Legislator Case Law & Legislation
173/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to raise debt relief argument in prior appeal.

Case Number 173/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding debt relief for over-indebted individuals. The appellants argued that the lower court incorrectly applied the law, but the Court found this specific legal ground was not raised in the previous appeal to the Court of Appeal. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible under procedural rules requiring arguments to be presented at the first opportunity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 562, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument not raised in the prior appeal is inadmissible, and specific debt relief statutes preclude the award of court costs in such proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to raise argument debt relief law over-indebted individuals court costs waiver procedural default voluntary jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of Law 3869/2010
Article 8 of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 173 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 173/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Φ. του Π. και 2) Π. συζ. Κ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 12-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 48/2021), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 72/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").

Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για την μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 610/2023).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις με αριθ. ...-2021 και ...-2021, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Πρωτοδικείου Τρίπολης Α. Α., που προσκομίζει, με επίκληση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 12-7-2021 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-2-2023, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, σε καθένα των αναιρεσίβλητων.

Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2024) και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 5. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ`του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 17-12-2013, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ` άρθρ. 323 και 340 του ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1852/2024, ΑΠ 624/2024, ΑΠ 690/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 1162/2022).

Περαιτέρω, κατά τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010, όπως προαναφέρθηκε, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.

Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 1851/2024, ΑΠ 810/2023, ΑΠ 59/2021). Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.

Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β` της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι` αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ. με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1851/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1510/2024).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020).

Με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (χάριν συντόμευσης ΤΠΔ), αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν, Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι - αιτούντες την υπαγωγή τους στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, έχουν περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της ληξιπρόθεσμης οφειλής τους προς αυτό, χωρίς δόλο, διότι δήθεν αυτό οφείλεται στη μείωση των εισοδημάτων τους, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκή αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης, χωρίς δόλο, των αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: '' ........

οι αιτούντες είναι σύζυγοι, ο πρώτος έχει γεννηθεί το έτος 1967 και η δεύτερη το έτος 1971 και έχουν δύο τέκνα, τη Θ., ενήλικη, ήδη, κατά την κατάθεση της αίτησης και την Ο., η οποία είναι πλέον φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ο πρώτος των αιτούντων έλαβε από το καθ' ου, στις 17.12.2004, στεγαστικό δάνειο ποσού 118.026 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμόν ...

σύμβασης, με μηνιαία καταβολή δόσεων το ποσό των 651 ευρώ. Κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης αυτής ο πρώτος των αιτούντων- δανειολήπτης, εκχώρησε σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 2214/1994 ποσοστό μέχρι τα 6/10 από το μισθό του ή τη σύνταξή του, το οποίο σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ....2012 υπουργική απόφαση, μειώθηκε στα 3/10.

Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκε ως εγγυήτρια η δεύτερη των αιτούντων. Αυτό είναι και το μοναδικό δάνειο που έχουν λάβει οι αιτούντες, το οποίο και ζήτησαν να ρυθμίσουν με την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010. Μέχρι την κοινοποίηση της κρινόμενης αίτησης στο καθ' ου η οφειλή από το δάνειο αυτό ανερχόταν κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στο ποσό των 100.408,29 ευρώ.

Ο πρώτος των αιτούντων είναι Ιερέας στην Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, ενώ η δεύτερη των αιτούντων ήταν άνεργη κατά το χρόνο έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Ο καθαρός μηνιαίος μισθός του πρώτου αιτούντος ανερχόταν, κατά την κατάθεση της αίτησης, στο ποσό των 921,19 ευρώ και ήταν το μοναδικό τους έσοδο, αφού όπως, ήδη, αναφέρθηκε, η δεύτερη ήταν άνεργη.

Οι αιτούντες έχουν στην συγκυριότητά τους, σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ένα ακίνητο - κατοικία, για την κατασκευή της οποίας έλαβαν το επίδικο δάνειο. Ειδικότερα, πρόκειται για μία μονοκατοικία, συνολικής επιφάνειας 108,00 τετραγωνικών μέτρων, πλέον βοηθητικών χώρων επιφάνειας 108,00 τετραγωνικών μέτρων, χρονολογίας κατασκευής 2004, κτισμένη εντός γεωτεμαχίου επιφανείας 3.000 τ.μ, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, κατά παρέκκλιση, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, εντός της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού Περπαταρίου του Δημοτικού Διαμερίσματος Θάνα του Δήμου Τρίπολης της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας και στην ειδικότερη θέση "Ισκιούς-Γέρο-Βασίλη Γκορτσιά".

Το ακίνητο αυτό έχει περιέλθει κατά τα ως άνω ποσοστά στους αιτούντες δυνάμει του με αριθμ. ...-2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Τριπόλεως Α. Ι. Σ. Η αντικειμενική αξία της ήταν κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης 55.404,00 ευρώ, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου ακίνητης περιουσίας φυσικών προσώπων - Φ.Α.Π.

του έτους 2010. Η μονοκατοικία αυτή χρησιμοποιείται από τους αιτούντες ως κύρια κατοικία τους και η αντικειμενική της αξία δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο με δύο παιδιά για απόκτηση Α' κατοικίας, προσαυξανόμενο κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος. Πέραν του ως άνω ακινήτου, το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που διαθέτουν οι αιτούντες είναι ένα αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MITSUBISHI, τύπου LANCER, 1300 cc, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2000, το οποίο ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του πρώτου εξ αυτών και του οποίου η εμπορική αξία εκτιμάται σε 2.500 ευρώ.

Περαιτέρω, ο πρώτος των αιτούντων αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, τα οποία τον υποχρεώνουν να βρίσκεται υπό συνεχή αγωγή και ψυχιατρική παρακολούθηση, καθώς πάσχει από καταθλιπτική συνδρομή επί εδάφους φλοιώδους ατροφίας, καθώς και Σακχαρώδη Διαβήτη (....). Βελτίωση των εισοδημάτων των αιτούντων, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν αναμένεται σύντομα, συνεκτιμώντας τη γενικότερη οικονομική κατάσταση αλλά και των περιστάσεων που συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων, και δη την ηλικία τους, την έλλειψη εξειδίκευσης και επαγγελματικής καταρτίσεως της δεύτερης εξ αυτών και τα προβλήματα υγείας του πρώτου. Μέχρι τη κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, λόγω της εκχώρησης μέρους του μισθού του πρώτου αιτούντος για την εξόφληση του επίδικου δανείου, παρακρατείτο το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Πλην, όμως, από το έτος 2013 και εντεύθεν και λόγω της ως άνω παρακράτησης, οι αιτούντες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης. Από όλα τα ανωτέρω, προκύπτει ότι οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους και κατά συνέπεια συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να υπαχθούν στις διατάξεις του νόμου 3869/2010.

Περαιτέρω, εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία των αιτούντων, δεν είναι επαρκή για την πλήρη ικανοποίηση του πιστωτή τους, εξασφαλίζοντας παράλληλα και ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, το δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση του μοναδικού χρέους τους προς αυτό με μηνιαίες καταβολές, με τη μορφή της εκχώρησης του μισθού ή της σύνταξης του πρώτου αιτούντος, επί τριετία προς μερική εξόφληση της οφειλής τους, με την επιφύλαξη, όμως, τροποποίησης της παρούσας ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών σε περίπτωση μεταβολής των εισοδημάτων τους (άρθρο 8 παρ. 4 ν. 3869/2010).

Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες διαβιώνουν οι αιτούντες, το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για τη στοιχειώδη κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των τέκνου τους που φοιτά, τα προσκομιζόμενα σχετικά παραστατικά και τα διδάγματα της κοινής πείρας για τον σύγχρονο τρόπο διαβίωσης, οι μηνιαίες ανάγκες για την διαβίωση των αιτούντων, ανέρχονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, στο ποσό των 800,00 ευρώ μηνιαίως.

Όπως, ήδη, αναφέρθηκε η μοναδική οφειλή των αιτούντων (επί της οποίας η αιτούσα ενέχεται ως εγγυήτρια) προς το ΤΠΔ ανέρχεται στο ποσό των 100.408,29 ευρώ. Το προς διάθεση στο καθ' ου - πιστωτή τους ποσό, ανέρχεται και για τους δύο αιτούντες στο ποσό των 150,00 ευρώ μηνιαίως, το οποίο το δικαστήριο εκτιμά ότι οι αιτούντες έχουν την δυνατότητα καταβολής επί μία τριετία.

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τριετίας το Τ.Π.Δ. θα έχει λάβει συνολικά το ποσό των (12X3X150,00 ευρώ=) 5.400,00 ευρώ, το, δε, υπόλοιπο του συνολικού χρέους των αιτούντων μετά τις ως άνω καταβολές, θα ανέρχεται στο ποσό των (100.408,29-5.400,00=) 95.008,29 ευρώ.

Περαιτέρω, ενόψει της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου των αιτούντων, του τύπου και της παλαιότητας του και επειδή χρησιμεύει για τις μετακινήσεις αμφοτέρων των αιτούντων, δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτριών του, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ. ), γι' αυτό και δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ.1 του ν. 3869/2010 εκποίησή του.

Έτσι με βάση, λοιπόν, τη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2, εφόσον μεν τα υπόλοιπα των χρεών των αιτούντων μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρ. 8 παρ. 2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κυριότητας της κατοικίας τους (μαζί με την αποθήκη), ανερχόμενου στο ποσό των (55.404,00 Χ80%=) 44.323,20 ευρώ, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς τους πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών τους αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80% της αντικειμενικής αξίας του δικαιώματος της κυριότητας επί του ακινήτου τους απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης.

Εφόσον, δε, τα υπόλοιπα των χρεών τους ήταν μικρότερα του 80% θα υποχρεώνονται σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού. Έτσι, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας των αιτούντων, για την οποία θα πρέπει αυτοί να καταβάλουν το 80% της αντικειμενικής της αξίας του δικαιώματος της κυριότητας, ήτοι το ποσό των 44.323,20 ευρώ.

Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζα της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Θα ξεκινήσει τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης ο, δε, χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 22 έτη ήτοι σε 264 δόσεις, λαμβανομένων υπόψη, της διάρκειας των στεγαστικών δανείων των αιτούντων, του συνόλου των χρεών τους, της οικονομικής τους δυνατότητας και της ηλικίας τους. Ακολούθως των προδιαληφθέντων υπολογισμών, το υπόλοιπο της απαιτήσεως του ΤΠΔ και δη της απορρέουσας από την υπ' αρίθμ. 1/100199 σύμβαση στεγαστικού δανείου που είναι μάλιστα ασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια στην υπό εξαίρεση κύρια κατοικία των αιτούντων μετά τις καταβολές επί πενταετία αμφοτέρων των αιτούντων, ανέρχεται στο ποσό των (100.408,29 =) 95.008,29 ευρώ υπερβαίνουσα του 80% της αντικειμενικής αξίας του υπό εξαίρεση ακινήτου, ήτοι του ποσού των 44.323,20 ευρώ και άρα θα γίνει, μέχρι το ποσό αυτό, με μηνιαίες καταβολές επί 22 έτη, ήτοι 264 μήνες, που θα αρχίσουν μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, δηλαδή αυτήν της τριετίας από τη δημοσίευση της πρωτόδικης αποφάσεως, ποσού 167,89 ευρώ το μήνα επί διακόσιους εξήντα τέσσερις μήνες (22 χρόνια Χ 12 μήνες Χ 167,89, ευρώ/ μήνα=44.323,20) το οποίο θα καταβάλλουν κατά το ήμισυ έκαστος των αιτούντων.

Ως προς το υπόλοιπο της απαιτήσεως του πιστωτή τους κατά το μέρος που δεν καλύφθηκε και μετά τις τελευταίες καταβολές, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και απαλλάσσονται οι αιτούντες. Η εκκαλουμένη, άρα, δεν έσφαλε που δέχθηκε τα ίδια. Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από το εκκαλούν, κρίνονται κατ' ουσία αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της.......''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 17-5-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 29/2018) έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 136/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ`ουσία βάσιμη την ένδικη, από 17-12-2013 (αριθ. έκθ.

κατάθ. 757/2013), αίτηση των αιτούντων-αναιρεσίβλητων και ακολούθως ρύθμισε το χρέος των αιτούντων και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτών κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων και ήδη αναιρεσίβλητων στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διότι αυτοί, κατά την ανάληψη της (μοναδικής) δανειακής τους υποχρέωσης προς το ΤΠΔ, δεν επιδίωξαν τη περιέλευσή τους σε αδυναμία πληρωμών, αλλά ούτε προέβλεψαν και αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και ότι παρά ταύτα συνέχισαν την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 που εφαρμόστηκε (στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου), την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους των αναιρεσίβλητων της χρηματικής τους οφειλής, αλλά και η ανυπαρξία του (ενδεχόμενου) δόλου τους.

Πιο συγκεκριμένα, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: 1) το ύψος του στεγαστικού δανείου των αιτούντων με το αναιρεσείον ΤΠΔ που συνήφθη στις 17-12-2004, ποσού 118.026 ευρώ και το ύψος του οποίου ανέρχεται (κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης) στο ποσό των 100.408,29, ενώ η κατά μήνα δόση στο ποσό των 651,00 ευρώ, β) το κατά μήνα (καθαρό) εισόδημα του πρώτου των αιτούντων, ως Ιερέα στην Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας, που αποτελεί και το μοναδικό του έσοδο, καθόσον η σύζυγός του είναι άνεργη, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 921,19 ευρώ, γ) την ηλικία των αιτούντων και την οικογενειακή τους κατάσταση, δ) τις κατά μήνα ανάγκες των αιτούντων και της οικογένειάς τους για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 800,00 ευρώ και ε) ότι βελτίωση των εισοδημάτων τους, δεν αναμένεται ενόψει της γενικότερης οικονομικής κατάστασης αλλά και των περιστάσεων που συντρέχουν στο πρόσωπό τους και ειδικότερα την ηλικία τους, την έλλειψη εξειδίκευσης και επαγγελματικής κατάρτισης της δεύτερης από αυτούς και τα προβλήματα υγείας του πρώτου, ενώ αντικειμενικά δεν μπορούσαν να προβλέψουν, ούτε να αποτρέψουν τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθαν.

Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος των αναιρεσίβλητων δανειοληπτών- αιτούντων δολιότητα κατά τη σύναψη της δανειακής τους υποχρέωσης.

Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις ότι δεν εκτίθενται στη προσβαλλόμενη απόφαση: α) τα καθαρά εισοδήματα των αιτούντων κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής τους υποχρέωσης, β) το ακριβές ύψος των εισοδημάτων τους κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής, γ) ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο κατέστη άνεργη η δεύτερη αναιρεσίβλητη, δ) εάν καλύπτονται οι ιατρικές δαπάνες του πρώτου αναιρεσίβλητο από τον ασφαλιστικό τους φορέα και το ακριβές ποσό αυτών, ε) η ηλικία και το έτος σπουδών του ενήλικου τέκνου αυτών, στ) η εξέλιξη των εισοδημάτων τους από το χρόνο δανεισμού μέχρι τη συζήτηση της αίτησης και ζ) η μελλοντική εξέλιξη της ρευστότητας των αναιρεσίβλητων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής τους, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 810/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 64/2017).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς, ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις. Τέλος, οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021).

Κατά τη παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 4549/2018, ΦΕΚ Α'105/14.6.2018 και, σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 68 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης έχει αποπερατώσει τη ρύθμιση των οφειλών του κατά την έναρξη ισχύος του, "η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την αυτοδίκαιη απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο, με αίτηση που κοινοποιείται στους πιστωτές και εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πιστοποίηση της απαλλαγής του από το υπόλοιπο των οφειλών".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη παρούσα ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατ` άρθρ. 741 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε τη πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 96/2020).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεχθέν ότι ".... Ως προς το υπόλοιπο της απαιτήσεως του πιστωτή τους κατά το μέρος που δεν καλύφθηκε και μετά τις τελευταίες καταβολές, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και απαλλάσσονται οι αιτούντες", έσφαλε, διότι μη ορθώς εφάρμοσε τη διαληφθείσα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010 περί της απαλλαγής των αναιρεσίβλητων από τα υπόλοιπα των χρεών τους κατά το χρόνο της υπαγωγής τους στη ρύθμιση των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ενώ η απαλλαγή αυτή χωρεί μόνο κατόπιν υποβολής αίτησης των οφειλετών και μόνο υπό τις προϋποθέσεις του νόμου.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά από το αναιρεσείον ως εκκαλών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από δε τη παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 17-5-2018 έφεσης αυτού κατά της εκκαλούμενης 136/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρίπολης, η οποία είχε προβεί στις ως άνω ρυθμίσεις των καταβολών των αιτούντων, προκύπτει ότι τον παραπάνω ισχυρισμό, δεν τον είχε προτείνει, με το εφετήριο, παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 834/2021), πλέον του ότι είναι και αβάσιμος καθόσον στην ένδικη υπόθεση ισχύει η ως άνω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 64 παρ. 1 του ν. 4549/2018 "αυτοδίκαιη απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους", η οποία ορθώς εφαρμόστηκε από το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο και δεν εφαρμόζεται η προϊσχύσασα διάταξη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον, κατά την οποία "Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους.

Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών". Άλλωστε, με τις ως άνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, προϋποθέτει την ολοσχερή κάλυψη όλων των καταβολών, προκειμένου να απαλλαγούν οι αιτούντες, όπως προβλέπει ο νόμος.

Σε ακολουθία των παραπάνω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 624/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 12-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 48/2021), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 72/2019 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ