Legislator Case Law & Legislation
173/2018 AI generated

173/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 173/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

173/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την τελευταία απορρίφθηκε η αντέφεση ως απαράδεκτη με το αναφερόμενο πιο κάτω σκεπτικό, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αφού απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αναφερόμενη κατωτέρω ένσταση που προέβαλε η εναγομένη, και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας συνολικά 14.405,03 ευρώ.

Keywords

AI generated
misappropriation of salary deductions excessive remuneration unemployment benefits overpayment pay policy suspension of benefits tax deferral
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 173 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 173/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Ν. (P. D. του N.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1495/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2754/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/3/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 16.3.2017 αίτηση προσβάλλεται η 2754/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη, αφού έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε η ασκηθείσα αντέφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1495/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η τελευταία, έγινε στη συνέχεια εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 14.405,03 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε από τον εν μέρει ηττηθέντα ενάγοντα-εφεσίβλητο και στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552 , 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων που περιέχονται σ' αυτήν (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται - με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου - για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, 2102/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 20.6.2012 αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη τον προσέλαβε και τον απασχόλησε κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα ως χειριστή εκσκαπτικών μηχανημάτων, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης, επιδόματα εορτών και αδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα εκεί αναλυτικά ποσά και συνολικά 95.002 ευρώ.

Το εν λόγω Πρωτοδικείο με την 1495/2014 απόφασή του απέρριψε τα αιτήματα επιδίκασης αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δέχθηκε κατά λοιπά εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα για τις υπόλοιπες αιτίες συνολικά 16.906,30 ευρώ. Την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση προσέβαλαν η εναγομένη με την από 17.6.2014 έφεση και ο ενάγων με την από 19.6.2014 αντέφεση ,που ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, επί των δικογράφων δε αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη εδώ 2754/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την τελευταία απορρίφθηκε η αντέφεση ως απαράδεκτη με το αναφερόμενο πιο κάτω σκεπτικό, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αφού απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αναφερόμενη κατωτέρω ένσταση που προέβαλε η εναγομένη, και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας συνολικά 14.405,03 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, ως προς την ουσία της υπόθεσης η προσβαλλομένη δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση της τα εξής : "Ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος απασχολήθηκε από την εναγόμενη και νυν εκκαλούσα ως χειριστής εκσκαπτικού μηχανήματος με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, με πενθήμερο σύστημα εργασίας και επί οκτώ ώρες ημερησίως κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: 1) Από 15- 6-2010 έως τέλη Ιουλίου 2010, 2) από 15-9-2010 ...

έως 5-7-2011, οπότε η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας και 3) από 6-2-2012 ....έως 10-2-2012, όπως δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να προβάλλεται ως προς τα ανωτέρω ειδικό παράπονο με την κρινόμενη έφεση της εναγόμενης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι συμφωνηθείσες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 15-9-2010 έως 5-7-2011 ανέρχονταν στο μικτό ποσό των 1.517,90 ευρώ μηνιαίως ...ενώ για το χρονικό διάστημα 6-2-2012 έως 10-2-2012 στο μικτό ποσό των 1.593.63 ευρώ μηνιαίως...

Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων την 24-6-2011 υπέβαλε στην Επιθεώρηση Εργασίας ... αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι του οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές, επίδομα αδείας 2010, 2011, δώρο Πάσχα 2011 και το ήμισυ του δώρο Χριστουγέννων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που έλαβε χώρα την 7-7-2011 ο εκπρόσωπος της εναγόμενης δεσμεύτηκε ότι τα οφειλόμενα θα του καταβληθούν...

Αποδείχθηκε επίσης ότι πράγματι η εναγόμενη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών του επίδικου χρονικού διαστήματος από 15-9- 2010 έως 5-7-2011 και από 6-2-2012 έως 10-2-2012, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω. Ειδικότερα οι αποδοχές αυτές ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 15.194,25 ευρώ (1.517,90 ευρώ χ 9 μήνες και 20 ημέρες = 14.875,50 ευρώ, για το διάστημα 15.9.2010 έως 5.7.2011 συν 63,75 ημερομίσθιο Χ 5 ημέρες = 318,75 ευρώ για το διάστημα από 6-2-2012 έως 10-2-2012).

Επίσης δεν του κατέβαλε το δώρο Πάσχα 2011 ήτοι ποσό 758,95 ευρώ, το επίδομα αδείας 2011 ήτοι ποσό 758,95 ευρώ, την αναλογία δώρου Πάσχα 2012 ήτοι ποσό 34,57 ευρώ, την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2010 ήτοι ποσό 718,58 ευρώ και δώρου Χριστουγέννων 2011 ήτοι ποσό 439,73 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.710,78 ευρώ. Έτσι ο ενάγων συνολικά για τις πιο πάνω αιτίες δικαιούται το ποσό των 17.905,03 (15.194,25 + 2.710,78) ευρώ, πλην όμως η εναγόμενη την 19-7-2011 του κατέβαλε ποσό 3.500 ευρώ, όπως συνομολογεί ο ενάγων με την αγωγή του, αλλά και αποδεικνύεται από την από 19-7-2011 απόδειξη καταβολής κι ως εκ τούτου η η εναγομένη του οφείλει τη διαφορά, ήτοι το ποσό των 14.405,03 Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος κατά το διάστημα 15-9-2010 έως 5-7-2011 ανερχόταν στο ποσό 1.593,63 ευρώ και όχι στο ποσό των 1.517,90 ευρώ, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 16.906,30 ευρώ αντί του ορθού των 14.405,03 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, και ως εκ τούτου τα όσα υποστηρίζει η εναγόμενη με το οικείο σκέλος του πρώτο λόγου έφεσής της πρέπει να γίνουν δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα.

Περαιτέρω η εναγόμενη, προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει με αυτοτελή (2°) λόγο έφεσης, την ένσταση εξοφλήσεως, άλλως παραίτησης, άλλως άφεσης χρέους, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι ο ενάγων με το από 19-7-2001 "ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς-απόδειξη καταβολής ποσού 3.500 ευρώ", έλαβε το πιο πάνω ποσό προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλόμενων δεδουλευμένων, δώρων και επιδομάτων και δήλωσε ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί πλέον έναντι της εναγόμενης.

Ο ισχυρισμός αυτός απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον στο ανωτέρω έγγραφο δεν αναφέρονται οι επιμέρους οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και το ύψος αυτών, καθώς και τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά περίπτωση και για την κάθε αιτία. Παράλληλα η εναγόμενη προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της περί εξοφλήσεως δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, όπως αναλυτικές εξοφλητικές αποδείξεις-εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, από τα οποία να προκύπτουν οι ημέρες και οι ώρες εργασίας του ενάγοντος, αλλά και τα καταβληθέντα σε αυτόν ποσά για τις επίδικες αξιώσεις του.

Σημειωτέον, τέλος, ότι δεν αναγνωρίζεται ρητή ή σιωπηρή παραίτηση του εργαζόμενου από αξιώσεις του που πηγάζουν από διατάξεις δημοσίας τάξεως, όπως είναι αυτές επί των οποίων στηρίζονται οι επίδικες αξιώσεις, είτε με τη μορφή άφεσης χρέους, είτε με τη μορφή του συμβιβασμού. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις πιο πάνω ενστάσεις, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε κι ως εκ τούτου τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου και με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της εναγόμενης είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ύψος των αποδοχών που εδικαιούτο ο ενάγων κατά τα επίδικα διαστήματα, του ποσού που του είχε καταβάλει η εναγομένη - αναιρεσίβλητη έναντι των οφειλόμενων αποδοχών για τα διαστήματα αυτά και της διαφοράς αποδοχών που τελικά δικαιούται και επιδικάστηκε σ' αυτόν.

Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθμός 19, πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη αιτιάται το Δικαστήριο ότι με αντιφατικές αιτιολογίες μείωσε κατά 3.500 ευρώ την απαίτησή του με την αιτιολογία άλλοτε ότι η εναγομένη είχε ήδη καταβάλει το ποσό αυτό και άλλοτε ότι ο μηνιαίος μισθός του κατά το διάστημα από 15.9.2010 έως 5.7.2011 ανερχόταν σε μικρότερο ποσό, και ότι απέρριψε την ένσταση εξόφλησης άλλως παραίτησης άλλως άφεσης χρέους, δεχόμενο τελικά μερική εξόφληση της απαίτησής του κατά το ανωτέρω ποσό των 3.500 ευρώ.

Ειδικότερα, όπως ήδη σημειώθηκε πιο πάνω, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλομένης, κατά τα επίδικα διαστήματα ο μισθός του ενάγοντος ανερχόταν από 15-9-2010 έως 5-7-2011 στο ποσό των 1.517,90 ευρώ μηνιαίως (και όχι στο μεγαλύτερο ποσό των 1.593.63 ευρώ που είχε δεχθεί το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και από 6-2-2012 έως 10-2-2012 στο ποσό των 1.593.63 ευρώ μηνιαίως και έτσι, βάσει των μισθών αυτών, οι οφειλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές διαμορφώθηκαν στο συνολικό ποσό των 17.905,03 ευρώ, το ποσό δε των 3.500 ευρώ, που αφαιρέθηκε και έτσι προέκυψε η διαφορά των 14.405,03 ευρώ, η οποία τελικά επιδικάστηκε, το είχε λάβει πράγματι ο ενάγων πριν από τη άσκηση της αγωγής και το είχε αφαιρέσει από το ποσό που εδικαιούτο (πράγμα που συνομολογείται άλλωστε και με την ένδικη αίτηση αναίρεσης) και ορθά συνεπώς αφαιρέθηκε και από την προσβαλλομένη.

Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης, με την οποία επανέφερε αυτή στο Εφετείο την ένσταση εξόφλησης άλλως παραίτησης άλλως άφεσης χρέους που είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό, η ένσταση αυτή αφορούσε την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος στο σύνολό της και όχι το ανωτέρω ποσό των 3.500 ευρώ, και, συνακόλουθα, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης.

Σε κάθε, άλλωστε περίπτωση, αφού η ανωτέρω ένσταση απορρίφθηκε από την προσβαλλομένη ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς έννομο συμφέρον ο αναιρεσείων - ενάγων παραπονείται κατά της αντίστοιχης παραδοχής της.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται, μεταξύ των άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 388/1997) ή των ενδίκων μέσων (Ολ ΑΠ 33/1990, ΑΠ 212/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ ο εφεσίβλητος μπορεί και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέρχονται αναγκαστικά με αυτά και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο εφετείο αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια.

Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν θεωρούνται οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με εκείνες που προσβλήθηκαν, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των "συνεχόμενων" αυτών κεφαλαίων κρίση του εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1094/2009).

Στην προκειμένη υπόθεση, όπως εκτέθηκε και στην προηγούμενη σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως της εναγομένης, η οποία έπληξε τα κεφάλαια των δεδουλευμένων αποδοχών και των επιδομάτων εορτών και αδείας, ως προς τα οποία η αγωγή είχε γίνει πρωτοδίκως εν μέρει δεκτή, και επί αντεφέσεως του ενάγοντος, η οποία ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης και αναφερόταν μόνο στα κεφάλαια της αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, ως προς τα οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Η αντέφεση ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι τα πληττόμενα με την έφεση ως άνω κεφάλαια δεν ταυτίζονται ούτε συνέχονται αναγκαίως με τα πληττόμενα με την αντέφεση κεφάλαια της αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και της χρηματικής ικανοποίησης, επειδή δε ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης, δεν μπορούσε να ισχύσει ως αυτοτελής έφεση. Επομένως το Εφετείο, το οποίο αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 522 και 523 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ , με την έννοια ότι παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά τις ανωτέρω σκέψεις, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 16.3.2017 αίτηση του Περικλή Ντυλγκέρι για αναίρεση της 2754/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ