173/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 173 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 173/2012
Legislator headnote
AI generated173/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 173 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 173/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 173 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 173/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "Π. και Φ. Τ. και Σια ΟΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24955/2001 μη οριστική, 11216/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 642/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 13-4-2011 έκθεση τού ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δικ. αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δικ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη, σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι η συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9-5-2011 αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 26-9-2011, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Περαιτέρω από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. 15629/4-10-2009 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ..., αποδεικνύεται ότι ο ως άνω αναιρεσείων είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά την δικάσιμο της 9-5-2011 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, συγκεκριμένα δε, είχε επιδοθεί σ' αυτόν ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο. Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες αμφότεροι οι διάδικοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτήν προκύπτει, ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσεως σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ακολουθίας της δικανικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω ελλείψεως η ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών, για ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1231/2004). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 513 ΑΚ, "Με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε", ενώ κατά το άρθρο 416 ΑΚ "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρία (δηλαδή η ήδη αναιρεσίβλητη) ασχολείται από ετών με την εμπορία σιδήρου, μπετόν και οικοδομικών υλικών. Περί το έτος 1995 επιθυμώντας να συνεργαστεί με τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρούσε στην περιοχή της Πολίχνης Θεσσαλονίκης επιχείρηση (μάντρα) εμπορίας ιδίων υλικών (ήτοι σιδήρου, μπετόν και οικοδομικών υλικών), του πρότεινε να παραγγέλνει η ίδια για λογαριασμό του από τα εργοστάσια των εταιριών "ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΑΒΕΕ" και "ΣΙΔΕΝΟΡ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΙΔΗΡΟΥ ΑΕ" τις ποσότητες σιδήρου και μπετόν που εκείνος επιθυμούσε, αναλαμβάνοντας μάλιστα και την ευθύνη της καταβολής του τιμήματος των εκ μέρους του αγορασθέντων εμπορευμάτων, με την ιδιότητα της εγγυήτριας, σε εκτέλεση συμβάσεων εγγυήσεως, που θα κατάρτιζε υπέρ αυτού με τις δύο προαναφερόμενες εταιρίες, ο ίδιος δε (εναγόμενος) να καταβάλει στη συνέχεια προς αυτή την αξία εκάστου τιμολογίου, που θα εκδίδονταν επ' ονόματί του, δίδοντάς της επιπλέον και κάποια προμήθεια, ως αμοιβή για την ανωτέρω διαμεσολάβηση της. Επιπλέον, η ενάγουσα, πρότεινε στον εναγόμενο να του πωλεί απευθείας διάφορα εμπορεύματά της, αυτός δε να εξοφλεί το τίμημα αυτών, είτε κατά την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου πωλήσεως, είτε με πίστωση, που αναλόγως θα συμφωνούσαν. Αποδεχθείς ο εναγόμενος την παραπάνω πρόταση συνεργασίας, άρχισε από τον Απρίλιο του έτους 1995 να προμηθεύεται από τις δύο προαναφερόμενες εταιρίες, (Χαλυβουργία Θεσσαλίας και Σιδενόρ) και με τη διαμεσολάβηση πάντοτε της ενάγουσας, τις ποσότητες σιδήρου και μπετόν που επιθυμούσε, παράλληλα δε, με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως που κατάρτισε με την ενάγουσα, άρχισε να προμηθεύεται και από αυτή διάφορες ποσότητες από τα ίδια ως άνω εμπορεύματα. Η εμπορική αυτή συνεργασία των διαδίκων διήρκεσε λίγους μόνο μήνες και ειδικότερα μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 1995, όλες δε τις μεταξύ τους δοσοληψίες τις καταχωρούσαν, μέσω του λογιστή της επιχειρήσεως τους, σε ξεχωριστές για κάθε είδος συναλλαγής καρτέλες, (άλλη για τις πωλήσεις της Χαλυβουργεία Θεσσαλίας, άλλη για τις πωλήσεις της Σιδενόρ και άλλη για τις πωλήσεις της ενάγουσας), έτσι ώστε και ο ακριβής αριθμός των συμβάσεων να προκύπτει, δια της καταχωρήσεως του εκδιδόμενου για κάθε μία εξ αυτών παραστατικού εγγράφου (τιμολογίου) και το ακριβές ποσό των καταβολών του εναγομένου να εμφαίνεται. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εναγόμενος εξοφλούσε απευθείας στην ενάγουσα, όχι μόνο το τίμημα των μεταξύ τους συναφθεισών συμβάσεων πωλήσεως, αλλά και το τίμημα των εμπορευμάτων, που αυτός αγόραζε με τη διαμεσολάβησή της από τις εταιρίες Χαλυβουργία Θεσσαλίας και Σιδενόρ, καθόσον τούτο καταβάλλονταν προηγουμένως από την ίδια στις παραπάνω πωλήτριες εταιρίες, ενόψει της συμφωνηθείσας εγγυητικής ευθύνης της. Περί το Δεκέμβριο του έτους 1995, οι διάδικοι, επιθυμώντας να ξεκαθαρίσουν το ύψος των μεταξύ τους συναλλαγών, συναντήθηκαν στο γραφείο του εναγομένου, εκεί δε, αφού προέβησαν με τη βοήθεια των λογιστών τους, Ν. Μ. (για την ενάγουσα) και Γ. Κ. (για τον εναγόμενο) σε έλεγχο των καρτελών των δύο επιχειρήσεων, αποφάνθησαν ότι το εισέτι οφειλόμενο από τον εναγόμενο ποσό ανέρχεται σε 57.400.000 δραχμές. Ο εναγόμενος, ο οποίος ήδη από το Μάιο του 1995 είχε αρχίσει τη σταδιακή εξόφληση των εκ μέρους του οφειλομένων προς την ενάγουσα, βεβαιωθείς πλέον για το ποσό της οφειλής του, συνέχισε να καταβάλει προς αυτήν διάφορα Χρηματικά ποσά έως και το Δεκέμβριο του έτους 1996, οπότε και σταμάτησε, επικαλούμενος ότι, σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, επήλθε πλήρης εξόφληση της αντιδίκου του. Η τελευταία ωστόσο, διαπιστώνοντας ότι με βάση τις δικές της καρτέλες υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγομένου, ποσού 16.091.076 δραχμών, προέβη μέσω του νομίμου εκπροσώπου της τηλεφωνική όχληση του, πλην όμως αυτός αρνήθηκε και δεν αναγνώρισε ότι της οφείλει το ποσό, (των 16.091.076 δραχμών) και δη ως υπόλοιπο από τις μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις αγοραπωλησίας, όπως αρνήθηκε και κάθε άλλη καταβολή. Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, από τον Απρίλιο μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 1995, συνήψε είκοσι οκτώ (28) συμβάσεις αγοραπωλησίας σιδήρου και μπετόν με την εταιρία "Χαλυβουργία Θεσσαλίας ΑΒΕΕ", καθώς και τρεις (3) συμβάσεις με την εταιρία "Σιδενόρ Βιομηχανία Κατεργασίας Σιδήρου ΑΕ", με τη διαμεσολάβηση και την εγγύηση της ενάγουσας, ενώ απευθείας με την ίδια κατάρτισε τριάντα πέντε (35) συνολικά συμβάσεις αγοραπωλησίας ομοίων εμπορευμάτων". Αφού δε η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει αναλυτικώς τα τιμολόγια, τις ημερομηνίες, τις ποσότητες των υλικών τα οποία αγόρασε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων τόσο από τις εταιρίες "Χαλυβουργεία Θεσσαλίας" και "Σιδενόρ" με την εγγύηση της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης, όσον και από την ίδια την τελευταία, τις τιμές των υλικών ανά μονάδα βάρους και τις επί μέρους αξίες των υλικών, συνεχίζει "... συνολικά δε η αξία των αγορασθέντων εμπορευμάτων από την ενάγουσα ανήλθε σε 57.428.338 δραχμές. Επομένως η αξία των αγορασθέντων εμπορευμάτων και από τις τρεις πωλήτριες εταιρίες, (Χαλυβουργεία Θεσσαλίας, Σιδενόρ και ενάγουσα), ανήλθε συνολικά σε (86.766.654+ 8.905.071+ 57.428:338 =) 153.100.063 δραχμές. Σημειωτέον ότι από τις παραπάνω συμβάσεις, ο εναγόμενος με τις από 31-1-2001 έγγραφες προτάσεις του, της πρώτης συζητήσεως στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αμφισβήτησε μόνο δέκα τρεις (13), που φέρονται ως καταρτισθείσες με την εταιρία "Χαλυβουργία Θεσσαλίας ΑΒΕΕ", καθώς και τρεις (3) που φέρονται ως καταρτισθείσες απ' ευθείας με την ενάγουσα, ενώ ομολόγησε την κατάρτιση όλων των υπολοίπων, (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ). Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι δεν παρέλαβε τις ποσότητες σιδήρου που αναγράφονται στα υπ' αριθμ. 9291/7-4-1995, 9290/7-4-1995, 9911/23-5-1995, 10467/20-6-1995, 10741/30-6-1995, 10601/26-6-1995, 10906/7-7-1995, 11661/14-8-1995, 11709/17-8-1995, 11937/28-8-1995, 11950/28-8-1995 και 12768/29-9-1995 τιμολόγια της εταιρίας Χαλυβουργία Θεσσαλίας, συνολικού ποσού, κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό, 35.933.922 δραχμών, καθώς και αυτές που αναγράφονται στα τιμολόγια της ενάγουσας εταιρίας, συνολικού ποσού 6.003.392 δραχμών. Ωστόσο, η παραλαβή των εμπορευμάτων, που αναγράφονται στα ... τιμολόγια αποδεικνύεται από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα εκ μέρους της ενάγουσας δελτία αποστολής της παραπάνω πωλήτριας εταιρίας, που φέρουν την υπογραφή και τη σφραγίδα του εναγομένου κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών"..., η δε παραλαβή των αναγραφομένων στα υπόλοιπα τιμολόγια εμπορευμάτων αποδεικνύεται από τη σαφή επί του σημείου τούτου κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και λογιστή αυτής, Ν. Μ. (βλ.φύλλο 5ο της εισηγητικής εκθέσεως), η οποία όχι μόνο δεν αναιρείται, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του μάρτυρος του εναγομένου Η. Κ.. Ειδικότερα, ο τελευταίος, ο οποίος τυγχάνει λογιστής στο επάγγελμα, αφού έλεγξε περί το έτος 2001 και κατ' εντολή του εναγομένου, τα βιβλία και τις καρτέλες της επιχειρήσεως του, διαπίστωσε ότι όλα τα ως άνω αμφισβητούμενα τιμολόγια είχαν καταχωρηθεί σ' αυτά από τον τότε λογιστή του, Γ. Κ., κάτι που δεν θα συνέβαινε εάν ο εναγόμενος προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την αληθή παράδοση των αναγραφομένων σ' αυτά εμπορευμάτων. Εξάλλου, πέραν τούτων και αν ήθελε υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν του παραδόθηκαν τα αναφερόμενα στα ανωτέρω τιμολόγια εμπορεύματα, τούτο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν επηρεάζει το κύρος των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων πωλήσεως και εντεύθεν την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει το αντιστοιχούν σ' αυτές τίμημα, αλλά του παρέχει το δικαίωμα να ασκήσει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη, (ΑΚ 516). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, στο διάστημα από το Μάιο του έτους 1995 έως και το Δεκέμβριο του έτους 1996, κατέβαλε τμηματικά στην ενάγουσα, όπως αυτή συνομολογεί στην αγωγή, έναντι της ανωτέρω οφειλής του των 153.100.063 δραχμών, το συνολικό ποσό των 137.008.987 δραχμών, το οποίο η ενάγουσα καταλόγισε, κατά τη συμφωνία τους, στα αρχαιότερα κατά χρονολογική σειρά χρέη του εναγομένου. Άλλες καταβολές προς την ενάγουσα δεν αποδείχτηκε ότι έλαβαν χώρα, απορριπτόμενης μετά ταύτα ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της περί εξοφλήσεως ένστασης του εναγομένου. Έτσι, απέμεινε υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος, από τις τελευταίες συμβάσεις πωλήσεως που συνήψαν οι διάδικοι, ύψους 16.091.076 δραχμών. Ως κατ' ουσίαν αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση του εναγομένου περί καταρτίσεως με την ενάγουσα συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί καταχώρησης των απαιτήσεων από τις μεταξύ τους συναλλαγές σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να επιδιωχθεί μεμονωμένα η κάθε απαίτηση, αλλά να οφείλεται τελικώς μόνο το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο που τυχόν θα προκύψει". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες α)σχετικά με την σύναψη μεταξύ της αναιρεσίβλητης εταιρίας και του αναιρεσείοντος, πλέον των άλλων συμβάσεων και συμβάσεως πωλήσεως και σχετικά με το υπόλοιπο του τιμήματος των πωληθέντων ειδών, το οποίο ο τελευταίος ώφειλε στην πρώτη και β)σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού (ενστάσεως) του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίον αυτός είχε εξοφλήσει και το συγκεκριμένο υπόλοιπο του τιμήματος και επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρον 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι το επιδικασθέν στην αναιρεσίβλητη ποσόν ωφείλετο σε αυτήν ως υπόλοιπο τιμήματος πωλήσεως και δεν ανεφέρετο στις συμβάσεις εγγυήσεως και αναγνωρίσεως χρέους. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίον η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου σχετικά με τις αναφερόμενες σε αυτό συμβάσεις εγγυήσεως και αναγνωρίσεως χρέους, είναι απορριπτέος ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς.
Επειδή κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Έτσι, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, με τον οποίον ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου υπέπεσε στις πλημμέλειες α)της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, επειδή διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία στην απόρριψη του αιτήματός του για διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και β)της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν έλαβε υπόψη το αίτημα του αναιρεσείοντος για διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, πρέπει (ο λόγος) να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και αυτό διότι, πέραν του γεγονότος ότι το αίτημα περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ "πράγμα", ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι πρόκειται για ζήτημα, το οποίο, για να γίνει αντιληπτό απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αλλά ούτε και σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις και δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα επικαλούμενα (με τις προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο) και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", δεν καταλείπεται δε οιοσδήποτε δισταγμός, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα αποδείξεις καταβολών. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 642/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ