσε τυπικά μέχρι την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου να είναι επικαρπώτρια.

Είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι την αναλογία του μισθώματος της επικαρπίας της εναγομένης εισέπραττε αυτός από 1-5-1995 όχι για δικό του λογαριασμό αλλά για λογαριασμό των αδελφών Α+Β, εφόσον δεν αποδείχθηκε συμφωνία περί εκχωρήσεως της αναλογίας του μισθώματος της επικαρπίας από την εναγομένη στους αδελφούς Α+Β κάτι το οποίο ουσιαστικά δεν συνέτρεχε λόγος να γίνει, αν δε είχε γίνει τέτοια συμφωνία λογικό είναι να αναφερόταν στο προσύμφωνο.

Η αβασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού του ενάγοντος ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ενάγων, οι αδελφοί Α+Β και η πληρεξούσια της εναγομένης συμφώνησαν επίσης κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, η εναγομένη να μη βαρύνεται με το φόρο εισοδήματος από τα μισθώματα που αυτή όφειλε να δηλώνει ως επικαρπία του 1/4 εξ αδιαιρέτου στην εφορία ως εισοδήματά της για το μετά την 1-5-1998 χρονικό διάστημα μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, αν και δεν εισέπραττε έκτοτε τα μισθώματα.

Η εναγομένη όμως δεν ενημερώθηκε από την πληρεξούσια της Ε ότι κατά την 30-4-199$ καταρτίσθηκε προσύμφωνο, έτσι αυτή πίστευε εύλογα ότι καταρτίσθηκε οριστικό συμβόλαιο συνεπεία και της προς αυτήν εξόφλησης του τιμήματος της επικαρπίας. Επίσης η εν λόγω πληρεξούσια της εναγομένης δεν την είχε ενημερώσει, όπως προαναφέρθηκε για την ανωτέρω περιεχομένου προφορική συμφωνία, (είσπραξη μισθωμάτων), η οποία (συμφωνία) ας σημειωθεί δεν περιλαμβανόταν με σαφήνεια στη δοθείσα πληρεξουσιότητα από την ενάγουσα.

Για το λόγο αυτό αποξενώθηκε από 1-5-1998 πλήρως από τη διοίκηση και διαχείριση του ακινήτου κατά από το Μάΐο του 1998 αρνήθηκε να εισπράττει από το μισθωτή Δ την αναλογία του μισθώματος της επικαρπίας της δηλώνοντας στο μισθωτή Δ ότι το κατάστημα πωλήθηκε παρέπεμψε δε αυτόν στα ανίψια της - αδελφούς Α+Β, οι οποίοι του είπαν πλέον ολόκληρο το μίσθωμα να καταβάλλεται στον ενάγοντα δικηγόρο - αγοραστή του ακινήτου, πράγμα το οποίο και έκτοτε ελάμβανε χώρα (βλ.

και από 29-10-2003 προανακριτική κατάθεση του Δ ενώπιον της πταισματοδίκου Αγρινίου Αναστασίας Αδαμοπούλου). Επίσης επειδή η ενάγουσα δεν γνώριζε την κατάρτιση του προσυμφώνου κατά την υποβολή το έτος 1999 της φορολογικής της δήλωσης για τα εισοδήματα του έτους 1998 ενημέρωσε τον λογιστή της ΣΤγια το κατάστημα με μισθωτή το Δ να δηλωθούν μόνο τα μισθώματα μέχρι 30-4-1998.

Με παρέμβαση όμως προς τον πιο πάνω λογιστή της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ε δηλώθηκαν τελικά τα μισθώματα για ολόκληρο το έτος 1998. 'Εκτοτε δε για τα μετέπειτα έτη 1999, 2000 και 2001 ο πιο πάνω λογιστής δεν συμπεριέλαβε στα εισοδήματα της ενάγουσας μισθώματα από το πάνω ακίνητο (βλ. και από 30-10-2003 προανακριτική, κατάθεση του ΣΤ στην πταισματοδίκη Αγρινίου Αναστασία Αδαμοπούλου).

Η πιο πάνω μη δήλωση των μισθωμάτων στις φορολογικές δηλώσεις της εναγομένης για τα εισοδήματά της κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 ενισχύουν την κρίση του δικαστηρίου ότι αυτή αγνοούσε την κατάρτιση του προσυμφώνου και την περαιτέρω υποχρέωσή της για δήλωση των μισθωμάτων παρά τη μη είσπραξη τους από αυτή, εφόσον το γεγονός αυτό (μη δήλωση των μισθωμάτων) θα συνεπαγόταν φορολογικές σε βάρος της επιβαρύνσεις, όπως παρακάτω αναφέρεται, κάτι το οποίο η ίδια δεν ήθελε.

Ούτε εξάλλου η ίδια (εναγομένη) είχε λόγο να μην προβεί στη δήλωση των εισοδημάτων από την αναλογία τής επικαρπίας της αν είχε ενημερωθεί από την πληρεξούσια της δικηγόρο ότι τη φορολογική της επιβάρυνση για τη δήλωση των μισθωμάτων, τα οποία δεν εισέπραττε θα κάλυπταν ο ενάγων και οι αδελφοί Α+Β, όπως είχε συμφωνηθεί κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου (βλ.

και από 29-9-2003 προανακριτική κατάθεση της Ε ενώπιον της πταισματοδίκου Αγρινίου Αναστασίας Αδαμοπούλου). Για πρώτη φορά η εναγομένη πληροφορήθηκε από το λογιστή της ΣΤ την κατάρτιση προσυμφώνου και όχι οριστικού συμβολαίου, όπως εύλογα πίστευε μέχρι τότε, τον Ιούνιο του 2002 όταν αυτός της ζήτησε συνεπεία οχλήσεων του ενάγοντος να υποβάλει συμπληρωματικές δηλώσεις για τα μισθώματα των ετών 1999, 2000 και 2001, επειδή χρειαζόταν τη σχετική βεβαίωση για την έξωση του μισθωτή Δ, διαβεβαιώνοντας συγχρόνως (ο ενάγων) το λογιστή της ενάγουσας ότι ο φόρος και οι επιβαρύνσεις που θα καταλογίζονταν στην εναγομένη θα καταβαλλόταν από τον ίδιο.

Σημειώνεται ότι η οικονομική επιβάρυνση ης εναγομένης από την υποβολή των εκπροθέσμων δηλώσεων ανέρχεται στο ποσό των 5.120 ευρώ. Η εναγομένη αρνήθηκε να υπογράψει τις δηλώσεις αυτές, έκτοτε δε διαταράχθηκαν οι σχέσεις της με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ε, με αποτέλεσμα η εναγομένη στις 30-12-2002 να ανακαλέσει το προ αυτήν πιο πάνω ειδικό πληρεξούσιο με την .....

ανάκληση πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αγρινίου Παρασκευής Μάργαρη και με το ..... πληρεξούσιο της ιδίας συμβολαιογράφου διόρισε ειδικό αυτής πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο το δικηγόρο Αγρινίου Νικόλαο Νικάκη προς τον οποίο, μεταξύ άλλων, έδωσε το δικαίωμα να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο σε εκτέλεση του προαναφερόμενου .....

προσυμφώνου πώλησης της συμβολαιογράφου Αγρινίου Γ. Ο ενάγων μετά τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης με το μισθωτή Δ 30-11-2001 και επειδή δεν συμφώνησαν ως προς το ύψος του καταβληθέντος μισθώματος ήγειρε κατ'αυτού την από 16-7-2002 αγωγή ως πληρεξούσιος των Α, Β και της εναγομένης Ψ (οι οποίοι λόγω μη κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου εξακολουθούσαν να είναι συνεκμισθωτές), με την οποία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του μισθίου καταστήματος λόγω λήξης του χρόνου μίσθωσης.

Για την έγερση της αγωγής στο όνομα και της εναγομένης η τελευταία δεν είχε ενημερωθεί από τον ενάγοντα ούτε είχε δοθεί από αυτή (εναγομένη) η σχετική προς τούτο εντολή προς τον ενάγοντα. Η εναγομένη πληροφορήθηκε την έγερση της αγωγής από το μισθωτή Δ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 45/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο τότε εναγόμενος μισθωτής Δ να αποδώσει στους τότε ενάγοντες -συνεκμισθωτές τη χρήση του μισθίου ακινήτου.

Με την 584/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων) ύστερα από την από 2-4-2003 αίτηση αναστολής του εναγομένου μισθωτή Δ αναστέλλεται η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 26-3-2003 έφεσης του Δ. Η πιο πάνω απόφαση τελεσιδίκησε με την 24/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του μισθωτή - εναγομένου Δ, ο οποίος αποβλήθηκε από το μίσθιο στις 27-1-2004/ (βλ.

τη ..... έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Αγρινίου .....). Στις 20-5-2003 δηλαδή τέσσερις (4) ημέρες μετά τη δημοσίευση στις 16-5-2003 της πιο πάνω 584/2003 απόφασης αναστολής η αδελφή του ενάγοντος συμβολαιογράφος Αγρινίου Γ επικοινώνησε τηλεφωνικά από το γραφείο της με την εναγομένη και της ζήτησε να υπογράψει τις πιο πάνω εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις που ήταν αναγκαίες για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.

Η εναγομένη, ηλικίας τοτε 78 ετών και με γνώσεις δημοτικού σχολείου η οποία ουδέποτε μέχρι τότε είχε ασχοληθεί προσωπικά με την επίδικη αγοραπωλησία ζήτησε από την αδελφή του ενάγοντος να απευθυνθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νικάκη για τη διευθέτηση του ζητήματος. Ωστόσο όμως όπως αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων τόσο ο ίδιος (ενάγων) όσο και η πιο πάνω συμβολαιογράφος αδελφή του ουδέποτε επικοινώνησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης, εκτιμώντας ότι δεν ήταν προς τούτο υποχρεωμένοι.

Η πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία της αδελφής του ενάγοντος με την εναγομένη, δεν συνιστά σαφή και ορισμένη εξώδικη όχληση της τελευταίας (εναγομένης) κατ' άρθρο 340 ΑΚ προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτήν παροχής δηλαδή προς σύμπραξη στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. Τούτο γιατί η όχληση δεν αναφερόταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία - ώρα υπογραφής τον οριστικού συμβολαίου καθώς και σε ορισμό του προς τούτο συμβολαιογράφου, με αποτέλεσμα να μην έχει νομική ενέργεια.

Έτσι η εναγομένη δεν είχε καταστεί με το πιο πάνω τηλεφώνημα από 20-5-2003 υπερήμερη ως προς την ακόμα του οριστικού συμβολαίου. Επίσης, η μη υπογραφή ακόμα του οριστικού συμβολαίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, εφόσον, η καθυστέρηση οφείλεται στην άρνηση του ενάγοντος να πληρώσει τις φορολογικές επιβαρύνσεις της εναγομένης για τις εκπρόθεσμες φορολογικές της δηλώσεις που αφορούν τα μισθώματα που η τελευταία (εναγομένη) όφειλε να δηλώσει στην εφορία, αν και δεν, τα εισέπραττε, το ύψος των οποίων για τα έτη 1999, 2000 και 2001 ανέρχεται στο ποσό των 5.120 Ευρώ.

Την υποχρέωση δε καταβολής της πιο πάνω φορολογικής επιβάρυνσης της εναγομένης είχαν αναλάβει οι αδελφοί Α+Βκαι ο ενάγων κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου με προφορική συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού, των αδελφών Α+Β και της τότε πληρεξούσιας της εναγομένης Ε. Ο ίδιος δε (ενάγων) την συμβατική αυτή υποχρέωσή του και δέσμευση επανέλαβε και στο λογιστή της εναγομένης ΣΤ όταν του ζήτησε να υποβάλλει τις εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις για τα μισθώματα των ετών 1999, 2000 και 2001.

Το γεγονός της συμφωνίας ότι η εναγομένη δεν θα βαρύνεται με το φόρο εισοδήματος από τα μισθώματα που έπρεπε να δηλώνει στην εφορία, αν και δεν τα εισέπραττε, επιβεβαιώνει και η πληρεξούσια δικηγόρος της Ε στην από 2.9-9-2003 ένορκη εξέταση της ενώπιον της πταισματοδίκου Αγρινίου Αναστασίας Αδαμοπούλου. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι:

α) στις 17-11-1999 η πληρεξούσια της εναγομένης Ε έλαβε από τον ενάγοντα ως πληρεξούσιο των Α και Β το ποσό των 253.528 δραχμών έναντι του φόρου που αναλογεί στην εναγομένη για τα μισθώματα του έτους 1998 (από 1-5-98 μέχρι 31-12-98). Την απόδοση του ποσού αυτού από την Ε στην εναγομένη να αρνείται η τελευταία (εναγομένη) και β) στις 15-10-2003 οι Α και Β, προκειμένου να επιτύχουν την απόρριψη της έφεσης του μισθωτή Δ κατά της 45/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (δήλωσαν) στην αρμόδια ΔΟΥ Αγρινίου, όλο το ποσό των μισθωμάτων του καταστήματος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-1-2002.

Περαιτέρω η εναγομένη με την από 3-7-2003 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση της προς τον ενάγοντα, την οποία του επέδωσε στις 4-7-2003 (βλ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αγρινίου .....) ζήτησε μεταξύ άλλων από τον ενάγοντα να ορίσει συμβολαιογράφο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και ημεροχρονολογία υπογραφής αυτού καθώς και να προβεί ο ενάγων στις απαραίτητες ενέργειες για την υπογραφή του συμβολαίου εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την προς αυτόν κοινοποίηση.

Ο ενάγων με την από 7-7-2003 εξώδικη απάντηση, πρόσκληση και δήλωση προς την εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει για τη μέχρι τότε μη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου και ότι αντίθετα γιαυτό (μη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου) ευθύνονται όλοι οι πωλητές μεταξύ, των οποίων και η εναγομένη επειδή το υπό μεταβίβαση ακίνητο δεν είναι ελεύθερο παντός βάρους χρέους υποθήκης προσημειώσεως, όπως ρητά δήλωσαν οι πωλητές στο προαναφερόμενο προσύμφωνο.

Επίσης ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη είναι υπερήμερη από τον Ιούνιο του 2003 (προφανώς εννοεί Μάιο 2003) όταν η αδελφή του συμβολαιογράφος Γ επικοινώνησε κατ' εντολή του τηλεφωνικά και της ζήτησε να υπογράψει τις εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, οπότε αυτή (εναγομένη) τον παρέπεμψε, όπως προαναφέρθηκε, στο νέο της πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Νικάκη, με τον οποίο όμως ο ενάγων έκρινε ότι δεν έχει υποχρέωση να επικοινωνήσει.

Τέλος της ζήτησε να προσέλθει στη συμβολαιογράφο Αγρινίου Γ προκειμένου να ενημερωθεί για τα έγγραφα που απαιτούνται για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Πράγματι στις 8-7-2003 προσήλθε στην πιο πάνω συμβολαιογράφο ο αδελφός της εναγομένης Ζ ως πληρεξούσιός της ο οποίος παρέλαβε από την πιο πάνω συμβολαιογράφο χειρόγραφο σημείωμα αυτής με τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, που, μεταξύ άλλων είναι και πιστοποιητικό της ΔΟΥ Αγρινίου ότι δηλώθηκαν από την εναγομένη τα μισθώματα της τελευταίας διετίας.

Στην συνέχεια με την από 10-7-2003 εξώδικη απάντηση, διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση προς τον ενάγοντα που του κοινοποίησε στις 16-7-2003 (βλ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αγρινίου .....) η εναγομένη αρνήθηκε ότι η μη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου οφείλεται σε υπαιτιότητα της αλλά αντίθετα οφείλεται σε έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του ενάγοντος, εφόσον κάτι τέτοιο εξυπηρετούσε μόνο τα συμφέροντα του ενάγοντος, καθώς και ότι μόνο το ποσοστό συγκυριότητας των αδελφών Α+Β ήταν βεβαρημένο και όχι το 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας της.

Επίσης η εναγομένη αρνήθηκε ότι είχε δώσει εντολή στον ενάγοντα να παραστεί ως πληρεξούσιος της στην κατά του μισθωτή Δ εξωστική δίκη καθώς και ότι η αδελφή του ενάγοντος συμβολαιογράφος Αγρινίου Γ με τηλεφωνική επικοινωνία το Μάϊο του 2003 την όχλησε για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Στην συνέχεια αρνήθηκε την αληθή βούληση του ενάγοντος για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, εφόσον αυτός (ενάγων) ουδέποτε της απέστειλε εξώδικο που να ορίζει συμβολαιογράφο, τόπο και χρόνο υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, επανέλαβε δε την επιθυμία της για κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου.

Στο εν λόγω εξώδικο της ισχυρίσθηκε ότι στην πληρεξούσια της δικηγόρο Ε είχε δώσει εντολή να προβεί στην πώληση του 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας της και ότι η εντολοδόχος αντί να πωλήσει κατήρτισε το πιο πάνω προσύμφωνο χωρίς ποτέ να την ενημερώσει γιαυτό. Ότι μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου εξακολουθεί να είναι επικαρπώτρια του 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και συνεπώς δικαιούται την αντιστοιχούσα στο ποσοστό επικαρπίας της αναλογία του μισθώματος, το οποίο όμως (μίσθωμα) χωρίς εντολή της ο ενάγων εισπράττει από Ι-5-1998, μέχρις ότου ο μισθωτής άρχισε να το παρακαταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων, υπογράφοντας σχετικές αποδείξεις για λογαριασμό της χωρίς να της αποδώσει τα χρηματικά ποσά που εισέπραττε για λογαριασμό της, με αποτέλεσμα αυτή αφού δεν έλαβε τα μισθώματα και ενόψει του ότι δεν είχε ενημερωθεί για την κατάρτιση του προσυμφώνου να μην δηλώσει αυτά (μισθώματα) ως εισοδήματά της στην αρμόδια ΔΟΥ Αγρινίου κατά την υποβολή των φορολογικών της δηλώσεων και να επιβαρύνεται μέχρι τέλους Ιουνίου 2003 για τις εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις το ποσό των 5120 Εύρώ.

Τέλος επανέλαβε την επιθυμία της για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου εφόσον ο ενάγων προηγουμένως καταβάλει το ποσό των 5120 ευρώ στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νικάκη, κατά τα συμφωνηθέντα και όσα αυτός (ενάγων) υποσχέθηκε και στο λογιστή της εναγομένης ΣΤ. Με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε περιέλθει σε υπερημερία ως προς την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ούτε ότι η μη υπογραφή αυτού οφείλεται σε υπαιτιότητα της κατ' άρθρο 405 § 1 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, εφόσον από την όλη συμπεριφορά της δεν προκύπτει αμέσως η εμμέσως ότι δεν επιθυμεί την κατάρτιση οριστικού συμβολαίου.

Αντίθετα ο ενάγων αν και μέχρι τον Ιούνιο 2000 εξόφλησε ολοσχερώς το προς τους αδελφούς Α+Β τίμημα από 44.500.000 δραχμές δεν ενδιαφέρθηκε μέχρι το Μάϊο του 2003 για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Εξ άλλου όπως προκύπτει από το ..... πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Αγρινίου που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη το ακίνητο μέχρι 30-10-2003 ήταν βεβαρημένο κατά το ποσοστό συγκυριότητας των αδελφών Α+Β με προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας ποσών 8.000.000 και 6.000.000 δραχμών, με υποθήκη υπέρ Τράπεζας Κρήτης ποσού 7000.000 δραχμών και με κατάσχεση ποσού 2.487.534 δραχμών με επίσπευση της Εμπορικής Τράπεζας.

Τα προσκομιζόμενα δε και επικαλούμενα από τον ενάγοντα πιστοποιητικά αφορούν εξαλείψεις άλλων βαρών σε βάρος του ποσοστού συγκυριότητας των αδελφών Α+Β, οι οποίες (εξαλείψεις) έχουν λάβει χώρα, μέχρι τον Οκτώβριο του 2002. Εκτός, όμως, των αμέσως ανωτέρω δεν υφίσταται εν προκειμένω υπερημερία από μέρους της εναγομένης περί την εκτέλεση της κύριας παροχής (κατάρτιση οριστικού συμβολαίου).

Βασική ουσιαστική προϋπόθεση για την επέλευση της νομικής κατάστασης της υπερημερίας με τις από αυτή έννομες συνέπειες, μεταξύ των οποίων και η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας είναι και η δήλη ημέρα εκτελέσεως της παροχής, η οποία μπορεί να προκύπτει με ρητή συμφωνία των διαδίκων ή να συνάγεται από τις περιστάσεις.

Στην προκειμένη, όμως, υπόθεση, ούτε δήλη ημέρα συμφωνήθηκε, ούτε αυτή μπορεί να συναχθεί από τις περιστάσεις, ούτε καν όχληση από το δανειστή -ενάγοντα με συγκεκριμένο περιεχόμενο δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω από τα πιο πάνω αναφερόμενα στα από 3-7-2003 και 10-7-2003 εξώδικα της εναγομένης ο εναγών θεωρεί συκοφαντικούς γι' αυτόν τους ισχυρισμούς της για την είσπραξη από αυτόν της αναλογίας του μισθώματος της επικαρπίας της χωρίς να της την αποδώσει, την εκπροσώπηση της στην πρωτοβάθμια δίκη κατά του μισθωτή Δ από τον ενάγοντα, χωρίς να του έχει δοθεί από την ίδια η προς τούτο εντολή, καθώς και την άρνηση της ότι οχλήθηκε τηλεφωνικά από την συμβολαιογράφο - αδελφή του Γ για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.

Σύμφωνα όμως με όσα παραπάνω αποδείχθηκαν είναι αλήθεια ότι ο ενάγων δεν είχε λάβει εντολή από την εναγομένη να την εκπροσωπήσει στη δίκη κατά του

μισθωτή Δ, γιαυτό μετά την αντίδρασή της δεν την εκπροσώπησε στην κατ' έφεση δίκη. Τα πιο πάνω δεν αναιρούνται από το ότι ο ενάγων μπορούσε να ζητήσει την απόδοση του μισθίου εκπροσωπώντας μόνο τους αδελφούς Α+Β, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών. Ως προς τα ισχυριζόμενα για την είσπραξη από τον ενάγοντα της αναλογίας του μισθώματος της εναγομένης για λογαριασμό αυτής (εναγομένης) χωρίς αυτός να της αποδώσει τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε για λογαριασμό της, αποδείχθηκε, κατά τα παραπάνω ότι η τελευταία (εναγομένη), αγνοούσε τόσο την κατάρτιση του προσυμφώνου όσο και την προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος, των αδελφών Α+Β και της τότε πληρεξούσιας της Ε, να εισπράττει έκτοτε ο ενάγων, ο οποίος ολοσχερώς εξόφλησε το τίμημα της επικαρπίας, την αναλογία του μισθώματος της επικαρπίας της εναγομένης.

Η εναγόμενη, όπως προαναφέρθηκε, μετά την είσπραξη του τιμήματος της επικαρπίας αποξενώθηκε από τη διοίκηση και εκμετάλλευση του ακινήτου (μη φέρουσα και τα αντίστοιχα επί της επικαρπίας φορολογικά βάρη κατά τα συμφωνηθέντα) ωστόσο όμως, εφόσον αυτή (εναγόμενη) παρέμεινε τυπικά επικαρπώτρια του ακινήτου έπρεπε στις αποδείξεις καταβολής του μισθώματος να αναγράφεται ότι η είσπραξη γίνεται για λογαριασμό της, αν και στην πραγματικότητα με βάση τα συμφωνηθέντα δικαιούχος ήταν ο ενάγων.

Στην κρίση του δικαστηρίου ότι η εναγομένη αγνοούσε την αναλήθεια των ισχυριζόμενων από αυτή ως την είσπραξη της αναλογίας του μισθώματος επικαρπία της από τον ενάγοντα συνηγορεί το γεγονός ότι ο ενάγων μετά τη διαμαρτυρία της εναγομένης αρνήθηκε από τον Απρίλιο του 2003 να εισπράττει όχι μόνο την αναλογία του μισθώματος της επικαρπίας της εναγομένης (αλλά και τη αναλογία του μισθώματος των αδελφών Α+Β και έκτοτε ο μισθωτής Δ παρακατέθετε το μίσθωμα υπέρ των εκμισθωτών (εναγομένης και αδελφών Α+Β) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Επίσης η εκ μέρους της εναγομένης άρνηση ότι οχλήθηκε τηλεφωνικά από τη συμβολαιογράφο Γ, για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πιο πάνω όχληση, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε νομική ενέργεια λόγω της αοριστίας της, δεν κρίνεται ότι μπορεί να θεμελιώσει σε βάρος της εναγομένης ποινική ευθύνη εκ των άρθρων 363, 362, 361 ΑΚ, αλλά αποτελεί ισχυρισμό με έννομη συνέπεια στη μεταξύ των διαδίκων αστική διαφορά.

Έτσι με όσα ισχυρίσθηκε η εναγομένη στα από 3-7-2003 και 10-7-2003 εξώδικά της προς τον ενάγοντα δεν στοιχειοθετείται σε βάρος της αφενός αντικειμενική αφετέρου υποκειμενικά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και της απλής δυσφήμησης.

Ειδικότερα αντικειμενικά δεν στοιχειοθετείται διότι είναι αλήθεια ότι η εναγομένη δεν είχε δώσει εντολή στον ενάγοντα να ασκήσει για λογαριασμό της εξωστική αγωγή κατά το μισθωτή Δ, υποκειμενικά δε δεν στοιχειοθετείται διότι δεν γνώριζε από την αρχή την κατάρτιση του προσυμφώνου και την περαιτέρω υποχρέωσή της να δηλώσει τα μισθώματα στην εφορία παρά τη μη είσπραξή τους απ' αυτή.

Επίσης αγνοούσε η εναγομένη ότι είχε συμφωνηθεί από 1-5-1998 να εισπράττει την αναλογία των μισθωμάτων της επικαρπίας της ο ενάγων, συμφωνία, η οποία σε κάθε περίπτωση τελούσε υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια δεν θα βαρύνεται με τις φορολογικές επιβαρύνσεις από τα μισθώματα που έπρεπε να δηλώνει στην εφορία ως επικαρπώτρια μέχρι την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αν και δεν τα εισέπραττε.

Όσα δεν ισχυρίσθηκε στα πιο πάνω εξώδικα δεν τα ανέφερε με πρόθεση να επέλθει βλάβη στην τιμή του ενάγοντος. Με τα προαναφερόμενα εξώδικά της η εναγομένη έθεσε υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη και το περιεχόμενο εντολής σε συνάρτηση με το αναφυέν παραπάνω φορολογικό της βάρος. Εκ του όλου περιεχομένου τους (εξώδικων), προκύπτει ότι η εναγομένη δεν είχε την πρόθεση ούτε την επίγνωση ότι η του πιο πάνω περιεχομένου διαμφισβήτηση εμπεριέχει προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η του πιο πάνω περιεχομένου διαμφισβήτηση των εννόμων σχέσεων είναι σύνηθες φαινόμενο στις καθημερινές κοινωνικές και νομικές σχέσεις και καθεαυτές, χωρίς δε να συνοδεύονται από επιλήψιμους χαρακτηρισμούς δεν εμπεριέχουν κανένα απολύτως ηθικό ψόγο.

Επίσης ας σημειωθεί ότι η εναγομένη προέβη στην κοινοποίηση των πιο πάνω εξωδίκων μετά τη διαπίστωση από αυτή ότι είναι υποχρεωμένη να υποβάλλει εκπρόθεσμες φορολογικές δηλώσεις με φορολογικές κυρώσεις σε βάρος της και οικονομική επιβάρυνση από 5120 Ευρώ και μετά την άρνηση του ενάγοντα να τακτοποιήσει, παρά τα συμφωνηθέντα, την πιο πάνω φορολογική της εκκρεμότητα.

Ούτε από τους διαλαμβανόμενους ισχυρισμούς προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος (αρθρ. 367 § 2 περ. β ΠΚ), εφόσον όσα ισχυρίζεται ήταν αντικειμενικά απολύτως αναγκαία για την απόδοση της σκέψης της δηλαδή την εκ μέρους της αμφισβήτηση της σχέσης εντολής μεταξύ της ίδιας και του ενάγοντος, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει μειωτικούς - εξυβριστικούς για την προσωπικότητα αυτού ισχυρισμούς.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε αφενός υπερημερία της εναγομένης ως προς την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αφετέρου προβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος επειδή όσα ανέφερε η εναγομένη στα από 3-7-2003 και 10-7-2003 εξώδικά της ήταν ψευδή και η εναγομένη γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 3000 Ευρώ για καταπεσούσα ποινική ρήτρα, 3750 Ευρώ για περαιτέρω αποζημίωση και 7000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο καθώς και εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσας Ψ στην από 17-8-2004 έφεσή της.

Αντίθετα αβάσιμα παραπονείται ο εκκαλών Χ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων στην από 21-7-2004 έφεσή του ζητώντας την επιδίκαση σ'αυτόν μεγαλύτερων ποσών για τις προαναφερόμενες αιτίες (ποινική ρήτρα, περαιτέρω αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης)".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και όσα ειδικότερα επισημαίνονται στη με στοιχ. (ΙΙΙ) παράγραφο της παρούσας προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 299, 361, 404, 405, 406 και 914 , 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 362-363 του ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο (κατά το τέταρτο μέρος του) τρίτο (κατά το πέμπτο μέρος του), τέταρτο (κατά το πρώτο μέρος του), πέμπτο (κατά το δεύτερο μέρος του), έβδομο (κατά το πρώτο μέρος του) όγδοο (κατά το τρίτο μέρος του) ένατο (κατά το πρώτο μέρος του) και ενδέκατο (κατά το τρίτο μέρος του) λόγους του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 550 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Εξ άλλου οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ'αυτούς περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης η αντιφατικότητα και ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2006 αίτησή του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμό 96/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, (που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις) την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ