Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, remands case to keep jurisdiction and rule on merits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the statute of limitations but remanded the case to retain jurisdiction for a final ruling. The plaintiff sought back pay for foreign service allowances, while the State argued certain claims were time-barred. The Court accepted the limitation defense for specific amounts but ordered the State to pay the remainder plus interest.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: When the Supreme Court annuls a decision for reasons other than those listed in paragraphs 1 and 2, it may retain the case and decide it if no further clarification is needed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 173 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 173/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλέξανδρο Σταυράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Φ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2874/1999 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2719/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-7-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1447/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3636/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 25-1-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η απόφαση 3636/2005.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 23-12-1998 και με αριθμό καταθέσεως 5278/1998 αγωγή του εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, αφού περιόρισε με τις προτάσεις το αίτημά του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, κατά κύριο λόγο με βάση τις διατάξεις των νόμων που ρυθμίζουν την υπηρεσία των υπαλλήλων του Δημοσίου στην αλλοδαπή και την αρχή της ίσης μεταχείρισης, για το χρονικό διάστημα από 01/01/1993 έως 31/12/1998:
α) το ποσό των 34.920 δολαρίων ΗΠΑ και 22.566 ECU ή το ισόποσο τους σε δραχμές, ως προσαύξηση λόγω τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, β) το ποσό των 30.000 δολαρίων ΗΠΑ (αρχικά 33.600 δολαρίων ΗΠΑ) και 18.805 ECU ή το ισόποσο τους σε δραχμές, ως προσαύξηση λόγω αναγκών στέγασης επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, γ) 9.400 Κορώνες Δανίας ή το ισόποσο τους σε δραχμές για τη δαπάνη εισιτηρίων από Κοπεγχάγη στην Ελλάδα και δ) 2.808.539 δραχμές, για τον σε ποσοστό 15% παρακρατηθέντα φόρο επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, που είναι αφορολόγητο, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτεθέντα, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ως την εξόφληση. 2.
Με την με αριθμό 2874/1999 απόφασή του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μον. Πρωτ. Αθηνών) δέχτηκε, κατά ένα μέρος την αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο, συνολικά, τα ποσά των 68.520 δολαρίων ΗΠΑ και 41.371 ECU, ως προσαυξήσεις λόγω τέκνων και στέγασης επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, αντίστοιχα, και το ποσό των 9.400 Κορωνών Δανίας, ως αντίτιμο των αεροπορικών εισιτηρίων που κατέβαλε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους ποσό έγινε απαιτητό.
Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10/12/1999 έφεσή του, και ο ενάγων αντέφεση, με τις από 12/02/2001 προτάσεις του. Με την με αριθμό 2719/2001 απόφασή του, το Εφετείο Αθηνών, απέρριψε την αντέφεση, δέχτηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε την υπόθεση, απορρίπτοντας την αγωγή.
Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης ζήτησε ο ενάγων, με την από 03/09/2002 αίτησή του, ενώπιον του Αρείου Πάγου. Με την με αριθμό 1447/2003 απόφασή του, ο Άρειος Πάγος (Β1 Πολιτικό Τμήμα) αναίρεσε εν μέρει την υπ' αριθμόν 2719/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Με την ως άνω απόφασή του, ο Άρειος Πάγος έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή, όσον αφορά την επιδίκαση στον ενάγοντα μόνον των ένδικων προσαυξήσεων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, κατά το χρονικό διάστημα από 06/04/1994 έως 31/12/1998, είναι νόμιμη. Ακολούθως, με την με αριθμό 3636/2005 απόφασή του, το Εφετείο Αθηνών, αφού δέχθηκε εν μέρει την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από 01/01/1996 έως 31/12/1998, το ισάξιο σε ευρώ του συνολικού ποσού των 15.840 δολαρίων ΗΠΑ και των 35.266 ECU, ως προσαυξήσεις λόγω τέκνων και στέγασης επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, με τον νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
3. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, κατ' άρθρο 94 εδ. δ Ν 2362/1995, δέχτηκε, ότι οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-1996, δεν είχαν παραγραφεί με την παραδοχή ότι ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε την 24-12-1998, η διετής παραγραφή των αξιώσεων αυτών αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, που γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους.
4. Στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) ορίζεται ότι : "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν οι σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι' αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια).
Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009, Ολ.
Α.Π. 38/2005). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, η τακτικότητα της καταβολής των κάθε είδους απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.
5. Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α' (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ' αυτό), 5 παρ. 1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ. 1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 9/2017).
6. Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της παραγραφής των ένδικων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου έκρινε ότι οι αξιώσεις αυτές του ενάγοντος δεν είχαν παραγραφεί, δεχόμενη τα αναφερόμενα στην ανωτέρω παρ. υπό στοιχ 3, πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο με το οποίο επιδικάστηκαν στον ενάγοντα οι αγωγικές αξιώσεις για το έτος 1996, συνολικού ύψους 15840 δολ ΗΠΑ, ήτοι
α) από 1-1-1996 έως 31-12-1996 ποσό 8.640 δολλαρίων ΗΠΑ (δηλ επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής Πρέσβεως 6.000 δολλάρια ΗΠΑ Χ 12% = 720 δολλάρια μηνιαίως Χ 12 μήνες), β) από 1-1-1996 έως 31-12-1996 ποσό 7.200 δολλαρίων ΗΠΑ (ήτοι επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής Πρέσβεως 6.000 δολλάρια ΗΠΑ Χ 10% = 600 δολλάρια μηνιαίως Χ 12 μήνες), κατά παραδοχή ως βάσιμου του ως άνω λόγου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δημοσίου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της.
Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι οι ως άνω επιδικασθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 έως 31-12-1996 είναι παραγεγραμμένες. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ως άνω κεφάλαιο, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου που αναφέρεται στο θέμα της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς όλες της τις διατάξεις για το ενιαίο της εκτέλεσης και μετά την αφαίρεση του παραγεγραμμένου ποσού συνολικού ύψους 15840 δολ ΗΠΑ, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, να καταβάλει στον ενάγοντα το αντίστοιχο σε ευρώ του ποσού των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξι (35.266) ΕCU, ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξι (35.266) ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1103 της 17-6-1997, ένα (1) Ecu αντιστοιχεί σε ένα (1) ευρώ.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου στην έκκλητη και την αναιρετική δίκη κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3636/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. Κρατώντας την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 2874/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει κατ'ουσίαν την υπόθεση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
Δέχεται την αγωγή κατά ένα μέρος.
Υποχρεώνει το εναγόμενο, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων διακοσίων εξήντα έξι (35.266) ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Ιουνίου 2019. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ