Legislator Case Law & Legislation
1739/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance claim, ruling late evidence inadmissible due to lack of prior cause.

Case Number 1739/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's final judgment rejecting his insurance claim. The appellant argued for late evidence regarding a prior accident, but the court found no valid reason for its initial non-submission. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the insurer's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 nos. 8 and 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on late evidence is inadmissible if the party failed to raise the objection initially without justified cause.

Keywords

AI generated
late evidence admissibility justified cause requirement insurance claim rejection appeal dismissal legal costs award file archiving effect procedural default

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 para. 1 and 3, 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1739 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1739/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2855/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3873/2020 μη οριστική και 4185/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/12/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 4185/8-8-2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 6-7-2016 έφεση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" -καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" - και εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 2855/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος-νυν αναιρεσείοντος περί καταβολής συμφωνηθέντος ασφαλίσματος. Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, στις 12-12-2022, με το νόμιμο παράβολο (άρθρα 495 παρ. 1 και 3 Β περ. δ' και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), ενώ στην παρ. 5 του άρθρου 7 του νόμου αυτού ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων.

Για την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στο άρθρο 7 παρ. 5 του νόμου 2496/1997 προσώπων, απαιτείται να υπάρχει πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δόλου ή της βαριάς αμέλειας που επέδειξαν τα πρόσωπα αυτά και της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η από δόλο ή βαριά αμέλεια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι έννοιες της υπαιτιότητας (άρα και της βαριάς αμέλειας) και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι' αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση σχετικά με τη συνδρομή ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει εάν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 693/2020).

Η προβολή της από το άρθρο 7 παρ. 5 του νόμου 2496/1997 εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη αποτελεί ένσταση που προτείνει και αποδεικνύει ο επικαλούμενος την εξαίρεση αυτή ασφαλιστής (ΑΠ 319/2024, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 1680/2022).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 4842/2021, ορίζεται ότι: "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, για να θεωρηθεί, ότι η ένσταση έχει προβληθεί εμπρόθεσμα και ότι είναι, επομένως, παραδεκτή, πρέπει να έχουν προταθεί έγκαιρα, ήτοι κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλα τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά, που επάγονται την έννομη συνέπεια που επιφέρει η συγκεκριμένη ένσταση, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπεται από το άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 559/2019).

Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς ή ισχυρισμούς οι οποίοι είχαν απορριφθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτοι, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 971/2019, ΑΠ 1097/2017) και, συγκεκριμένα, στην περίπτωση της 527 αριθ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη αιτία μη έγκαιρης προβολής τους.

Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1732/2022, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 969/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 606/2024, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 871/2023, ΑΠ 747/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2001). Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 414/2025, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 532/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο: Α) Εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση απαλλαγής της ασφαλιστικής εταιρείας από την ευθύνη καταβολής ασφαλίσματος καθόσον: 1) δεν συνέτρεχε δικαιολογημένη αιτία για τη μη προβολή της στην πρωτόδικη δίκη και 2) τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για να δικαιολογήσει την μη έγκαιρη προβολή της, δεν συνιστούν δικαιολογημένη αιτία, ενώ δεν επικαλέστηκε ότι δεν είχε προβάλει την ένσταση στην πρωτόδικη δίκη από δικαιολογημένη αιτία και Β) αν και έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση, την έλαβε υπόψη του, η ένσταση δε αυτή έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με τον προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, περί απαλλαγής της, από την προς αποζημίωση ευθύνη της έναντι του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων ασφάλισης και το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης με δόλο (αυτοτραυματισμός με πρόθεση) του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα:

α) Ότι η εναγομένη με τους τρίτο και πέμπτο λόγους έφεσης ισχυρίστηκε ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, διότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων προκάλεσε ο ίδιος τον τραυματισμό του υλοποιώντας προσχεδιασμένη ενέργειά του να εισπράξει τα ασφαλίσματα από τα επίδικα με ημερομηνίες 29-11-2005 και 1-12-2005 δύο (2) ασφαλιστικά συμβόλαια, που είχε συνάψει, για την περίπτωση θανάτου του και μόνιμης ολικής ανικανότητάς του, με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" στην έννομη θέση της οποίας υπεισήλθε η "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", ως οιονεί καθολική διάδοχός της λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εναγομένης.

β) Ότι η εκ προθέσεως πραγμάτωση του άνω ασφαλιστικού κινδύνου της μόνιμης ολικής ανικανότητάς του, συνέβη την 1η Απριλίου 2007, όταν πυροβόλησε με την κυνηγετική καραμπίνα του την έξω επιφάνεια του δεξιού και του αριστερού άκρου ποδός του, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ακρωτηριασμού αμφοτέρων των κάτω άκρων του από το άνω τριτημόριο των κνημών του ομού μετά των μέσων και κάτω τριτημορίων αμφοτέρων των κνημών και να κριθεί από την πρωτοβάθμια τριμελή υγειονομική επιτροπή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου ότι κατέστη ανάπηρος, με ποσοστό αναπηρίας 80%.

γ) Ότι πριν λάβει χώρα το επίδικο περιστατικό, πέραν των ως άνω δύο (2) ασφαλιστικών συμβάσεων, είχε συνάψει άλλες δεκατρείς (13) ασφαλιστικές συμβάσεις -συναφθείσες ως ασφαλίσεις ποσού- για την κάλυψη των ιδίων ως άνω κινδύνων, με δέκα (10) άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, προκειμένου να εισπράξει, λόγω επέλευσης του ιδίου ασφαλιστικού κινδύνου, το συμφωνηθέν ασφάλισμα από κάθε ασφαλιστική εταιρεία, που ανερχόταν στο συνολικό (ακριβές) ποσό των 3.390.000 ευρώ και ότι ήδη έχουν επιδικασθεί σ' αυτόν με δικαστικές αποφάσεις, ασφαλίσματα συνολικού ποσού δύο εκατομμυρίων δέκα χιλιάδων (2.010.000) ευρώ.

δ) Ότι η εναγόμενη προέβαλε το πρώτον ενώπιον του προκείμενου δικαστηρίου τον παραπάνω ισχυρισμό περί της εκ μέρους του ενάγοντος δόλιας πρόκλησης του τραυματισμού του, επικαλούμενη για την καθυστερημένη προβολή του με τις από 15-1-2020 κατατεθείσες ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου προτάσεις της ότι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης (11-9-2015) περιήλθαν σε γνώση της νέα στοιχεία και ειδικότερα, ο αρχειοθετηθείς φάκελος που αφορά στο - προγενέστερο του επιδίκου συμβάντος του σκόπιμου αυτοτραυματισμού του- τροχαίο ατύχημα της 7.8.2006, που συνέβη στον αναιρεσείοντα.

Ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι συνεπεία του ως άνω τροχαίου ατυχήματος επήλθε μόνιμη μερική ανικανότητά του, ζήτησε από την αρχικώς εναγομένη την καταβολή του ασφαλίσματος, το αίτημά του όμως δεν ικανοποιήθηκε καθόσον η τελευταία έκρινε ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση της μόνιμης μερικής ανικανότητας, αφού πιστοποιήθηκε ότι είχε αναπηρία 70% μόνο για ένα έτος.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, περί απαλλαγής της, από την προς αποζημίωση ευθύνη της έναντι του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων ασφάλισης και το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης με δόλο (αυτοτραυματισμός του με πρόθεση), "παραδεκτά προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά τη διάταξη του άρθρου 527 αρ. 4 ΚΠολΔ, αφού αποδείχθηκε ότι δεν προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την προαναφερθείσα δικαιολογημένη αιτία (ΑΠ 35/2000 Δ/νη 2000.703, Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2018, σ. 690).

Ο παραπάνω ισχυρισμός είναι ορισμένος και θεμελιώνει νόμιμη ένσταση ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, 330 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, που πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης περί ανυπαρξίας ατυχήματος δεν πληροί τη νομοτυπική μορφή της άνω ενστάσεως, όπως ορθά αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...." και ακολούθως δέχθηκε ότι "...η επέλευση της ένδικης ασφαλιστικής περίπτωσης είναι απότοκος των άνω εκ προθέσεως ενεργειών του ενάγοντος και ως εκ τούτου, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία της οικείας ενστάσεως της εναγομένης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής των αιτούμενων ασφαλισμάτων η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος-εκκαλούντος ως ουσιαστικά βάσιμη έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και έτσι, πρέπει κατά παραδοχή της έφεσης και του πρόσθετου λόγου έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας ως κατ' ουσίαν βάσιμων να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη." Mε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, ότι από δικαιολογημένη αιτία δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως η ένσταση περί δόλιας πρόκλησης του ατυχήματος εκ μέρους του αναιρεσείοντος και για το λόγο αυτό δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Η κρίση του Εφετείου, η οποία αφορά την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το λόγο της μη έγκαιρης προβολής της ως άνω ένστασης δεν ελέγχεται αναιρετικά, συνιστά δε, δικαιολογημένη αιτία για την καθυστερημένη προβολή της σχετικής ένστασης το γεγονός ότι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης (11-9-2015), την κατάθεση της εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης (6-7-2016) και αφού η αναιρεσίβλητη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." είχε ήδη απορροφήσει την αρχικώς εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", μετά από διαδικασία συγχώνευσης, οριστικοποιηθείσα κατά το 2018, περιήλθαν σε γνώση της αναιρεσίβλητης νέα στοιχεία το έτος 2019 και ειδικότερα, έλαβε γνώση του αρχειοθετηθέντος φακέλου που αφορούσε το επισυμβάν στις 7-8-2006 προαναφερθέν τροχαίο ατύχημα του αναιρεσείοντος, από το οποίο είχε προκληθεί τραυματισμός του.

Η αρχειοθέτηση του φακέλου της υπόθεσης αυτής είχε γίνει από την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", διότι μετά την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης του αναιρεσείοντος (15-11-2006), στο κείμενο στο Ρέθυμνο γραφείο της αναιρεσίβλητης, για το ως άνω αυτοκινητικό ατύχημά του, η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να τον αποζημιώσει, λόγω επικαλούμενης από αυτόν μόνιμης μερικής ανικανότητας, που ισχυριζόταν ότι είχε προκληθεί από το παραπάνω τροχαίο ατύχημα, η υπόθεση χαρακτηρίστηκε ως "περαιωμένη" και τέθηκε στο αρχείο, ενώ ο αναιρεσείων δεν ήγειρε ποτέ σχετική αγωγή για το ατύχημα αυτό.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 9-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4185/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4185/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης