Legislator Case Law & Legislation
173/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and ECHR advisory request due to lack of principled issues regarding access to court and property rights.

Case Number 173/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a first-instance judgment and their request for an advisory opinion to the European Court of Human Rights. The appellants argued violations of access to court and property rights, but the court found these issues already addressed in previous reasoning. Consequently, the court ruled that no principled questions remained for the ECHR to consider under Protocol 16.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; Article 1 of Law 4596/2019; Article 16 of Protocol 16 to the ECHR: The advisory procedure is optional and requires principled issues; if domestic courts have already resolved the ECHR rights at stake, the request is inadmissible.

Keywords

AI generated
advisory opinion ECHR Protocol 16 ECHR access to court property rights principled issues admissibility advisory Civil Code liability

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 1 of Law 4596/2018
Article 16 of Protocol 16 to the ECHR
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 167/2024
Supreme Court 10/2021
Supreme Court 1177/2018
Supreme Court 345/2017
Supreme Court 354/2025
Supreme Court 1536/2023

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 173 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 173 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Ε. - Ε., κατοίκου ... , 2) Γ. Κ. του Α. , κατοίκου ... και 3) Α. Τ. του Σ. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αριστείδη Τσαβδαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Χ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Χριστοφακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08-05-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Παράνομη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράλειψη για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 139/2014).

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.

Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων.

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ` αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).

Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατόν ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΑΚ, δικαιοπραξίες, που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως βασική αρχή και κανόνας του δικαίου των νομικών προσώπων, η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1647/2012).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα τα πρόσωπα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους. β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ.

γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος. Και δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 263/2021).

Ειδικότερα και όσον αφορά την εταιρία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) , από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 61 και 68 ΑΚ, με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 1, 6, 8, 9§1, 16, 17§1 και 18§1 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" (όπως τα άρθρα 6,8 και 9 παρ. 1 ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο), προκύπτει ότι για τις εταιρικές υποχρεώσεις της ΕΠΕ ευθύνεται μόνο η εταιρεία αυτή με την περιουσία της, αλλά και ότι από τη νόμιμη σύστασή της σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μπορεί, με το καταστατικό ή με απόφαση της γενικής συνέλευσής της, να αναθέτει τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την εκπροσώπηση της και σε ένα μόνο πρόσωπο εταίρο της ή μη, αποκαλούμενο διαχειριστή, ο οποίος, με την ιδιότητά του αυτή, την εκπροσωπεί και ενεργεί στο όνομά της κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης, που ανάγεται στο σκοπό της εταιρικής επιχείρησης και συνεπώς, για κάθε αδικοπραξία, που τελεί αυτός κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ` αυτόν καθηκόντων, ευθύνεται έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, εκτός από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, και ο ίδιος εις ολόκληρον με εκείνη (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1647/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 41, 42 και 45 του ιδίου Ν. 3190/1955, όπως ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο

"1. Η μείωσις του εταιρικού κεφαλαίου (της ΕΠΕ) δύναται να γίνη διά τροποποιήσεως της εταιρικής συμβάσεως κατόπιν αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων λαμβανομένης τουλάχιστον διά της εν άρθρω 38 παρ. 1 πλειονοψηφίας. Εν τη αποφάσει αναγράφεται ο σκοπός της μειώσεως το ποσόν αύτης ως και ο τρόπος καθ` ον η μείωσις θα πραγματοποιηθή.

2. Ως μείωσις του εταιρικού κεφαλαίου λογίζεται η κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου καταβολή εις εξερχόμενον ή αποκλειόμενον εταίρον της αξίας της μερίδος συμμετοχής αυτού.

3. Το εταιρικό κεφάλαιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μειωθεί κάτω των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500,00) ευρώ, ούτε τα εταιρικά μερίδια κάτω των τριάντα (30,00) ευρώ." (άρθρο 41),

"1. Η λόγω μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου τροποποίησις της εταιρικής συμβάσεως δύναται να γίνη μόνον μετά πάροδον δύο μηνών από της επιμελεία των διαχειριστών δημοσιεύσεως άπαξ εις το κατά το άρθρον 8 παρ. 3 Δελτίον και δις εις μίαν τουλάχιστον ημερησίαν εφημερίδα εκδιδομένην εν τη έδρα της εταιρείας περιλήψεως της περί μειώσεως του κεφαλαίου αποφάσεως της συνελεύσεως, εφ` όσον εντός της προθεσμίας ταύτης ουδείς των προ της τελευταίας δημοσιεύσεως δανειστών της εταιρείας διατυπώση εγγράφως προς την εταιρείαν τας αντιρρήσεις του.

2. Αιτήσει της εταιρείας δύναται ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας δικάζων να επιτρέψη την μείωσιν του εταιρικού κεφαλαίου παρά τας αντιρήσεις των εν τη προηγουμένη παραγράφω δανειστών εάν κρίνη ότι το κεφάλαιον της εταιρείας είναι επαρκές διά την ικανοποίησιν των αντιλεγόντων δανειστών ή εάν η εταιρεία παρέχη επαρκή ασφάλειαν" (άρθρον 42)

και

"1.Εν περιπτώσει απωλείας του 1/2 του εταιρικού κεφαλαίου οι διαχειρισταί υποχρεούνται να συγκαλέσωσι την συνέλευσιν των εταίρων, ίνα αποφασίση περί της διαλύσεως της εταιρίας ή περί της μειώσεως του εταιρικού κεφαλαίου πάντως κατά ποσοστόν ουχί μικρότερον του εν άρθρω 4 παρ. 1 οριζομένου ελαχίστου κεφαλαίου.

2. Μη συγκληθείσης της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου ή μη ληφθείσης αποφάσεως πας ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήση παρά του δικαστηρίου την διάλυσιν της εταιρίας". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η παράλειψη του διαχειριστή της ΕΠΕ να συγκαλέσει την συνέλευση των εταίρων για να αποφασίσει αυτή περί της διάλυσης της ΕΠΕ ή περί της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου της, στην περίπτωση απώλειας του 1/2 του εταιρικού κεφαλαίου, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και πρόσθετων στοιχείων, δεν αποτελεί παράνομη παράλειψη του διαχειριστή έναντί των δανειστών της ΕΠΕ και συνεπώς, με την συνδρομη και των λοιπών στοιχείων του άρθρου 914 ΑΚ (υπαιτιότητας, ζημίας και αιτιώδους συνάφειας) και αδικοπραξία, αφού ιδίως την μόνη κύρωση που προβλέπει το ανωτέρω άρθρο 45 για την παράλειψη αυτή είναι η δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου, συνεπώς και κάθε δανειστή της εταιρείας, να ζητήσει την διάλυση αυτής.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ` αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία (ΑΠ 138/2022, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022).

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει, όπως προαναφέρθηκε, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 73/2022, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου κατά του αναιρεσιβλήτου την από 5-10-2016 αγωγή τους, στην οποία εκθέτουν τα ακόλουθα:

Ότι είναι επαγγελματίες μουσικοί, οι οποίοι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο, που ενεργούσε με την ιδιότητα του μόνου διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΩΣ ΑΘΗΝΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν κατά την χειμερινή περίοδο 1999-2000 στο κέντρο διασκεδάσεως, με τίτλο "ΑΘΗΝΑ LIVE", που εκμεταλλευόταν η εταιρεία αυτή στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ότι οι συμβάσεις αυτές, που έληγαν στις 30-4-2000, καταγγέλθηκαν από τον εναγόμενο, που ενεργούσε επίσης με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας, πρόωρα και χωρίς σπουδαίο λόγο στις 9-1-2000. Ότι για τις αξιώσεις τους από την πρόωρη και άκυρη αυτή καταγγελία της σύμβασής τους, άσκησε έκαστος τούτων στις 4-4-2000 αγωγή, επί δε των αγωγών αυτών εκδόθηκαν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες η ανωτέρω εταιρεία υποχρεώθηκε να τους καταβάλλει, ως οφειλές της από τις αναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, τα συνολικά ποσά των 10.795, 11.997 και 10.898 ευρώ αντιστοίχως σε έκαστο τούτων, με τον νόμιμο τόκο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι δυνάμει της υπ' αρ. 63/27-7-2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και μετά από την από 30-11-2005 αίτηση του πρώτου ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), η ως άνω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ως ημέρα παύσης πληρωμών η 27η-7-2007. Ότι στην πτωχευτική διαδικασία, που ακολούθησε, ανήγγειλαν τις προαναφερόμενες απαιτήσεις τους, πλέον των αναλογούντων τόκων και της επιδικασθείσας για καθένα τους δικαστικής δαπάνης, ποσού 23.393, 26.587 και 23.084 ευρώ αντιστοίχως έκαστος ενάγων και συνολικού ποσού 78.054 ευρώ, ενώ αναγγέλθηκε και το ΙΚΑ για απαίτησή του ποσού 32.508, 45 ευρώ.

Ότι με την υπ' αρ. 56/31-10-2011 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της εν λόγω πτώχευσης, καθόσον η πτωχεύσασα εταιρεία δεν διέθετε καμία κινητή και ακίνητη περιουσία, και κατόπιν τούτου οι ως άνω απαιτήσεις τους δεν ικανοποιήθηκαν. Ότι ο εναγόμενος από υπαιτιότητά του παρέλειψε την τήρηση της εκ του Ν. 3190/1955 υποχρέωσης, που είχε ως διαχειριστής, να διατηρεί η άνω εταιρεία, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της μέχρι και την 27-7-2009, εταιρική περιουσία αξίας τουλάχιστον ίσης με το καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο, που προέβλεπε το καταστατικό της και το οποίο είχε οριστεί σε 150.000 ευρώ αποτελούμενο από 5.000 εταιρικά μερίδια αξίας 30 ευρώ το καθένα, από τα οποία ο εναγόμενος είχε τα 4.500 εταιρικά μερίδια και τρίτος μη διάδικος τα υπόλοιπα 500 εταιρικά μερίδια.

Ότι, εάν ο εναγόμενος δεν είχε παραβεί αυτή την υποχρέωση του, που ως συνέπεια είχε να μην διαθέτει η εταιρεία καμία περιουσία κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, οι παραπάνω απαιτήσεις τους θα είχαν ικανοποιηθεί, καθόσον το σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεων στην προαναφερθείσα πτωχευτική διαδικασία δεν υπερέβαινε το εταιρικό κεφάλαιο.

Ότι η παράνομη και υπαίτια αυτή παράλειψη του εναγομένου αποτελεί αδικοπραξία, η οποία είχε ως αιτιώδες αποτέλεσμα να ματαιωθεί οριστικά η ικανοποίηση των ανωτέρω αναγγελθεισών απαιτήσεών τους και να υποστεί έκαστος ισόποση ζημία. Ότι λόγω του πολυετούς δικαστικού αγώνα με την πτωχεύσασα εταιρεία, που εκπροσωπούσε ο εναγόμενος και την διάψευση των προσδοκιών τους ότι θα ικανοποηθούν κατά την πτωχευτική διαδικασία, ματαίωση η οποία έγινε λόγω της ανωτέρω αδικοπραξίας του εναγομένου, δοκίμασαν άγχος, ψυχική πίεση και στεναχώρια και συνεπώς υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000 ευρώ έκαστος, η οποία είναι εύλογη, ενόψει της άθλιας οικονομικής κατάστασής τους και της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας του εναγομένου, ο οποίος έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία και συνεχίζει απρόσκοπτα την επιχειρηματική του δραστηριότητα στο χώρο της διασκεδάσεως μέσω των εταιρειών με τις επωνυμίες "...

Ο.Ε." και "... Ο.Ε.", όπως αναφέρεται στην αγωγή. Τέλος, για τους ανωτέρω λόγους ζητούν, όπως παραδεκτά το αίτημα της αγωγής μετατράπηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 33.393 ευρώ, στο δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 36.587 ευρώ και στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 33.084 ευρώ, με τον τόκο επιδικίας, άλλως με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Το ανωτέρω δικαστήριο με την 45/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και επί της έφεσης, που οι άσκησαν αναιρεσείοντες κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με βάση την παραπάνω μείζονα σκέψη η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, διότι αφενός δεν συντρέχουν οι κατ' άρθρο 914 ΑΚ προϋποθέσεις αδικοπραξίας, αφού η παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, που επικαλούνται οι ενάγοντες, ήτοι ότι δεν διατήρησε το εταιρικό κεφάλαιο στο ποσό των 150.000 ευρώ καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της εταιρείας της οποίας ήταν διαχειριστής, δεν συνιστά παραβίαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, δεδομένου ότι η μόνη υποχρέωση του διαχειριστή, που προβλέπεται από τις προαναφερεθείσες διατάξεις για την περίπτωση απώλειας του εταιρικού κεφαλαίου είναι η σύγκληση της συνέλευσης των εταίρων, ώστε να αποφασιστεί είτε η μείωση του κεφαλαίου - η οποία σημειωτέον δεν απαγορεύεται εν γένει- είτε η λύση της εταιρείας.

Ούτε εξάλλου, μπορεί η παράλειψή του αυτή να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, ενώ στην αγωγή δεν αναφέρονται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο εναγόμενος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση για τους ενάγοντες και παρέλειψε να λάβει συγκεκριμένα, ενδεικνυόμενα από τις περιστάσεις μέτρα, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σ' αυτούς, παράλειψη η οποία ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε.

Αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, η φερόμενη ως τελεσθείσα από τον εναγόμενο παράνομη παράλειψη στρέφεται προεχόντως κατά της εταιρίας, που είναι η αμέσως ζημιωθείσα από την απώλεια του εταιρικού κεφαλαίου της, ενώ οι ενάγοντες βλάπτονται αντανακλαστικά από αυτήν και δεν νομιμοποιούνται έτσι να ασκήσουν αγωγή κατά του διαχειριστή ζητώντας προσωπικά να τους καταβληθεί αποζημίωση, παρά μόνο εφόσον η ασκούμενη από αυτούς αγωγή έχει τον χαρακτήρα της ειδικής πλαγιαστικής αγωγής, που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, [στην οποία αναφέρονται και τα ακόλουθα:

Η ως άνω διάταξη (του άρθρου 26 Ν. 3190/1955) , στο μέτρο που αναφέρεται στους εταίρους και στους τρίτους, ρυθμίζει την περίπτωση, κατά την οποία τα άνω πρόσωπα ζημιώνονται εμμέσως από πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία οι εταίροι και οι τρίτοι βλάπτονται αντανακλαστικώς από τη βλάβη, που επέρχεται αμέσως στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας συνεπεία των άνω πράξεων ή παραλείψεων των διαχειριστών.

Δεν εκτείνεται, συνεπώς, η αναφερόμενη διάταξη και στη ρύθμιση της περιπτώσεως, κατά την οποία οι εταίροι και οι τρίτοι από τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών υφίστανται άμεση ή προσωπική ζημία. Το τελευταίο μπορεί να συμβεί, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών προσβάλλονται ιδιαίτερα δικαιώματα των εταίρων ή των τρίτων.

Η αποκατάσταση της τελευταίας αυτής ζημίας χωρεί κατά το κοινό δίκαιο και ειδικότερα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ. Η επισήμανση αυτή οδηγεί στη διάκριση μεταξύ εταιρικής αγωγής, η οποία διώκει αποκατάσταση άμεσης ζημίας της εταιρίας, και ατομικής αγωγής των εταίρων ή των τρίτων, που διώκει αποκατάσταση άμεσης ή προσωπικής τούτων ζημίας.

Συνεπώς, εφόσον η ρύθμιση του άρθρου 26 Ν. 3190/1955 αναφέρεται σε αποκατάσταση ζημίας της εταιρίας (εταιρική αγωγή), φορέας της αξιώσεως προεχόντως είναι η ίδια η εταιρία. Όμως, ο νόμος απονέμει, υπό προϋποθέσεις, προσθέτως τέτοια νομιμοποιητική εξουσία στους κατ' ιδίαν εταίρους και στον τρίτο.

Εν προκειμένω, τα παραπάνω πρόσωπα νομιμοποιούνται ν' αξιώσουν την αποκατάσταση της άμεσης ζημίας της εταιρίας. Πρόκειται δηλαδή, για ειδική περίπτωση πλαγιαστικής αγωγής. Με αφετηρία ότι η εταιρική αγωγή μπορεί να ασκηθεί, εκτός από την ίδια την εταιρία, και από τον εταίρο ή τον τρίτο και ότι με αυτήν πρέπει να διώκεται αποκατάσταση της ζημίας της ίδιας της εταιρίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εταιρική αγωγή που ασκείται από τον εταίρο ή τον τρίτο πρέπει να έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας, που προκαλείται στην εταιρία, και να ζητείται η καταψήφιση του εναγομένου να καταβάλει στην ίδια την εταιρία]".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή δεχόμενο ότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, δεν συντρέχουν οι κατά το άρθρο 914 ΑΚ προϋποθέσεις της αδικοπραξίας και συνεπώς η εκ του άρθρου αυτού ένδικη αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 330, 297, 298, 61, 65 παρ. 1, 67, 68, 71 ΑΚ, 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 6, 18 παρ.1, 41, 42 και 45 Ν. 3190/1955 "Περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης" και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού η επικαλούμενη υπαίτια παράλειψη του αναιρεσιβλήτου, ως διαχειριστή της οφειλέτιδας των αναιρεσειόντων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΩΣ ΑΘΗΝΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", ήτοι ότι δεν διατήρησε το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρείας στο προβλεπόμενο με το δημοσιευμένο νόμιμα καταστατικό της ποσό των 150.000 ευρώ, καθ' όλη τη χρονική διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας και μέχρι την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης στις 27-7-2009, δεν συνιστά παράνομη παράλειψη αυτού έναντι των δανειστών της εταιρείας αναιρεσειόντων και συνεπώς αδικοπραξία έναντι αυτών, γιατί τέτοια υποχρέωση έναντι των δανειστών, η οποία παραλείφθηκε, δεν προκύπτει, ούτε από το άρθρο 45 του Ν. 3190/1955, αφού, όπως προαναφέρθηκε η παράλειψη του διαχειριστή της ΕΠΕ να συγκαλέσει κατά το άρθρο αυτό την συνέλευση των εταίρων για να αποφασίσει αυτή περί της διάλυσης της ΕΠΕ ή περί της μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου της, στην περίπτωση απώλειας του 1/2 του εταιρικού κεφαλαίου, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και πρόσθετων στοιχείων, δεν αποτελεί παράνομη παράλειψη του διαχειριστή έναντί των δανειστών της ΕΠΕ και συνεπώς, με την συνδρομή και των λοιπών στοιχείων του άρθρου 914 ΑΚ (υπαιτιότητας, ζημίας και αιτιώδους συνάφειας) και αδικοπραξία, ενόψει και του ότι την μόνη κύρωση που προβλέπει το ανωτέρω άρθρο 45 για την παράλειψη αυτή είναι η δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου, συνεπώς και κάθε δανειστή της εταιρείας, να ζητήσει την διάλυση αυτής, ούτε από άλλη διάταξη απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, ούτε από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, δηλαδή την συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ούτε από το γενικό πνεύμα του δικαίου, ή από προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, που δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των αναιρεσειόντων, δεν αποτελούν δε τέτοια πρόσθετα περιστατικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του τα αναφερόμενα στην αγωγή ότι:

α) οι δίκες κατά της εταιρείας είχαν μεγάλη διάρκεια, β) ο αναιρεσίβλητος ήταν ο πλειοψηφικός εταίρος αυτής, σε ποσοστό 90%, γ) ότι αυτός και μετά την πτώχευση της εταιρείας διατηρεί μεγάλη οικονομική επιφάνεια και συνεχίζει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, μέσω άλλων εταιρειών, δ) ότι οι ίδιοι βρίσκονται σε άθλια οικονομική κατάσταση, ε) ότι δεν υπάρχουν άλλα ένδικα βοηθήματα για να ικανοποιηθούν και στ) ότι δοκίμασαν άγχος, ψυχική πίεση και στεναχώρια, τα οποία περιστατικά συνδέονται κυρίως με το αίτημα των αναιρεσειόντων για καταβολή σε αυτούς χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της επικαλούμενης στην αγωγή ηθικής βλάβης τους, η επιδίκαση της οποίας όμως προϋποθέτει αδικοπραξία, η οποία δεν υπάρχει στην κρινόμενη περίπτωση, ενώ και η αδυναμία των αναιρεσειόντων να ικανοποιηθούν από την περιουσία της οφειλέτιδάς τους εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, της οποία ο αναιρεσίβλητος ήταν διαχειριστής, δεν αποτελεί από μόνη της, παραβίαση από τον αναιρεσίβλητο του δικαιώματος στην ιδιοκτησία τους, την οποία προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και του ότι , όπως προαναφέρθηκε , σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3190/1955 "Περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης" για τις εταιρικές υποχρεώσεις της ευθύνεται μόνο η εταιρεία διά της περιουσίας της.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο, αν και με ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε την αγωγή, στην μόνη υπάρχουσα σε αυτήν βάση της αδικοπραξίας ως μη νόμιμη, δεν απαίτησε για τη νομική βασιμότητά της περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος και γι' αυτό, αφού συμπληρωθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση μόνο κατά την ελλιπή αιτιολογία της, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως σύνολο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Σύμφωνα με το άρθρο 26 του ανωτέρω Ν. 3190/1955 "1. Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσιν, εφόσον δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρίας, εκάστου των εταίρων και των τρίτων δια παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή δια πταίσματα περί την διαχείρησιν αυτών. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αξίωσις των κατ' ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται ν' ασκηθεί εφόσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας, ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου. Η αξίωσις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι διαχειριστές της ΕΠΕ ευθύνονται σε αποζημίωση, αν δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, απέναντι στην εταιρία, στους εταίρους και στους τρίτους για παραβάσεις του νόμου, του καταστατικού ή για πταίσματα κατά την διαχείριση.

Στην περίπτωση αυτή η συνέλευση των εταίρων μπορεί να αποφασίσει την μη απαλλαγή των υπαιτίων από την ευθύνη ή και την ενάσκηση των αξιώσεων της εταιρίας κατ' αυτών για αποζημίωση με την άσκηση κατ' εκείνων της εταιρικής αγωγής (άρθρο 14 § 2 στοιχ. β' και δ' Ν. 3190/1955). Δύναται όμως η συνέλευση και όταν ο διαχειριστής εζημίωσε υπαιτίως την εταιρία, να τον απαλλάξει από κάθε ευθύνη για αποζημίωση, να παραιτηθεί από τις εναντίον του αξιώσεις ή να αποφασίσει την μη ενάσκηση της εταιρικής αγωγής.

Όταν όμως δεν αποκαθίσταται η ζημία της εταιρικής περιουσίας, τελικώς ζημιώνονται εμμέσως οι εταίροι, αλλά ενδεχομένως και οι εταιρικοί δανειστές, σε περίπτωση κατά την οποίαν η εταιρική περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Ο νόμος 3190/1955 έλαβε υπόψη το συμφέρον των προσώπων αυτών και με τις διατάξεις του άρθρου 26 επεξέτεινε την ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στους εταίρους αλλά και στους τρίτους.

Βεβαίως, η ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στα ως άνω πρόσωπα έχει επικουρικό χαρακτήρα, ενεργοποιείται δηλαδή μόνον εφόσον δεν ασκηθεί η εταιρική αγωγή από την εταιρία. Έτσι, εφόσον η συνέλευση των εταίρων αποφασίσει την μη έγερση κατά των διαχειριστών της εταιρικής αγωγής ή δεν λάβει απόφαση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κάθε εταίρος αλλά και κάθε τρίτος μπορούν να ασκήσουν πλαγιαστικώς την εταιρική αγωγή με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως στην εταιρία, ως μη δικαιούχοι διάδικοι.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποίαν η συνέλευση απάλλαξε από κάθε ευθύνη τους διαχειριστές, οι οποίοι εζημίωσαν υπαιτίως την εταιρία ή παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της εταιρίας για αποζημίωση. Βεβαίως, εάν το επιδικασθησόμενο λόγω ευδοκιμήσεως της πλαγιαστικής αγωγής ποσόν εισέλθει στο εταιρικό ταμείο, είναι ενδεχόμενο, να μην λάβουν τελικώς εμμέσως κανένα ποσόν οι εταίροι ή οι τρίτοι δανειστές, εάν λόγω των χρεών της εταιρίας και της εν γένει περιουσιακής καταστάσεως αυτής δεν απομείνει κάτι για να το εισπράξουν αυτοί (ΑΠ 807/2022, ΑΠ 1141/2018, ΑΠ 1280/2012, ΑΠ 1152/2005, ΑΠ 1731/1991).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, εκτιμώμενους ως σύνολο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να ασκηθεί αποκλειστικά και μόνον ως ειδική (εταιρική) πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 26 του Ν.5960/ 1955 και ακολούθως απορρίπτοντας αυτήν για τον λόγο αυτό κατά την βάση της αδικοπραξίας, επέβαλε περιορισμό που δεν είναι συμβατός με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί ο περιορισμός αυτός δεν υπηρετεί ένα νόμιμο σκοπό και γιατί, σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού και του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος δεν είναι απαραίτητος σε μία δημοκρατική κοινωνία, ούτε και συντρέχει λόγος δημόσιας ωφέλειας και έτσι παραβίασε ευθέως, τόσον την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 26 του Ν.5960/ 1955, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, όσον και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα και τούτο διότι:

α) η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου διαχειριστή της να διατηρεί η οφειλέτιδά τους εταιρεία περιορισμένης ευθύνης σε όλη τη χρονική διάρκεια της λειτουργίας της και στις 27-7-2009 εταιρική περιουσία αξίας τουλάχιστον ίσης προς το αναγραφόμενο στο δημοσιευμένο καταστατικό εταιρικό κεφάλαιό της, έχει τεθεί για την προστασία των συναλλασσομένων με αυτήν τρίτων και όχι για την προστασία της ως άνω εταιρείας, άρα και η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής βλάπτει τους συναλλασσόμενους με αυτήν τρίτους, δηλαδή τους τρεις εργαζόμενους σε αυτήν αναιρεσείοντες και το ΙΚΑ και όχι την εταιρεία, β) η οφειλέτις τους εταιρεία δεν ζημιώθηκε εν προκειμένω ούτε εμμέσως από την ανωτέρω παράλειψη του αναιρεσίβλητου διαχειριστή της, αλλά αντιθέτως ωφελήθηκε, διότι, λόγω της ελλείψεως κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της στις 27-7-2009, απέφυγε την ικανοποίηση των απαιτήσεων των τεσσάρων (4) δανειστών της, που αναγγελθήκαν στην πτώχευση (οι αναιρεσείοντες και το ΙΚΑ), απέφυγε δηλαδή την πληρωμή των εναντίον της απαιτήσεών τους από τις συμβάσεις εργασίας, οι οποίες τους επιδικάστηκαν αμετακλήτως, και γ) ο αναιρεσίβλητος διαχειριστής της, εκμεταλλευόμενος την κήρυξή της εταιρείας σε πτώχευση στις 27-7-2009 και την, από αποκλειστική υπαιτιότητά του, έλλειψη κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της, συνεχίζει να αρνείται από του έτους 2007 μέχρι και σήμερα, δηλαδή επί δέκα επτά (17) χρόνια, να τους πληρώσει έστω και ένα ευρώ από τις αμετακλήτως επιδικασθείσες εργατικές απαιτήσεις τους, από το γεγονός αυτό δε συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι και να ασκούσαν την εταιρική αγωγή του άρθρου 26 του Ν.3190/1955 και να γινόταν αυτή δεκτή, ο αναιρεσίβλητος διαχειριστής της εταιρείας, που θα εισέπραττε την αποζημίωση και πάλι δεν θα τους πλήρωνε.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, προεχόντως γιατί στηρίζονται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή αδικοπραξίας των αναιρεσειόντων γιατί έκρινε ότι αυτή έπρεπε να ασκηθεί "αποκλειστικά και μόνον ως ειδική (εταιρική) πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 26 του Ν.5960/ 1955", με αίτημα την καταβολή της αποζημίωσης στην οφειλέτιδα των αναιρεσειόντων εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας ο αναιρεσίβλητος ήταν διαχειριστής, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά γιατί έκρινε ότι αυτή ήταν μη νόμιμη, επειδή τα εκτιθέμενα σε αυτήν παραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν αδικοπραξία, αλλά σε κάθε περίπτωση και γιατί πλήττουν τις πλεοναστικές αιτιολογίες της απόφασης περί μη εφαρμογής του άρθρου 26 του Ν.5960/ 1955, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες για την αιτιολόγηση ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη στην μοναδική βάση της από την αδικοπραξία του αναιρεσιβλήτου, η οποία και μόνον περιέχεται σε αυτήν, όπως και οι αναιρεσείοντες ουσιαστικά αναφέρουν στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης.

Στο άρθρο 1 του 16ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4596/2019, ορίζονται τα εξής: "1. Τα ανώτατα δικαστήρια ενός Υψηλού Συμβαλλόμενου Κράτους Μέρους, όπως καθορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 10, μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να εκδώσει γνωμοδοτήσεις επί ζητημάτων αρχής που σχετίζονται με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών, που ορίζονται στη Σύμβαση ή στα Πρωτόκολλα αυτής. 2. Το αιτούν δικαστήριο μπορεί να ζητήσει γνωμοδότηση μόνο στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του. 3. Το αιτούν δικαστήριο αιτιολογεί το αίτημά του και παρέχει το σχετικό και πραγματικό πλαίσιο της εκκρεμούς υπόθεσης".

Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ως άνω κυρωτικού νόμου 4596/2019 ορίζονται τα εξής: "Υποβολή αιτήματος γνωμοδότησης. 1 1. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος, το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο ορίζονται ως τα αρμόδια δικαστήρια που μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου, να ζητήσουν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν τους, να εκδώσει γνωμοδοτήσεις επί ζητημάτων αρχής τα οποία σχετίζονται με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών, που ορίζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ν.δ. 53/1974) ή στα Πρωτόκολλα αυτής που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. 2.

Αίτημα γνωμοδότησης μπορεί να υποβληθεί από τα δικαστήρια της παραγράφου 1 είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, σε κάθε στάση της δίκης έως την έκδοση της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, η υποβολή αιτήματος γνωμοδότησης προς το ΕΔΔΑ εναπόκειται στην απόλυτη κρίση των δικαστηρίων αυτών".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με το ως άνω 16ο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) διευρύνεται η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ στο πλαίσιο της προσπάθειας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού επίβλεψης της Σύμβασης αυτής, καθώς και της ενίσχυσης του διαλόγου μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ.

Η γνωμοδοτική αυτή διαδικασία, που θεσπίζεται με σκοπό την ενίσχυση περαιτέρω της αλληλεπίδρασης μεταξύ του ΕΔΔΑ και των εθνικών αρχών και την ενδυνάμωση της εφαρμογής της Σύμβασης, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, έχει προαιρετικό χαρακτήρα. Η υποβολή του αιτήματος εναπόκειται στην απόλυτη κρίση του αιτούντος ανωτάτου δικαστηρίου, πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να αφορά ζητήματα αρχής σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών της ΕΣΔΑ που αναφύονται στο πλαίσιο εκκρεμούς υπόθεσης (ΟλΣτΕ 354/2025, ΟλΣτΕ 1536/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με την αναίρεση τους οι αναιρεσείοντες ζητούν να υποβληθεί αίτημα γνωμοδότησης προς το ΕΔΔΑ, κατ' εφαρμογή του 16ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4596/2019, ως προς τα ζητήματα, που τέθηκαν με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί κρίνεται ότι, ενόψει των γενομένων δεκτών στις προηγούμενες σκέψεις σε σχέση με τις προβαλλόμενες με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης αιτιάσεις περί παραβιάσεως των προστατευόμενων από την ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρωτόκολλο αυτής δικαιωμάτων πρόσβασης σε δικαστήριο και προστασίας της περιουσίας αντιστοίχως, δεν συντρέχει λόγος υποβολής τέτοιου αιτήματος γνωμοδότησης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-2024 αίτηση των 1) Γ. Σ. , 2) Γ. Κ. και 3) Α. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 107/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ