Legislator Case Law & Legislation
173/2009 AI generated

173/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 173/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/2/2005 και 21/3/2005 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2007 αίτησή της και τους από 3/3/2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 27/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

173/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για, σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
redundancy withdrawal of debt enforcement termination of benefits withdrawal leading to termination cessation of gainful employment suspension of bankruptcy proceedings
AI generated
1837/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
456/2013
Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται στο καθένα από αυτά. Για το διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν εμπόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει με άλλον δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του και να αναθέσει σ’ αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου μέσου.
820/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
935/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
1152/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 173 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 173/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "YLIKON A.E. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΜΕΤΑΛΛΟΥ", η οποία εδρεύει στην Μάνδρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος και Διευθ. Σύμβουλος αυτής Ε1 και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Αντώνιο Μαλεβίτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ταταράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/2/2005 και 21/3/2005 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 824/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2007 αίτησή της και τους από 3/3/2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 27/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 του α.ν. 635/1937 και 534 Εμπ.Ν συνάγεται ότι από την πρωία της δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση η διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας αφαιρείται αυτοδικαίως από τον πτωχό και περιέρχεται στον σύνδικο, που έχει πλέον το δικαίωμα να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία αυτή, σύμφωνα με τους όρους του νόμου.

Συνέπεια αυτού είναι ότι κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως οι απευθυντέες προς τον πτωχό δηλώσεις βουλήσεως τρίτων προσώπων, για να έχουν νομική ενέργεια (άρθρο 167 ΑΚ), πρέπει να απευθύνονται στον σύνδικο. Εξάλλου, αν γίνει δεκτή η έφεση που στρέφεται κατ' αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευση, η πτώχευση θεωρείται σαν να μην κηρύχθηκε ποτέ.

Κατ' ανάλογη όμως εφαρμογή του άρθρου 13 παρ.5 του α.ν. 635/1937, που προβλέπει την τύχη των πράξεων που ενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως μέχρι την τελεσιδικία της αποφάσεως που ανακαλεί την πτώχευση, πράξεις του συνδίκου που ενεργήθηκαν μέχρι την τελεσίδικη εξαφάνιση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση καθώς και τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν από τρίτους δεν θίγονται.

Συνακολούθως, με την εξαφάνιση της αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευση συνεπεία ασκήσεως εφέσεως δεν ανατρέπονται τα αποτελέσματα της καταγγελίας της μεταξύ του πτωχού και τρίτου συμβάσεως, που εχώρησε με δήλωση του τρίτου, κατά τη διάρκεια της πτωχεύσεως, για νόμιμο λόγο, αναγόμενο στον προ της πτωχεύσεως χρόνο, και απευθύνθηκε στον σύνδικο.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μεταξά - Χατζάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η εταιρεία με την επωνυμία QUEENSWAY SHIPPING COMPANY LTD, μεταβίβασε κατά κυριότητα στην καθής η ανακοπή το ακίνητό της, που βρίσκεται στη ...

επιφανείας 14.403,30 τμ, με το επ' αυτού βιομηχανοστάσιο, εμβαδού 5.316,42 τ.μ, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 448.962.569 δραχμών. Έναντι του τιμήματος εκδόθηκαν από την καθής η ανακοπή οι ..., ... και ... τραπεζικές επιταγές, της Τράπεζας Κύπρου, σε διαταγή της πωλήτριας, ποσού 1.213.506,28 ευρώ η πρώτη, 84.488,66 ευρώ η δεύτερη και 19.576,79 ευρώ η τρίτη εξ αυτών, οι οποίες παραδόθηκαν στον νόμιμο εκπρόσωπο της πωλήτριας κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου.

Το ακίνητο αυτό η καθής η ανακοπή εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα, δυνάμει της ... συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως της ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε σε 15 έτη, το τελικό ποσό του τιμήματος ορίσθηκε σε 1.462.077,95 ευρώ και το τυπικό μίσθωμα, που ήταν καταβλητέο την 28η ημέρα των μηνών Μαρτίου, Ιουνίου, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου κάθε έτους, συμφωνήθηκε σε 40.736,34 ευρώ.

Ημέρα καταβολής του πρώτου μισθώματος ορίσθηκε η 28.12.2001 και του τελευταίου η 28.9.2016. Με όρο της συμβάσεως ορίσθηκε ότι η σύμβαση θα λύεται αυτοδικαίως σε περίπτωση πτωχεύσεως της μισθώτριας, χωρίς να απαιτείται καταγγελία, ενώ προβλέφθηκε το δικαίωμα της εκμισθωτρίας να καταγγείλει την σύμβαση μεταξύ άλλων περιπτώσεων και σε περίπτωση καθυστερήσεως της πληρωμής του μισθώματος ή οποιασδήποτε γενικά οφειλής, για οποιονδήποτε λόγο πάνω από 30 ημέρες.

Με την 60/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ανακόπτουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως κατόπιν αιτήσεως της Τράπεζας Πειραιώς. Κατά την διάρκεια της πτωχεύσεως, στις 6.2.2004, η καθής η ανακοπή επέδωσε στην προσωρινή σύνδικο της πτωχεύσεως της ανακόπτουσας ... και στους νομίμους εκπροσώπους της ανακόπτουσας Ε1 και Ε2 την από 5.2,2004 δήλωση - καταγγελία, με την οποία γνωστοποίησε στην ανακόπτουσα την αυτοδίκαιη λύση της ενδίκου συμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 1665/1986, από την ημέρα δημοσιεύσεως της αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση, επικουρικά δε κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση λόγω καθυστερήσεως σχετικά με την καταβολή των μισθωμάτων και των τόκων αυτών, καθώς και λόγω της πτωχεύσεως της ανακόπτουσας.

Συγχρόνως κάλεσε την ανακόπτουσα να της αποδώσει το μίσθιο ακίνητο. Με τη 1295/22.2.2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η ασκηθείσα από την ανακόπτουσα έφεση και εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κηρυχθεί η πτώχευση. Στις 24.2.2005 η καθής η ανακοπή επέδωσε στην ανακόπτουσα αντίγραφο εκ του πρώτου εκτελεστού απογράφου με αριθμό ...

του προμνησθέντος ... συμβολαίου χρηματοδοτικής μισθώσεως με την κάτωθι αυτού από 24.2.2005 επιταγή προς απόδοση του μισθίου και καταβολή του ποσού των 374.275,03 ευρώ, για τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα πλέον τόκων και εξόδων. Στις 4.3.2005 αποβλήθηκε η ανακόπτουσα από το επίδικο μίσθιο, συνταχθείσης της ...εκθέσεως αποβολής και εξώσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., και εγκαταστάθηκε σ' αυτό η καθής η ανακοπή.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε τις ασκηθείσες από την αναιρεσείουσα και στηριζόμενες επί ομοίων λόγων ανακοπές, ήτοι την από 1/3/2005 ανακοπή της κατά της επιταγής προς εκτέλεση και την από 21/3/2005 ανακοπή της κατά της εκθέσεως αναγκαστικής εκτελέσεως (αποβολής και εγκαταστάσεως), δεχόμενο, μεταξύ άλλων, αντίθετα με τα υποστηριζόμενα με τους λόγους των ανακοπών, ότι α) (επάλληλος) λόγος της καταγγελίας της συμβάσεως, μη επηρεαζόμενος από την πτώχευση, ήταν η υπερημερία της ανακόπτουσας σχετικά με την καταβολή των μεταγενέστερων του πρώτου μισθωμάτων και β) η καταγγελία που απευθύνθηκε στον σύνδικο της πτωχεύσεως απευθύνθηκε και περιήλθε στο πρόσωπο που κατά νόμο έπρεπε να απευθυνθεί.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 αν. 635/1937 και 534 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, όσον αφορά τα ζητήματα α) της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων της ασκηθείσας καταγγελίας και β) της απευθύνσεως αυτής (καταγγελίας) σε πρόσωπο που κατά νόμο έπρεπε να απευθυνθεί, ενώ εξάλλου είναι σαφές ότι η απορριπτική κρίση της αφορά τους λόγους αμφοτέρων των ενδίκων ανακοπών, οι οποίοι (λόγοι), όπως προαναφέρθηκε, είναι όμοιοι.

Ακολούθως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που συμπληρώνει τον τελευταίο, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Τέλος πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ήτοι την 58/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας και την συνταχθείσα με επιμέλεια της εν λόγω διαδίκου έκθεση ελέγχου και πραγματογνωμοσύνης του ... .

Οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, γιατί δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια οι ισχυρισμοί, το βάσιμο των οποίων θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω έγγραφα, ειδικότερα δε καθόσον αφορά το πρώτο από αυτά δεν προσδιορίζεται ούτε ο τρόπος επικλήσεώς του από την αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.

Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στο Εφετείο, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη έφεση του αναιρεσείοντος, η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε αίτημα της αναιρεσείουσας για την επίδειξη εγγράφων που μπορούσαν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη κρισίμων ζητημάτων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αναφέρεται στην εφαρμογή περιεχομένων στα άρθρα 450 επ. ΚΠολΔ κανόνων, που ρυθμίζουν την επίδειξη εγγράφων κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης, προς τον σκοπό αυτά να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα, ήτοι κανόνων αναγομένων στον τρόπο παροχής της έννομης προστασίας και επομένως κανόνων δικονομικών.

Περαιτέρω ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο, απορρίπτοντας το ίδιο ως άνω αίτημα, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται δεν προσκομίσθηκαν.

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 10 εδ. α' ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο δέχθηκε, παρά το νόμο, ότι η αναιρεσίβλητη επιμελήθηκε για την επίδοση της καταγγελίας της συμβάσεως στους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας Ε1 και Ε2 χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση, αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ'αυτήν αποδεικτικά μέσά, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εξάλλου όταν ο εκ της ως άνω διατάξεως ισχυρισμός στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, αν αυτά, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και συνεπώς, αν το δικαστήριο της ουσίας, παραλείποντας να λάβει υπόψη ορισμένα από αυτά, απορρίψει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8. Αντιθέτως, αν τα μη ληφθέντα υπόψη ούτε αυτοτελώς λαμβανόμενα ούτε συνολικώς εκτιμώμενα, μαζί με όσα ελήφθησαν υπόψη, είναι ικανά να στηρίξουν τον ισχυρισμό, δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και οι ενέργειες της αναιρεσίβλητης με τις οποίες επισπεύφθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, η άσκηση του ένδικου δικαιώματός της δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας με την ανωτέρω αιτιολογία τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, δεν έλαβε υπόψη του τους μερικότερους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας α) ότι η μητρική της αναιρεσίβλητης εταιρείας Τράπεζα Κύπρου, σε συνεργασία και συνεννόηση μαζί της παρενέβη προσθέτως κατά την ενώπιον του Εφετείου Αθηνών συζήτηση της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευσή της, καίτοι εγνώριζε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε παύσει τις πληρωμές της κατά την έννοια του άρθρου 525 Εμπ.Ν, β) ότι μετά την πτώχευση η αναιρεσίβλητη επεδίωξε και πέτυχε τη σφράγιση του εργοστασίου της αναιρεσείουσας και γ) ότι η Τράπεζα Κύπρου, σε συνεννόηση με την αναιρεσίβλητη, αμέσως μετά τη δημοσίευση της 1295/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών προέβη και πάλι στο κλείσιμο του εργοστασίου, ενώ αν δεν προέβαινε στις ανωτέρω ενέργειες η αναιρεσείουσα θα ανακτούσε τα οικονομικά μέσα προς ικανοποίηση των τυχόν νομίμων αξιώσεων της αντιδίκου της.

Και τα γεγονότα όμως αυτά, αναφερόμενα στη διαδικασία της πτωχεύσεως, η οποία δεν σχετίζεται αμέσως με τα χρονικώς προηγούμενα παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος, γεγονότα (καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων), δεν κρίνονται ικανά να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο δικαίωμα αυτό και μάλιστα είτε αυτοτελώς λαμβανόμενα είτε σε συνδυασμό με όσα έγιναν δεκτά.

Συνεπώς δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τη δίκης και, κατ' ακολουθίαν, μη λαμβάνοντας αυτά υπόψη το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο δε όγδοος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για, σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Εν όψει αυτών, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 924 ΚΠολΔ και 1203, 1204 ΑΚ, δεχόμενο ότι για το κύρος της επίδικης συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, καθώς και της βάσει αυτής επιταγής προς εκτέλεση δεν απαιτείται η μεταγραφή της συμβάσεως και η βεβαίωση του γεγονότος αυτού (μεταγραφής) είτε στο σώμα του απογράφου, είτε σε συνεπιδιδόμενο δημόσιο έγγραφο, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι πρότεινε στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό, ήτοι τον περί ακυρότητας της συμβάσεως και της επιταγής, λόγω μη μεταγραφής της συμβάσεως και μη βεβαιώσεως της μεταγραφής κατά τα ανωτέρω, ισχυρισμό, ο οποίος σημειωτέον δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "YLIKON Α.Ε. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΜΕΤΑΛΛΟΥ" για αναίρεση της 110/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ