Legislator Case Law & Legislation
173/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against bank's default judgment regarding loan contract termination and security adequacy.

Case Number 173/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the bank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment, finding procedural errors in the lower court's reasoning. The bank argued that the borrower's assets were insufficient to cover the debt after contract termination, while the government contended the appeal lacked basis. The court ruled that the lower court failed to verify if the collateral remained sufficient post-default, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case if the lower court fails to examine whether the security remains adequate after the termination of a loan contract due to default.

Keywords

AI generated
loan contract termination security adequacy insufficient collateral appeal remand bankruptcy proceedings default judgment civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 261(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 173 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 173/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Νάνου - Καρολίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον κο Υπουργό των Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική τράπεζα με την από 14-2-2017 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ..., ισχυρίσθηκε ότι την 13-6-2007 σύναψε με τη μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία "...", με έδρα τον ...

του Δήμου ... του Δήμου ..., την αναφερόμενη σύμβαση χρεολυτικού δανείου για τη χορήγηση προς αυτήν δανείου ποσού 3.247.308,12 ευρώ, αποκλειστικά για τη ρύθμιση των οφειλών της προς τις αναφερόμενες Τράπεζες. Ότι το δάνειο καλύπτεται με την εγγύηση του εναγόμενου ..., σε ποσοστό 80%, εγγύηση που παρασχέθηκε στα πλαίσια της 2/27281/0025/8-8-2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και μετά από τα αναφερόμενα έγγραφα - αποφάσεις της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών.

Ότι η σύμβαση δανείου περιείχε τους ειδικότερα αναφερόμενους συμβατικούς όρους και αρχικά είχε συμφωνηθεί η απόδοσή του με συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος έως 31.12.2007, της πρώτης δόσης καταβλητέας την 30-6-2008 και της τελευταίας έως την 31-12-2016, ενώ προβλεπόταν δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης και του τηρούμενου γι' αυτήν λογαριασμού σε περίπτωση μη εξόφλησης από τη δανειζόμενη εταιρεία δύο συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τους αναλογούντες τόκους, οπότε η τελευταία θα καθίστατο υπερήμερη και θα όφειλε στην ενάγουσα (πιστώτρια τράπεζα) και τόκους υπερημερίας.

Ότι στην περίπτωση της καταγγελίας της σύμβασης του δανείου, όλο το ποσό του ανεξόφλητου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, έχοντας το δικαίωμα η ενάγουσα να αξιώσει την εξόφλησή του με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις. Ότι με την από 19-3-2009 πρόσθετη πράξη τροποποιήθηκε το άρθρο 9 της δανειακής σύμβασης, στα πλαίσια της νεότερης Υπουργικής Απόφασης 2/95281/0025/16-1-2009, και ορίσθηκε ότι η εξόφληση του δανείου θα λάβει χώρα σε 10 χρόνια, με περίοδο χάριτος μέχρι την 30-6-2008, και σε 16 συνεχόμενες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβαλλόμενες στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, με την πρώτη από αυτές να είναι καταβλητέα την 30-6-2009 και την τελευταία την 31-122016, ενώ συνέχισαν να ισχύουν όλοι οι λοιποί όροι της σύμβασης και της αρχικής Υπουργικής απόφασης.

Ότι η εγγύηση του ... παρασχέθηκε υπό τους όρους της λήψης της προσωπικής εγγύησης των μελών της εταιρείας και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ίδιας (της ενάγουσας) για ποσό 700.000 ευρώ (20% του κεφαλαίου) και υπέρ του εναγόμενου ... για ποσό 2.700.000 ευρώ (80% του κεφαλαίου), όρος που εκπληρώθηκε εφόσον τα αναφερόμενα μέλη της δανειζόμενης εταιρείας εγγυήθηκαν εγγράφως, ως αυτοφειλέτες, την εκπλήρωση της δανειακής σύμβασης, και παράλληλα παρασχέθηκαν οι αναφερόμενες εμπράγματες ασφάλειες.

Ότι σε εκτέλεση της επίμαχης σύμβασης εκταμιεύθηκε, στις 4-9-2007, και χορηγήθηκε στη δανειζόμενη εταιρεία το ποσό των 3.443.378,56 ευρώ, για την εξυπηρέτηση δε του δανείου τηρήθηκε ο αναφερόμενος δανειακός λογαριασμός. Ότι λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της δανειζόμενης εταιρείας και τη μη καταβολή των οφειλόμενων δόσεων, o ως άνω λογαριασμός του δανείου, στις 17-11-2011, παρουσίαζε καθυστέρηση με χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο το ποσό των 3.699.181189 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τις χρεοπιστώσεις που αναφέρονται αναλυτικά στο ενσωματωμένο στην αγωγή αντίγραφό της κίνησής του μέχρι τον ανωτέρω χρόνο.

Ότι με βάση τις χρεοπιστώσεις αυτές η δανειζόμενη προχώρησε στις εκτιθέμενες καταβολές, μεταξύ των οποίων και η καταβολή, την 30-6-2008 και την 1-7-2008, της οφειλόμενης τότε εξαμηνιαίας χρεολυτικής δόσης, και από την 26-2-2009 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Ότι την 17-11-2011 κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα ρητό συμβατικό όρο περί μη καταβολής δύο συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων, και κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολό του το παραπάνω δάνειο για το οφειλόμενο κατά τον χρόνο αυτό ποσό των 3.699.181,89 ευρώ, μεταφέροντας το ποσό αυτό στον αναφερόμενο λογαριασμό καθυστέρησης.

Ότι την καταγγελία γνωστοποίησε στην αντισυμβαλλόμενη της εταιρεία και στα φυσικά πρόσωπα - εγγυητές - μέλη της στις 25-11-2011 και κατόπιν, με το από 16-7-2013 έγγραφό της προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών, ζήτησε την καταβολή του εγγυημένου από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ποσού.

Ότι το αίτημά της υπέβαλε συνοδευόμενο από έγγραφο ανακεφαλαίωσης ανεξόφλητων υπολοίπων και διαχωρισμού εγγυημένων και μη ποσών, καθώς και από όλα τα αναγκαία έγγραφα για την καταβολή του εγγυημένου τμήματος του οφειλόμενου ποσού της εγγύησης, χωρίς, όμως, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να προβεί στην καταβολή του, οπότε η ίδια ζήτησε, με το αναφερόμενο από 20-5-2016 έγγραφό της, εκ νέου την καταβολή του αιτούμενου ποσού.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη περαιτέρω ότι η δανειζόμενη εταιρεία, αλλά και οι ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες φυσικά πρόσωπα, στερούνται επαρκούς περιουσίας ώστε να επιληφθεί αυτής και να ικανοποιήσει την άνω απαίτησή της, ζήτησε, μετά τον νομότυπο περιορισμό του αιτήματός της, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει το εν τέλει οφειλόμενο ποσό των 2.765.082,80 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε αυτή δεκτή και ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.765.082,80 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την από 29-5-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 231/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η άνω αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε τελικά ως ουσία αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το εναγόμενο ένστασης ελευθέρωσής του, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, η οποία είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστη και την οποία επανέφερε το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τον προβαλλόμενο λόγο (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ο οποίος αφορά μόνο την προβληθείσα από το αναιρεσίβλητο ένσταση ελευθέρωσής του, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, κατά παραδοχή της οποίας απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή.

Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 του Ν. 4549/2018, ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης ... με την εγγύηση του .... Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ανωτέρω νόμου επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει την εγγύηση του ... στα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό πιστωτικά ιδρύματα (όπως ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες κλπ) για την κάλυψη ..., εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που αυτά χορηγούν, μεταξύ άλλων, σε ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ.1, 4 και 5 του αυτού ως άνω νόμου "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.... 3.... 4.

Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, ... - και Αξιών - (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.

Τα αναγκαία, δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. - Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".

Κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, και η ΥΑ 2/27281/0025/8.8.2006, με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Παρέχεται η εγγύηση του ... για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς ..., ...

και ... σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 30.6.2008 και τελευταία την 31.12.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 30.12.2007". Η παράγραφος αυτή, αφού τροποποιήθηκε με την ΥΑ 2/64067/0025/2008, με την οποία ορίστηκε ως χρόνος καταβολής της πρώτης δόσης η 31.12.2008 και της τελευταίας η 31.12.2016, καθώς και ότι οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.6.2008 δεν κεφαλαιοποιούνται και η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, τροποποιήθηκε εκ νέου με την ΥΑ 2/95281/0025/16.1.2009 πάλι ως προς τον χρόνο καταβολής της πρώτης δόσης, ορισθέντος αυτού την 30.6.2009.

Εξάλλου, κατά την ίδια Υ.Α. "Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του ... δεν δύναται να υπερβαίνει το 80% των προς ρύθμιση οφειλών και το 80% του συνόλου των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα συν τα κεφάλαια κίνησης.

Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του .... Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες δόσεις με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικές δόσεις που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση και μέσα ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ` αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 ΦΕΚ 16/τ.Β/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.

Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού".

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του ... διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022).

Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.

Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021).

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.

Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α, 6 της ΥΑ 2/478/0025/4.1.2006), αν δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ` αυτόν.

Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1073/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1130/2015). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1657/2002).

Τέλος, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν αόριστοι και κατά συνέπεια απαράδεκτοι (ΑΠ 574/2018, 803/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον προέβαλε πρωτοδίκως, με τις από 9.6.2017 προτάσεις του, την ένσταση απαλλαγής του εκ του άρθρου 862 ΑΚ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 9/2018 απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος ως αόριστη. Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε το αναιρεσείον, πέραν των άλλων, και για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ότι το τελευταίο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε τη νομίμως προταθείσα ένσταση ελευθέρωσής του κατ' άρθρο 862 ΑΚ.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε το λόγο αυτό ως ορισμένο και νόμιμο και στη συνέχεια και ως ουσία βάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη, με αριθμό 9/2018 οριστική του απόφαση, ... δέχθηκε αυτήν (την αγωγή) ως βάσιμη κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας, ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη, τη νομοτύπως προβληθείσα ένσταση του ...

περί ελευθερώσεώς του κατά το άρθρο 862 του ΑΚ. Την ένσταση αυτή το εναγόμενο πρόβαλε επικαλούμενο ότι από υπαιτιότητά της και δη από αμέλειά της η ενάγουσα τράπεζα, παραβιάζοντας και την απορρέουσα εκ της 2/27281/002518-8-2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που διέπει τη σύμβαση, υποχρέωσή της για επιμελή επιδίωξη της είσπραξης της απαίτησής της από τον πρωτοφειλέτη εντός τριμήνου από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμη η δεύτερη συνεχόμενη μη καταβληθείσα από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία δόση, με την επιμέλεια που θα επιδείκνυε για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της που δεν εξασφαλίζονται με δική του εγγύηση, δεν προχώρησε σε δικαστικές ενέργειες, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής, ή έστω σε εξώδικες ενέργειες, όπως επαναλαμβανόμενες εξώδικες οχλήσεις, και δεν επιδίωξε την ικανοποίηση της απαίτησης έναντι της δανειζόμενης ή των ευθυνόμενων ως αυτοφειλετών εγγυητών - φυσικών προσώπων - μελών της, με την κίνηση σε βάρος τους εκτελεστικής διαδικασίας, χωρίς να αποτελεί καταδίωξη μόνη η καταγγελία της δανειακής σύμβασης στις 17-11-2011 και η κοινοποίησή της, οπότε από δικό της πταίσμα κατέστησε αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησής της από τους υπόχρεους προς τούτο πρωτοφειλέτρια ή συνευθυνόμενους ως πρωτοφειλέτες εγγυητές μέλη της...

Πέραν των ήδη εξετασθέντων και απορριφθέντων λόγων της ένδικης έφεσης, το εκκαλούν ... με τον τέταρτο λόγο του εφετηρίου του, ψέγει την εκκαλουμένη ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 862 ΑΚ, αλλά και κατά πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού απέρριψε, ως αόριστη, την ερειδόμενη στη διάταξη αυτή ένστασή του, επαναλαμβάνοντας προς θεμελίωσή της τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε και πρωτοδίκως.

Ο λόγος αυτός, κατά (το) σκέλος του (που) ψέγει την εκκαλουμένη για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (του άρθρου 862 ΑΚ), είναι ορισμένος και νόμιμος, εφόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αυτή σκέψη, αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης o κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά το εκκαλούν στοιχειοθετούν την αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια...

Περαιτέρω, κατά τα ήδη λεχθέντα στο κεφάλαιο 7 της παρούσας, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρόβαλε νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ένσταση περί ελευθερώσεώς του κατά το άρθρο 862 του ΑΚ. Προς θεμελίωσή της επικαλέστηκε ότι από υπαιτιότητά της και δη από αμέλειά της η ενάγουσα τράπεζα, παραβιάζοντας και την απορρέουσα εκ της 2/27281/0025/8.8.2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών υποχρέωσή της για επιμελή επιδίωξη της είσπραξης της απαίτησής της εντός τριμήνου από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμη η δεύτερη συνεχόμενη μη καταβληθείσα από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία δόση, με την επιμέλεια που θα επιδείκνυε για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της που δεν εξασφαλίζονται με δική του εγγύηση, δεν προχώρησε σε δικαστικές ενέργειες, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής, ή έστω σε εξώδικες ενέργειες, όπως επαναλαμβανόμενες εξώδικες οχλήσεις, και δεν επιδίωξε την ικανοποίηση της απαίτησης έναντι της δανειζόμενης ή των ευθυνόμενων ως αυτοφειλετών εγγυητών - φυσικών προσώπων - μελών της, με την κίνηση σε βάρος τους εκτελεστικής διαδικασίας, χωρίς να αποτελεί καταδίωξη μόνη η καταγγελία της δανειακής σύμβασης στις 17-11-2011, οπότε από δικό της πταίσμα κατέστησε αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησής της από τους υπόχρεους προς τούτο πρωτοφειλέτρια και συνευθυνόμενους ως πρωτοφειλέτες εγγυητές μέλη της.

Η ένσταση αυτή παρίσταται πλήρως ορισμένη, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο 9 μείζονα σκέψη, αφού περιέχει όλα τα απαραίτητα για τη δικονομική της πληρότητα στοιχεία, δοθέντος ότι περιγράφεται αναλυτικά η αμελής συμπεριφορά της ενάγουσας τράπεζας και αναφέρεται, ως αιτιωδώς συνδεόμενη μ' αυτήν συνέπεια, η αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια, αλλά και από τους ευθυνόμενους ως αυτοφειλέτες εγγυητές - μέλη της.

Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ όφειλε να τη θεωρήσει ορισμένη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού 4ου λόγου της έφεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί η ως άνω ένσταση.

Αυτή είναι νόμιμη στηριζόμενη αυτοτελώς στη διάταξη του άρθρου 862 του ΑΚ (και δεν αποτελεί την εκ του άρθρου 11 παρ. 4 του Ν. 2362/1995 ένσταση, αφού αυτή δεν δύναται να θεμελιωθεί στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κατά τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο 9 μείζονα σκέψη)...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και δέχθηκε τον άνω τέταρτο λόγο της έφεσης του αναιρεσίβλητου, με τον οποίο το τελευταίο έψεγε την εκκαλούμενη απόφαση για παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 862 ΑΚ, ως ορισμένο και νόμιμο και στη συνέχεια και ως ουσία βάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου, καθόσον ο λόγος αυτός, υπό το ως άνω περιεχόμενό του, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένος, εφόσον αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης o κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά το εκκαλούν στοιχειοθετούν την αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, σχετιζόμενα με τα επικληθέντα προς θεμελίωση της ένστασης ελευθέρωσης περιστατικά, με βάση τα οποία συνέτρεχαν όλα τα αναγκαία στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του άρθρου 862 ΑΚ.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο του λόγου αυτού εφέσεως να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας του άνω λόγου εφέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της άνω προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης ελευθερώσεως, τα ακόλουθα: "Η πρωτοφειλέτρια δανειολήπτρια εταιρεία που είχε καταβάλλει μόνο τα ποσά που προαναφέρθηκαν και οι καταβολές της σταμάτησαν χρονικά την 26-2-2009, δεν κατέβαλε δύο συνεχόμενες χρεολυτικές δόσεις, αυτή της 30 Ιουνίου 2009 και αυτή της 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, όπως και όλες τις επόμενες, καθιστάμενη υπερήμερη περί την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Επιπρόσθετα, ενώ με βάση το άρθρο 10 της δανειακής σύμβασης αλλά και τις προβλέψεις της πολλαπλώς αναφερθείσας 2/27281/0025/8.8.2006 (ΦΕΚ B 1303/13.9.2006) Υπουργικής Απόφασης που διέπει τα χορηγούμενα από τις τράπεζες υπό την εγγύηση του ... δάνεια ..., η ενάγουσα τράπεζα είχε δικαίωμα, ήδη από τον Απρίλιο του 2010, να καταγγείλει τη δανειστική σύμβαση και να καταστήσει το σύνολο του δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αυτή άσκησε εν τέλει το εν λόγω δικαίωμά της μόλις την 17-11-2011, οπότε και μόνο κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου, αφήνοντας αυτήν να λειτουργεί στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και να επιβαρύνεται με τόκους φθάνοντας εν τέλει το χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο στο ποσό των 3.699.181,89 ευρώ, χωρίς να επικαλείται ή να προκύπτει κάποιος λόγος που να δικαιολογεί αυτή τη συμπεριφορά της, εφόσον η πρωτοφειλέτρια είχε ήδη πάψει να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό.

Ενώ, όμως, συνέτρεχαν όλα τα ανωτέρω επιβαρυντικά στοιχεία που οδήγησαν την ενάγουσα τράπεζα σε έστω και καθυστερημένη καταγγελία της δανειστικής σύμβασης κατά τον παραπάνω χρόνο την οποία κοινοποίησε στην πρωτοφειλέτρια και στους ως αυτοφειλέτες ευθυνόμενους εγγυητές - μέλη της στις 25-11-2011, έκτοτε και μέχρι και την άσκηση της αγωγής της τον Μάρτιο του 2017, επί μακρό δηλαδή χρόνο (αλλά και μέχρι και σήμερα αφού δεν επικαλείται οτιδήποτε αντίθετο) δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια για την ικανοποίηση της απαίτησης της έναντι των υπόχρεων προσώπων.

Ειδικότερα, από βαριά αμέλειά της δεν επεδίωξε άμεσα, με την καταγγελία της σύμβασης δανείου, τον εξοπλισμό της απαίτησής της με εκτελεστό τίτλο, όπως π.χ. με διαταγή πληρωμής, όπως ευχερώς μπορούσε να πράξει ήδη μετά την 25-11-2011, έτσι ώστε στη συνέχεια να επιληφθεί με αναγκαστική εκτέλεση επί της ακίνητης περιουσίας της δανειολήπτριας εταιρείας επί της οποίας είχε εγγράψει, κατά τα ήδη αναφερόμενα, προσημείωση υποθήκης, παραβιάζοντας έτσι και την πρόβλεψη της ίδιας ως άνω Υπουργικής απόφασης που ορίζει συγκεκριμένα ότι "Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου", αφού δεν αποδείχθηκε ότι στα δάνεια που είχε χορηγήσει η ενάγουσα το ίδιο διάστημα σε τρίτους χωρίς την εγγύηση του ...

επέδειξε την ίδια αμελή συμπεριφορά προς ικανοποίηση των εξ αυτών απαιτήσεών της. Εξάλλου, την ως άνω αμελή συμπεριφορά της η ενάγουσα τράπεζα επέδειξε παρά το γεγονός ότι ήδη πριν την καταγγελία της δανειστικής σύμβασης είχαν λάβει χώρα τα ακόλουθα: Α) στα πλαίσια νεότερης Υπουργικής Απόφασης, της 2/9852/0025/30.06.2009 (ΦΕΚ Β 1298/2009) "Τροπ.

όρων παροχής εγγύησης Δημοσ. προς τις Τράπεζες για ληξιπρ. οφειλές από δάνεια σε επιχειρ. Ν.... κλπ" του Υφυπουργού Οικονομικών, δόθηκε η δυνατότητα σε επιχειρήσεις, που είχαν λάβει προγενέστερα δάνεια υπό την εγγύηση του ... σε ποσοστό 80%, να ρυθμίσουν τις μέχρι 30.6.2009 εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει των υπ' αριθμ. 2/27281/0025/8.8.2006, 2/64067/0025/1.9.2008 και 2/95281/0025/16.1.2009 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (που διέπουν την ένδικη δανειστική σύμβαση), ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές τους σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλόμενων τόκων από 1.1.2008 έως 30.6.2009, το οποίο θα εξοφλούνταν σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2010 και τελευταία την 31.12.2018, με τις προϋποθέσεις ότι "θα καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο εξαμηνιαία και μέχρι τη λήξη του δανείου από έκαστο δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου κάθε φορά υπολοίπου του δανείου.

Η πρώτη καταβολή γίνεται με την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης", ότι "οι επιχειρήσεις, με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, υποχρεούνται να καταβάλουν το 20% των οφειλόμενων τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009, καθώς και την ανωτέρω προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%. Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 έως 31.12.2009, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 31.12.2009, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 31.12.2009.

Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2010 έως 30.6.2010, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 30.6.2010, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 30.6.2010" και ότι η καταβολή του 20% των τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009 και η καταβολή της προμήθειας ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου θα έπρεπε να λάβουν χώρα πριν την υπογραφή της νέας σύμβασης και δη μέχρι την 30.6.2009.

Για τη δυνατότητα αυτή, με το με αριθμό πρωτ. 2/20581/0025 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, ..., ενημερώθηκε τόσο η ενάγουσα τράπεζα όσο και η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, πλην όμως η τελευταία, όπως η ενάγουσα ομολογεί στην αγωγή της (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν προσήλθε για την υπογραφή της νέας σύμβασης και Β) την ίδια αρνητική συμπεριφορά επέδειξε η πρωτοφειλέτρια, όπως επίσης η ενάγουσα ομολογεί στην αγωγή της (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), και μετά την έκδοση της 2/31728/0025/30-6-2010 (ΦΕΚ B' 986/30.06.2010) Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, για την τροποποίηση των όρων αποπληρωμής των εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο ...

βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς........ ......... δυνάμει, μεταξύ άλλων, και της αριθ. 2/27281/0025Ι8.8.2006 (ΦΕΚ B 1303/13.9.2006) απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (που διέπει την ένδικη σύμβαση δανείου), με την οποία παρεχόταν στους δανειολήπτες η δυνατότητα αναστολής της καταβολής των οφειλομένων δόσεων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2010 έως 31-12-2013, με αντίστοιχη επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας των ...

μέχρι την 31-12-2022 και με την ανυπαρξία εγγύησης του ... για τους κεφαλοποιημένους τόκους μέχρι την 31-10-2010 και για τους συμβατικούς τόκους που θα προέκυπταν στο υπόλοιπο διάστημα της αναστολής. Για τη δυνατότητα αυτή, με το 2/891731002513-6-2011 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, ..., ενημερώθηκε τόσο η ενάγουσα τράπεζα όσο και η πρωτοφειλέτρια εταιρεία, πλην όμως η τελευταία, όπως η ενάγουσα ομολογεί στην αγωγή της (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν προσήλθε για την υπογραφή της νέας σύμβασης.

Η διπλή αυτή άρνηση της πρωτοφειλέτριας να υπαχθεί στις δύο νεότερες ρυθμίσεις, άρνηση που καταγράφεται και στο με αριθμό πρωτ. 100363118 17/14-6-2017 έγγραφο της ενάγουσας (που η ίδια παραδεκτώς προσκομίζει με επίκληση στην παρούσα δίκη), το οποίο απευθύνεται προς την ίδια ως άνω υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών, Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού, Διεύθυνση 25η Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, ...

και Αξιών - Τμήμα Δ' και απέστειλε σε απάντηση του με το με αριθμό πρωτ. 2133918/0025128-4-2017 έγγραφου της εν λόγω υπηρεσίας, οφειλόμενη στο ότι η πρώτη νέα ρύθμιση προέβλεπε την πριν την κατάρτιση του νέου δανείου τις άνω συγκεκριμένες καταβολές και η δεύτερη την επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου και τη μη παροχή της εγγύησης του ...

για τους τόκους του ως άνω διαστήματος αναστολής, θα έπρεπε, σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμπεριφορά που εκδήλωσε (η πρωτοφειλέτρια) στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης δανείου με τη μη καταβολή οποιουδήποτε ποσού ήδη από την 26-2-2009 και την παραβίαση όλων των συμβατικών της υποχρεώσεων, να καταστήσει ιδιαίτερα προσεκτική την ενάγουσα τράπεζα και να την οδηγήσει, πέραν της επιβαλλόμενης άμεσης καταγγελίας του δανείου, στον μετά από αυτήν εξοπλισμό της ληξιπρόθεσμης και απαιτητής απαίτησής της με εκτελεστό τίτλο και στη λήψη άμεσων καταδιωκτικών μέτρων εναντίον της πρωτοφειλέτριας ή των ευθυνόμενων ως αυτοφειλετών εγγυητών - μελών της.

Αντί αυτών όμως η τράπεζα, από βαριά της αμέλεια, αγνόησε όλα τα παραπάνω δυσμενή στοιχεία και το μόνο που έπραξε ήταν η καταγγελία της σύμβασης την 17-11-2011 και η κοινοποίησή της, την 25-11-2011, στην πρωτοφειλέτρια και στους εγγυητές - μέλη της, χωρίς να προβεί έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής της τον Μάρτιο του 2017, επί μακρό επομένως χρόνο που υπερβαίνει και την πενταετία, σε οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια σε βάρος των ανωτέρω υπόχρεων προσώπων και σε οποιαδήποτε ενέργεια καταδίωξής τους με αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία, εφόσον είχε εφοδιασθεί με εκτελεστό τίτλο, ευχερώς θα μπορούσε να προβεί επί των προαναφερόμενων ακινήτων τουλάχιστον της πρωτοφειλέτριας, στα οποία υπήρχε, κατά τα ήδη λεχθέντα, εμπράγματη εξασφάλισή της.

Την ανυπαρξία οποιασδήποτε δικαστικής καταδίωξης για τη διασφάλιση της απαίτησής της ομολογεί η ενάγουσα στο ήδη αναφερθέν με αριθμό πρωτ. 100363118_17/14-6-2017 έγγραφό της. Ειδικότερα, στο έγγραφό της αυτό η ενάγουσα τράπεζα, σε απάντηση σχετικού ερωτήματος της παραπάνω δημόσιας αρχής, ρητά εκθέτει ότι "μετά την αποστολή του αιτήματος κατάπτωσης και μέχρι σήμερα δεν διεξήχθησαν ή εκκρεμούν δίκες αναφορικά με τη διασφάλιση της απαίτησης", καθώς και ότι "δεν έχει εκδοθεί πρόγραμμα πλειστηριασμού για τα ανωτέρω ακίνητα" (ενν.

τα ακίνητα της πρωτοφειλέτριας επί των οποίων αυτή παρείχε εμπράγματη ασφάλεια στην πιστώτρια τράπεζα), παραδοχή που αποτελεί εξώδικη ομολογία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι το εναγόμενο διά του ανωτέρω 2133918/0025/28-4-2017 έγγραφου της παραπάνω δημόσιας υπηρεσίας, δεν αποδέχθηκε το αίτημα κατάπτωσης της εγγύησης που είχε παρασχεθεί για το επίμαχο δάνειο, αλλά στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματος αυτού ζήτησε από την αντίδικό του πρόσθετα στοιχεία, πέρα από όσα αυτή είχε υποβάλλει με το αρχικό, με αριθμό πρωτ. 100365968_13/16-7-2013, έγγραφό της με το οποίο αιτούνταν την κατάπτωση της εγγύησης και την καταβολή του εγγυημένου από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ποσού του δανείου.

Χαρακτηριστικό δε της αμέλειας της ενάγουσας είναι ότι, πλην της παραπάνω καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, ουδέποτε μεταγενέστερα όχλησε ξανά, έστω και εξωδίκως, την πρωτοφειλέτρια εταιρεία ή τους ευθυνόμενους ως αυτοφειλέτες εγγυητές - μέλη της για την οφειλή τους, επιλέγοντας μόνο, μετά την παρέλευση χρόνου υπερβαίνοντος τους 18 μήνες από την καταγγελία, να ζητήσει, την 16-7-2013, την κατάπτωση της εγγύησης του ...

και την καταβολή του εγγυημένου ποσού του δανείου, το οποίο και αυτό εσφαλμένα αρχικώς υπολόγισε στο αιτούμενο διά της αγωγής της ποσό των 2.814.269.72 ευρώ. Η από υπαιτιότητα (βαριά αμέλεια) συμπεριφορά της τράπεζας είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της ήδη από 17-11-2011 ληξιπρόθεσμης και απαιτητής απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τους ευθυνόμενους ως αυτοφειλέτες εγγυητές - μέλη της, όπως και η ίδια ομολογεί στην αγωγή της (άρθρο 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), στο δικόγραφο της οποίας ρητά αναφέρει επί λέξει "η Δανειζόμενη και οι Εγγυητές στερούνται επαρκούς περιουσίας ώστε να επιληφθώ αυτής και να ικανοποιήσω τις παραπάνω απαιτήσεις μου".

Συνακόλουθα των όσων αναφέρθηκαν, η νομοτύπως προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση του εναγόμενου ... περί ελευθερώσεώς του από την ένδικη εγγύηση κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ούσα πλήρως ορισμένη και νόμιμη, αποδεικνύεται βάσιμη και κατ' ουσίαν, οπότε πρέπει, μετά την παραδοχή της, να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της προβληθείσας πρωτοδίκως ένστασης του εναγόμενου ... περί ελευθερώσεώς του από την ένδικη εγγύηση κατά το άρθρο 862 ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών, αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένστασης ελευθερώσεώς του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 862 ΑΚ.

Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος.

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα μετά την έστω και καθυστερημένη καταγγελία της δανειστικής σύμβασης και μέχρι και την άσκηση της αγωγής της τον Μάρτιο του 2017, επί μακρό δηλαδή χρόνο, δεν προέβη σε καμία απολύτως ενέργεια για την ικανοποίηση της απαίτησής της έναντι των υπόχρεων προσώπων και δη από βαριά αμέλειά της δεν επεδίωξε άμεσα, με την καταγγελία της σύμβασης δανείου, τον εξοπλισμό της απαίτησής της με εκτελεστό τίτλο, όπως π.χ.

με διαταγή πληρωμής, έτσι ώστε στη συνέχεια να επιληφθεί με αναγκαστική εκτέλεση επί της ακίνητης περιουσίας της δανειολήπτριας εταιρείας επί της οποίας είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, παραβιάζοντας έτσι και την πρόβλεψη της ως άνω Υπουργικής απόφασης, που επέβαλε να επιδιώξει μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών την είσπραξη του δανείου με την ίδια επιμέλεια που δείχνει και για τα δάνεια που χορηγεί χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, η αμελής δε αυτή συμπεριφορά της είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της ήδη από 17-11-2011 ληξιπρόθεσμης και απαιτητής απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τους ευθυνόμενους ως αυτοφειλέτες εγγυητές - μέλη της.

Ενώ, όμως, αναφέρεται αναλυτικά ότι η ενάγουσα επέδειξε την άνω αμελή συμπεριφορά, δεν αναφέρεται ταυτόχρονα ότι, μετά ταύτα, έγινε η πρωτοφειλέτρια και οι ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες εγγυητές - μέλη της αναξιόχρεοι, ούτως ώστε να συνδέεται αιτιωδώς η αμελής αυτή συμπεριφορά της ενάγουσας με την αδυναμία ικανοποιήσεως της ένδικης αξίωσής της και να πληρούται έτσι το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ.

Δεν αναφέρει δηλαδή το Εφετείο ποια ήταν η περιουσιακή κατάσταση της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των μελών της κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και πάντως πριν την καταγγελία της και ποια ήταν αυτή μετά την καταγγελία και ιδιαίτερα κατά το έτος 2017, οπότε και παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία ενέργεια για είσπραξη της απαίτησής της από τους άνω οφειλέτες, ώστε να διακριβωθεί, αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας και, επίσης, αν πρόκειται για επιγενόμενη αδυναμία της ενάγουσας να ικανοποιηθεί από την περιουσία της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των μελών της.

Και τούτο, ενώ το ίδιο αναφέρει, σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι με το άρθρο 5 της δανειακής σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "Ο δανειζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει στην τράπεζα τις ακόλουθες ασφάλειες α) Υποθήκη υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ποσού ευρώ 1.000,00 Α' τάξης.

β) Προσημείωση υποθήκης υπέρ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ποσού ευρώ 699.000,00 Β' τάξης, επί του παρακάτω ακινήτου της κυριότητάς του, συγκεκριμένα: στο υπ' αριθ. 577 και με ΚΑΕΚ ... κληροτεμάχιο ... του Δήμου ..., έκτασης 25.286 τμ, όπου οι εγκαταστάσεις της εταιρείας (κτήρια και γραφεία συνολικής επιφάνειας 4.434 τμ και ο επ' αυτών εμπεπηγμένος μηχανολογικός εξοπλισμός).

γ) Υποθήκη υπέρ του ..., ποσού ευρώ 2.700.000,00 επί των παρακάτω ακινήτων της κυριότητάς του, συγκεκριμένα: 1) στο υπ' αριθ. 577 και με ΚΑΕΚ ... κληροτεμάχιο ... του Δήμου ..., έκτασης 25.286 τμ, όπου οι εγκαταστάσεις της εταιρείας (κτήρια και γραφεία συνολικής επιφάνειας 4.434 τμ και ο επ' αυτών εμπεπηγμένος μηχανολογικός εξοπλισμός). 2) Στα διαιρετά τμήματα των υπ' αριθ. 1894 και 1895 αγροτεμαχίων, έκτασης 3.248,60 και 8062 τμ, αντίστοιχα, με τα επ' αυτών κτίσματα (ισόγειο βιομηχανοστάσιο 439,6 τμ, Γραφεία Α ορόφου 109,6 τμ και Β' ορόφου 109,6 τμ και συνεχόμενη αποθήκη 337,34 τμ) στη Ν.

Μεσημβρία Θεσσαλονίκης" και ότι "Σημειώνεται ότι πράγματι παρασχέθηκαν από την πρωτοφειλέτρια δανειζόμενη εταιρεία οι παραπάνω εμπράγματες ασφάλειες, αφού στις 31-1-2006 χορηγήθηκε προσημείωση υποθήκης, ποσού 699.000 ευρώ, υπέρ της ενάγουσας τράπεζας στο ανωτέρω υπ' αριθ. 577 και με ΚΑΕΚ ... κληροτεμάχιο, που τράπηκε σε υποθήκη την 4-12-2013, και στις 24-8-2007 χορηγήθηκε υποθήκη υπέρ του Δημοσίου, ποσού 2.700.000 ευρώ επί όλων των ως άνω ακινήτων", χωρίς ταυτόχρονα να αναφέρει αν η υφιστάμενη κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης παραπάνω ακίνητη περιουσία της πρωτοφειλέτριας, επί της οποίας εγγράφηκαν οι άνω εμπράγματες ασφάλειες υπέρ των διαδίκων, εξακολούθησε να υφίσταται και μετά την καταγγελία της δανειακής σύμβασης και, σε καταφατική περίπτωση αν επαρκεί ή όχι για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για επιγενόμενη αδυναμία της τελευταίας να ικανοποιηθεί από την περιουσία της πρωτοφειλέτριας εταιρίας.

Η ανεπάρκεια αυτή δεν αναπληρώνεται με την αναφορά ότι η από υπαιτιότητα συμπεριφορά της ενάγουσας είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τους ευθυνόμενους ως αυτοφειλέτες εγγυητές - μέλη της, λόγω του ότι η δανειζόμενη και οι εγγυητές στερούνται επαρκούς περιουσίας, καθόσον εξ αυτού δεν συνάγεται αν η πρωτοφειλέτρια και οι λοιποί ευθυνόμενοι είχαν επαρκή περιουσία πριν από την καταγγελία της δανειακής σύμβασης και αν η περιουσία αυτή κατέστη ανεπαρκής εκ των υστέρων, αφού, καθόσον μεν αφορά την πρωτοφειλέτρια εταιρία καμία σχετική παραδοχή δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη σχετικά με την τύχη της άνω ακίνητης περιουσίας της, που δέχεται ότι υπήρχε κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και παραχωρήθηκε για την εμπράγματη εξασφάλιση των διαδίκων, καθόσον δε αφορά τους λοιπούς ευθυνόμενους καμία σχετική παραδοχή δεν διαλαμβάνεται για την ύπαρξη η μη περιουσιακών τους στοιχείων τόσο κατά το χρόνο κατάρτισης της δανειακής σύμβασης, όσο και μετά την καταγγελία της σύμβασης αυτής.

Κατά συνέπεια, ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αληθώς από τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 του ΚΠολΔ, με το οποίο σκέλος καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς το κεφάλαιο της προβληθείσας από το αναιρεσείον ένστασης ελευθέρωσης του κατά το άρθρο 862 του ΑΚ και μόνον.

Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση κατά το άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 231/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Αυγούστου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ