173/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated173/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δίκασε έφεση του δευτέρου καθ' ου η ανακοπή υπερθεματιστή Χ1 κατά των ανακοπτόντων (εφεσίβλητων) και κατά της ομοδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη εφεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος επισπεύδουσας δανείστριας και αναιρεσείουσας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 173 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 173/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α.Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Θάνο.
Β. Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κίμωνα Βορίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρος τους Δημήτριο Τσούτσικο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6045/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι επί της οποίας εκδόθηκε η 1846/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 6299/2006 απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α και Β αναιρεσείοντες με τις από 2-11-2006 δύο αίτησείς τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των ένδικων αιτήσεων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6299/2006 του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι από 10.11.2006 και 3.11.2006 αιτήσεις αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6299/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφειας. Επί της υπό στοιχείο Α' αιτήσεως αναιρέσεως.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 556 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων ..... ο εφεσίβλητος......§ 2 αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση εκείνος που ήταν ομόδικος κάποιου στην πρωτόδικη δίκη, όταν ο τελευταίος άσκησε εναντίον του έφεση, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και έτσι ηττήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέναντι σ' αυτόν, ο οποίος αντιθέτως νίκησε και περαιτέρω ότι ο νικήσας διάδικος πρέπει να επικαλείται λόγο που να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δίκασε έφεση του δευτέρου καθ' ου η ανακοπή υπερθεματιστή Χ1 κατά των ανακοπτόντων (εφεσίβλητων) και κατά της ομοδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη εφεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος επισπεύδουσας δανείστριας και αναιρεσείουσας.
Το Εφετείο, απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ΕΤΕ, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, αφού δεν είναι αντίδικος της ως προς τη βασιμότητα του δευτέρου λόγου εφέσεως, με τον οποίον παραπονείται για παραδοχή ως βασίμου στην ουσία του τρίτου λόγου της ανακοπής. Ενόψει αυτών η αναιρεσείουσα νίκησε στο Εφετείο και ως εκ τούτου κατά τα προαναφερθέντα δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε και περαιτέρω ως νικήσασα διάδικος γιατί δεν επικαλείται λόγο που να δικαιολογεί το έννομον συμφέρον της για την αναίρεση της απόφασης και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί της υπό στοιχείο Β' αιτήσεως αναιρέσεως
Επειδή κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Συνεπώς είναι δεσμευτικές για το Εφετείο (ως δικαστήριο της παραπομπής) και για τον ίδιο τον Αρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση, ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου της παραπομπής. Ως νομικά δε ζητήματα θεωρούνται όχι μόνο τα αναγόμενα στο ουσιαστικό δίκαιο αλλά και αυτά που ανάγονται στο δικονομικό δίκαιο, όπως τούτο προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται σε περίπτωση αναίρεσης για παράβαση όχι μόνον του ουσιαστικού αλλά και του δικονομικού δικαίου για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1121/03, 480/04).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη ανακόπτοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 4-5-2000 ανακοπή τους και για τους λογούς που ανέφεραν σ' αυτή, ζητούσαν, την ακύρωση της με αριθμό .......... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού, της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου - Ψύχα, της με αριθμό ....... περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της πιο πάνω Συμβολαιογράφου και της από ........
επιταγής προς απόδοση κάτω από την προαναφερόμενη περίληψη και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, στις....... σε βάρος του ακινήτου τους. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 131/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμος ο δεύτερος λόγο: της ανακοπής, περί συναινετικής αναστολής του πλειστηριασμού, διότι δεν επικαλούνταν γνώση του υπερθεματιστή (δεύτερου καθ' ού), για όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της επισπεύδουσας (πρώτης καθ' ής) και των οφειλετών (ανακοπτόντων), ενώ κρίθηκαν νόμιμοι ο πρώτος λόγος, περί αναστολής του πλειστηριασμού με το άρθρο 30 του Ν. 2789/2000 και ο τρίτος λόγος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους της επισπεύδουσας (πρώτης καθ' ής).
Στη συνέχεια έγιναν δεκτοί οι πιο πάνω λόγοι, ως βάσιμοι στην ουσία και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Κατά της απόφασης άσκησε έφεση ο υπερθεματιστής (δεύτερος καθ' ου αναιρεσείων) και παραπονούνταν, με τους λόγους της έφεσής του, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, ώστε να απορριφθεί η ανακοπή.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6.045/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση, κατά το μέρος που στρέφονταν εναντίον της τρίτης εφεσίβλητης (πρώτης καθ' ης η ανακοπή), διότι ήταν ομόδικος του εκκαλούντος και όχι αντίδικος στη δίκη που ανοίχθηκε με την ανακοπή.
Στη συνέχεια έκανε δεκτή την έφεση τυπικά και στην ουσία κατά τα λοιπά, εξαφάνισε την εκκαλούμενη κατά το μέρος της που δίκασε την ανακοπή, καθόσον αυτή στρεφόταν κατά του δεύτερου των καθών η ανακοπή - εκκαλούντος και αφού δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση κατ' αυτό απέρριψε την ανακοπή, ως αβάσιμη στην ουσία.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αίτηση αναίρεσης οι ανακόπτοντες (δύο πρώτοι εφεσίβλητοι) και ήδη αναιρεσίβλητοι και εκδόθηκε η με αριθμό 1.846/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 6.045/2004), μόνον κατά το μέρος που απέρριψε τον τρίτο λόγο της ανακοπής, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της επισπεύδουσας (πρώτης καθ' ης και ήδη τρίτης εφεσίβλητης), ως αβάσιμο στην ουσία, ενώ ως προς τον πρώτο λόγο δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκε, ως αβάσιμος στην ουσία και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Ειδικότερα, ο 'Αρειος Πάγος, με την 1846/2005 απόφασή του, αναίρεσε την άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. λογού αναίρεσης και συγκεκριμένα διότι, καίτοι οι ανακόπτοντες, προς στήριξη της προτεινόμενης με τον τρίτο λόγο ανακοπής τους εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης περί ακυρότητας του πλειστηριασμού λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προς διενέργεια αυτού, είχαν προτείνει πλείονα πραγματικά περιστατικά (στα οποία δεν συμπεριλαμβανόταν το στοιχείο της γνώσης εκ μέρους του υπερθεματιστή των όσων συνέβησαν μεταξύ επισπεύδουσας και καθ ων προ του πλειστηριασμού) τα οποία αν αποδειχθούν αληθή καθιστούν πράγματι βάσιμη την ένσταση αυτή (η οποία είναι νόμιμη υπό τα επικληθέντα περιστατικά), εν τούτοις το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά.
Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου (1846/2005) και συμμορφούμενο από αυτή ως προς το νομικό ζήτημα που αυτή έλυσε, της νομιμότητας δηλαδή της άνω ένστασης υπό τα επικληθέντα περιστατικά, στα οποία δεν συμπεριλαμβανόταν το άνω στοιχείο της γνώσης, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη προκύπτει, τα ακόλουθα:
Με βάση την με αριθμό 7986/13-5-1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να πληρώσουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, το ποσό των 2.072.354 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από 6-3-1999 μέχρι την εξόφληση, στην τρίτη καθ' ης η ανακοπή Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Η οφειλή προέρχονταν από τοκοχρεωλυτική δόση στεγαστικού δανείου, που είχαν λάβει οι ανακόπτοντες από την Κτηματική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε., η οποία απορροφήθηκε στην συνέχεια από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (πρώτη καθ' ης).
Το πιο πάνω ποσό αφορά χρεωλύσια (324.37! δρχ.), τόκους κεφαλαίου, για το χρονικό διάστημα από 5-11-96 μέχρι 5-3-99 (1.335.223 δρχ.), τόκους υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 5-4-97 μέχρι 5-3-99 (323.809 δρχ.), δικαστικά έξοδα (1.466 δρχ.), Ε.Φ.Τ.Ε. (52.349 δρχ.) και ασφάλιστρα (35.316 δρχ.). Η πρώτη καθ' ης επέδωσε στους ανακόπτοντες την από ........
επιταγή προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο Α' απογράφου εκτελεστού της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, η οποία είχε αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, όπως συνομολογούν και οι ανακόπτοντες, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης. Οι τελευταίοι, με την επίδοση της επιταγής, κατέβαλαν στην πρώτη καθ' ης το συνολικό ποσό των 750.000 δραχμών και μάλιστα 500.000 δρχ.
στις 20-7-99 και 250.000 δρχ. στις 18-10-99. Στη συνέχεια, η πρώτη: καθ' ης κατέσχεσε αναγκαστικά, με την με αριθμό ......... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά, .........., το με στοιχεία ..... διαμέρισμα του τρίτου (Γ) πάνω από το ισόγειο ορόφου, πολυόροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην οδό ....., αρ. .... (.......), επιφάνειας 104.52 τ.μ.
Το ακίνητο αυτό αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των ανακοπτόντων, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως οικογενειακή στέγη αυτοί (ανακόπτοντες), τα τέσσερα ανήλικα τέκνα τους και η υπέργηρη μητέρα της δεύτερης ανακόπτουσας. Για την αγορά του διαμερίσματος, η δεύτερη ανακόπτουσα είχε πουλήσει ένα διαμέρισμα, που βρίσκεται στην οδό ......, αρ. .... (.......) και, για την συμπλήρωση του τιμήματος, έλαβαν το προαναφερόμενο δάνειο.
Για την εξασφάλιση του δανείου, η δανείστρια Τράπεζα (Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.), είχε γράψει στις ......, προσημείωση υποθήκης για τα ποσά των 9.880.000 και 5.850.000 δραχμών (βλ. με αριθμό .......... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Αθηνών). Λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας του πρώτου ανακόπτοντος Ψ1, καθυστέρησαν την καταβολή των δόσεων και εκδόθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.
Αμέσως μετά την κατάσχεση, οι ανακόπτοντες ήλθαν σε επικοινωνία με έναν υπάλληλο της πρώτης καθ' ης, με το όνομα Γ1, της Διεύθυνσης Κτηματικής Πίστεως αυτής, και ζήτησαν τη ρύθμιση της οφειλής, ο οποίος τους συνέστησε μικρόχρονη αναμονή μέχρι τη δημοσίευση του Νόμου, που θ σ. ρύθμιζε με ευεργετικές διατάξεις την οφειλή τους.
Με την με αριθμό ............. περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης της πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας, που επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 22-12-99, ορίσθηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η ....... Μετά από αυτά, οι ανακόπτοντες, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, επισκέφθηκαν τον προαναφερόμενο υπάλληλο Γ1 της πρώτης καθ' ης, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι ο πλειστηριασμός θα ανασταλεί και μόλις δημοσιευθεί ο νόμος θα ρυθμισθεί ευνοϊκά το χρέος τους.
Πράγματι ο πλειστηριασμός δεν έγινε την προαναφερόμενη ημέρα (2-2-2000), με αποτέλεσμα να εφησυχάσουν οι ανακόπτοντες. Όμως, στις 18-2-2000, η πρώτη καθ' ης κοινοποίησε στους ανακόπτοντες την με αριθμό .......... επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας, με την οποία ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η ........, με τιμή πρώτης προσφοράς 12.500.000 δρχ., αν και η αξία του υπερέβαινε τα 60.000.000 δρχ.
Οι ανακόπτοντες, θορυβημένοι, επικοινώνησαν και πάλι με τον προαναφερόμενο υπάλληλο της πρώτης καθ' ης Γ1, ο οποίος τους διαβεβαίωνε ότι ο πλειστηριασμός θα ανασταλεί και πάλι και στη συνέχεια αυτοί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους στις 11-4-1999 επισκέφθηκαν την ίδια διεύθυνση Κτηματικής Πίστεως της πρώτης καθ' ης, για να ρυθμίσουν την οφειλή τους.
Εκεί, ο προϊστάμενος της Δνσης ........., στον οποίο απευθύνθηκαν, λόγω απουσίας του Γ1, τους διαβεβαίωσε ότι ο πλειστηριασμός θα ανασταλεί, όπως έγινε και την πρώτη φορά, καθώς και ότι η οφειλή τους εμπίπτει στο Ν. 2789/2000. Οι ανακόπτοντες πείσθηκαν στις διαβεβαιώσεις του αρμόδιου υπαλλήλου της πρώτης καθ' ης, ότι θα ανασταλεί ο πλειστηριασμός και δεν άσκησαν τα νόμιμα δικαιώματα τους, όπως αίτηση αναστολής, αφού είχαν καταβάλει 750.000 δρχ.
ή αίτηση για τη διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού, αφού η τιμή πρώτης προσφοράς ήταν πολύ χαμηλή (12.500.000 δρχ.). Τελικά ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις ......, παρά τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων της πρώτης καθ' ης, με τελευταίο πλειοδότη τον δεύτερο καθ' ου Χ1 ήδη αναιρεσείοντα υπερθεματιστή και πλειστηριασμό το ποσό των 19.672.000 δραχμών.
Έτσι, συντάχθηκε η με αριθμό ......... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και κατακύρωσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, που αναπλήρωνε την υπάλληλο του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττα Γυφτοπούλου - Ψύχα και στη συνέχεια τη με αριθμό ............ περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της τελευταίας Συμβολαιογράφου.
Με βάση την τελευταία έκθεση, ο δεύτερος καθ' ου κοινοποίησε στους ανακόπτοντες την από ......... επιταγή προς απόδοση της χρήσεως του κατακυρωθέντος σ' αυτόν ακινήτου (διαμερίσματος). Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καταθέτουν και βεβαιώνουν ένορκα οι μάρτυρες των ανακοπτόντων και αυτές δεν μπορούν να ανατραπούν από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του δευτέρου καθ' ου, αφού δεν καταθέτει κάποιο σχετικό περιστατικό ως προς τα στοιχεία αυτά.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα περιστατικά αυτά, αποδεικνύεται ότι οι ανακόπτοντες πείσθηκαν στις διαβεβαιώσεις των αρμόδιων υπαλλήλων της πρώτης καθ' ης, με αποτέλεσμα να αποτραπούν να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους και με τη διενέργεια του πλειστηριασμού υφίστανται ανεπανόρθωτη βλάβη, αλλά και επώδυνες συνέπειες, αφού χάνουν το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, σε πολύ χαμηλή τιμή και θα αναγκασθούν να εγκαταλείψουν την οικογενειακή τους στέγη, αυτοί και η πολυμελής οικογένεια τους, σε αντίθεση με την ωφέλεια της πρώτης καθ' ης (επισπεύδουσας) από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της, λόγω της εξασφάλισής της με προσημειώσεις υποθήκης.
Με βάση τις παραδοχές αυτ'ςε έκρινε το Εφετείο ότι η άσκηση του δικαιώματος της πρώτης καθ' ης υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και κατ' ακολουθίαν έκανε δεκτό ως βάσιμο στην ουσία τον τρίτο λόγο ανακοπής εκ του άρθρου 281 Α.Κ.
και ακύρωσε τις προσβληθείσες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, που δέχθηκε ότι, υπό τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία δεν συμπεριλαμβανόταν το στοιχείο της γνώσης από τον υπερθεματιστή (αναιρεσείοντα) των όσων συνέβησαν μεταξύ της επισπεύδουσας και των καθ ων η εκτέλεση οφειλετών - αναιρεσιβλήτων προ του πλειστηριασμούς εκ του άρθρου 281 Α.Κ.
ένσταση ήταν νόμιμη και εφόσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του, τα περιστατικά αυτά αποδείχθηκαν, ήταν (η άνω ένσταση) βάσιμη, συμμορφώθηκε, όπως εκτέθηκε, προς την άνω 1846/2005 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς το νομικό ζήτημα που αυτή έλυσε, ότι δηλαδή η ένσταση αυτή ήταν νόμιμη υπό τα επικληθέντα περιστατικά, στα οποία δεν συμπεριλαμβανόταν το άνω στοιχείο της γνώσης, όπως έπρεπε, αφού δεσμευόταν (όπως και το παρόν δικαστήριο ) από αυτή και επομένως με αυτά που δέχθηκε δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ως και αυτή του άρθρου 1019 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού δέχτηκε την ένσταση χωρίς παραδοχή του άνω στοιχείου της γνώσης, ενόψει της προαναφερθείσας δέσμευσης του Εφετείου από το επιληθέν ως άνω νομικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορούσε να ερευνήσει εκ νέου και να λύσει διαφορετικά, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζοντας τις από 10-11-2006 και 3-11-2006 αιτήσεις της Α.Ε. υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και του Χ1 για αναίρεση της 6299/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα και τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για κάθε ένα από αυτούς, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ