Legislator Case Law & Legislation
173/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring claim due to lack of permanent insolvency and inadmissible arguments.

Case Number 173/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision denying debt restructuring under Law 3869/2010. The lower court found the applicant selectively cited insolvency while prioritizing another debt, rendering the permanent inability to pay requirement unmet. Consequently, the Supreme Court declared the appeal inadmissible and dismissed it entirely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 3869/2010: An appeal for debt restructuring is inadmissible if the applicant fails to demonstrate permanent inability to pay, as selective invocation of insolvency regarding specific debts negates the statutory requirement.

Keywords

AI generated
debt restructuring permanent insolvency inadmissible appeal selective insolvency Law 3869/2010 voluntary jurisdiction permanent inability to pay

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 3869/2010
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 507/2020
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment in voluntary jurisdiction debt case due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 1400/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AP 1379/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
AP 882/2019
Supreme Court dismisses appeal on debt collection, ruling lower court's factual assessment was legally sound.
AP 156/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
AP 1208/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 173 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 173/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ο. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Χαλιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "...") και ήδη "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία/διακριτικό τίτλο "..." με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης ... και διεύθυνση αλληλογραφίας ..., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 9-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 1-10-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2011 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγάρων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8426/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 03-03-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35424/52/18-06-2020) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 8426/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης των εφεσίβλητων στη με αριθμό καταθέσεως 2546/2012 έφεση και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων και ερήμην της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων στη με αριθμό καταθέσεως 2820/2012 έφεση και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.

ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.

ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αριθμ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.

με 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε: Α) στη με αριθμό καταθέσεως 2546/2012 έφεση, ερήμην των εφεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία: 1) "....", 2) "...", 3) "....", 4) " ...", 5) " ..." και 6) "..." και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων (κατόπιν συγχωνεύσεως της τέταρτης και έκτης των άνω εφεσίβλητων) και Β) στη με αριθμό καταθέσεως 2820/2012 έφεση, ερήμην των εφεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία: 1) "....", 2) "...", 3) "....", 4) "..." και 5) "..." και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων (κατόπιν συγχωνεύσεως της τέταρτης και πέμπτης των άνω εφεσίβλητων), οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ.

σελ. 4η και 5η σελίδα αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 10-05-2019 ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρισε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.

Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δικ. ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 590 Ε'/18-01-2021, 1263 Ε'/08-04-2021, 619 Ε'/21-01-2021, 583 Ε'/18-01-2021 και 592 Ε'/18-01-2021, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 03-03-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35424/52/18-06-2020) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (01-10-2021) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα.

Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (01-10-2021), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.

Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 3869/2010 ["Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α 130/03.08.2010)"], όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται αντίστοιχα ότι: "1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που: α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6 του ιδίου Ν.3869/2010 (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 12 Ν.4161/2013 και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 Ν. 4161/2013, ΦΕΚ Α 143/14.6.2013), ορίζεται αντίστοιχα ότι "1.

Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη. 2.

Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από: α. έγγραφα που έχει στη διάθεση του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματα του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους και β. υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α` και β` της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία.

Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α` 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου. Τα υπό α` και β` έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης. 3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κατάθεσης της.

Με την κατάθεση της αίτησης προσδιορίζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο γ` του παρόντος. 5.

Με την υποβολή της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας του όλα τα έγγραφα και στοιχεία της υπόθεσης. 6. Αν δεν συμπεριληφθεί στην κατάσταση της παραγράφου 1 πιστωτής, η απαίτησή του δεν επηρεάζεται από την πορεία της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1".

Με τις ανωτέρω διατάξεις ορίζονται οι προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν, για την υπαγωγή φυσικού προσώπου στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και για τη ρύθμιση των οφειλών του και καθορίζεται, πλην άλλων, το περιεχόμενο της σχετικής αιτήσεως του οφειλέτη ως προς τα στοιχεία του νομίμου, του ορισμένου και του παραδεκτού αυτής.

Η παράλειψη αναφοράς κάποιου πιστωτή στο δικόγραφο της αιτήσεως συνιστά παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, από τις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 3869/2010 σαφώς συνάγεται η βασική αρχή ότι ο νόμος αυτός επιδιώκει τη συλλογική ή καθολική συμμετοχή των πιστωτών στην ανοιγόμενη διαδικασία ρυθμίσεως των χρεών του οφειλέτη.

Με βάση τα ανωτέρω επιβάλλεται από την ratio του νόμου, ο οποίος αποσκοπεί μεν στην προστασία του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, αλλά και στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών, η διαφάνεια της περιουσιακής κατάστασης, (καθήκον ειλικρίνειας έναντι των πιστωτών, αλλά και της ίσης μεταχείρισης αυτών), η οποία υπαγορεύει την υποχρέωση του αιτούντα - οφειλέτη να συμπεριλάβει στην αίτησή του το σύνολο των ληξιπρόθεσμων και μη χρεών του, αλλά και όλους τους πιστωτές του, ώστε να μπορεί κάθε δανειστής να καθορίζει τη στάση του βάσει της συνολικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη του.

Συνεπώς η συλλογική διαδικασία με το γνωστό χαρακτηριστικό της καθολικότητας, σημαίνει ότι η διαδικασία καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, με μόνη εξαίρεση τις οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι εκ των στεγαστικών δανείων απαιτήσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Εφόσον γίνεται δεκτός ο συλλογικός χαρακτήρας της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, καθώς και ότι αυτή διέπεται από το χαρακτηριστικό στοιχείο της καθολικότητας, τούτο σημαίνει ότι η διαδικασία εκτείνεται και καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη, αλλά και όλους τους πιστωτές του, δεδομένου ότι πρόκειται, για μια συνολική διευθέτηση των οφειλών του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, που αποσκοπεί στην ελάφρυνση της θέσης του δανειολήπτη, με την όσο δυνατό δικαιότερη μεταχείριση των δανειστών του (ΑΠ 1031/2015).

Η διατήρηση της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 3869/2010 (που ορίζει ότι η απαίτηση παραληφθέντος πιστωτή δεν επηρεάζεται από την πορεία της διαδικασίας), δεν αποτελεί αξιολογική αντινομία στο σύστημα του Ν. 3869/2010, αλλά καταλλήλως ερμηνευόμενη, τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει λησμονήσει να περιλάβει στο σχέδιο διευθέτησης οφειλή του έναντι κάποιου πιστωτή και γι' αυτό δεν επιδιώκει τη ρύθμισή της, το δε δικαστήριο δεν διαπιστώνει την παράλειψη αυτή και για το λόγο αυτό δεν ρυθμίζει και την απαίτηση αυτή, ούτε διατάσσει την κλήτευση του συγκεκριμένου πιστωτή.

Επιβεβαίωση της ανωτέρω αρχής της καθολικότητας αποτελεί και η διάταξη του τρίτου εδάφιου της παρ.1 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α 143/14-06-2013), με το οποίο ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάζει την κλήτευση του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο".

Με την τελευταία αυτή διάταξη όμως, η οποία είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 801/2019), καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία της ένδικης προστασίας σε περίπτωση κατά την οποία κάποιος πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.

α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009). Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών, ενώ ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 610/2020, ΑΠ 801/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8426/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα, στην περιεχόμενη στην αίτηση αναλυτική κατάσταση πιστωτών και απαιτήσεων αναγράφει ότι το σύνολο των οφειλών της προς τις καθ' ων πιστώτριες ανέρχεται στο ποσό των 359.631,41 ευρώ.

Στην ίδια αίτηση, η αιτούσα συνομολογεί την ύπαρξη της οφειλής της προς το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", η οποία προέρχεται από σύμβαση λήψης στεγαστικού δανείου και ότι αυτή εξακολουθεί να εξυπηρετείται κανονικά.

Συνεπώς, σύμφωνα με τη νομική άποψη που διαλαμβάνεται στις μείζονες σκέψεις της παρούσας και την οποία δέχεται το Δικαστήριο τούτο, εφόσον στην περιεχόμενη στην αίτηση κατάσταση πιστωτών δεν αναγράφονται όλοι οι πιστωτές της αιτούσας, ειδικότερα δεν συμπεριλαμβάνεται η προαναφερόμενη οφειλή της αιτούσας προς το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", η υπό κρίση αίτηση είναι μη νόμιμη και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, επειδή η αδυναμία της πληρωμής αναφέρεται στην έλλειψη χρημάτων για την αποπληρωμή των χρεών γενικά (όλων και όχι μερικών) και δεν νοείται ειδική αδυναμία πληρωμής ενός χρηματικού χρέους και μάλιστα μόνιμης, αν υπάρχει δυνατότητα καταβολής ενός άλλου χρέους, ...... η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και λόγω της μη συνδρομής της προϋπόθεσης της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, διότι, ενώ η αιτούσα επικαλείται αδυναμία πληρωμής κάποιων χρεών, επιλεκτικά εξυπηρετεί άλλο χρέος της, ενώ τέτοια επιλεκτική αδυναμία πληρωμής είναι κατά τα προαναφερόμενα αδιανόητη.

Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε άλλως και δέχθηκε την αίτηση ως ορισμένη, νόμιμη και μετά την εκτίμηση των αποδείξεων ως κατ' ουσίαν βάσιμη, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλουσών στις με στοιχείο Α' και Β' εφέσεις περί νόμω αβασίμου της αίτησης, τον οποίο παραδεκτά πρότειναν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους αντίστοιχα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες εφέσεις ως κατ' ουσίαν βάσιμες, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) και δικαστεί η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις της τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 01/2012 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 10-06-2011 (με αριθμ.

καταθ. 29/2011) αίτηση της αναιρεσείουσας περί ρυθμίσεως των χρεών της και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αίτηση αυτή ως μη νόμιμη. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως συνδυαστικά και με το δεύτερο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αίτησή της περί ρυθμίσεως των χρεών της, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1γ' του Ν. 3869/2010 και 744 και 748 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1α' του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., και τούτο διότι η ίδρυση του εν λόγω αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1α' του ανωτέρου άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέτει, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών διατάξεων, όπως είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, οι ανωτέρω φερόμενες από την αναιρεσείουσα, ως παραβιασθείσες, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διατάξεις.

Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι, κατ' άρθρο 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες ( ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018 ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την περαιτέρω παραδοχή του ότι: "Περαιτέρω, επειδή η αδυναμία της πληρωμής αναφέρεται στην έλλειψη χρημάτων για την αποπληρωμή των χρεών γενικά (όλων και όχι μερικών) και δεν νοείται ειδική αδυναμία πληρωμής ενός χρηματικού χρέους και μάλιστα μόνιμης, αν υπάρχει δυνατότητα καταβολής ενός άλλου χρέους ...... , η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και λόγω της μη συνδρομής της προϋπόθεσης της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, διότι, ενώ η αιτούσα επικαλείται αδυναμία πληρωμής κάποιων χρεών, επιλεκτικά εξυπηρετεί άλλο χρέος της, ενώ τέτοια επιλεκτική αδυναμία πληρωμής είναι κατά τα προαναφερόμενα αδιανόητη", περιέλαβε επάλληλη αιτιολογία απορριπτική της ένδικης αιτήσεως της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής της στο Ν. 3869/2010 και ρυθμίσεως των χρεών της.

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., καθόσον με την ανωτέρω παραδοχή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 1 του Ν. 3869/2010 και απέρριψε την αίτησή της ως μη νόμιμη, διότι έκρινε ότι δεν συνέτρεχε κατά τον κρίσιμο χρόνο καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως, η απαιτούμενη από το νόμο προϋπόθεση της περιελεύσεώς της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.

Εφόσον, όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η πρώτη ανωτέρω αναφερόμενη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντων ως απαραδέκτων των κατ' αυτής ως άνω σχετικών πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων, ο συγκεκριμένος τρίτος αναιρετικός λόγος, που αφορά την αμέσως προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα αναποτελεσματικά (ανεπιτυχώς) με την αναίρεση ανωτέρω πρώτη επάλληλη αιτιολογία.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-03-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35424/52/18-06-2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8426/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ