Legislator Case Law & Legislation
1739/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on partnership claim, ruling no joint venture existed between the parties.

Case Number 1739/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the claim for recognition of a dissolved partnership. The appellant alleged a 50% partnership with the appellee, but the court found no evidence of a joint venture or shared management. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the appellee's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A claim for recognition of a dissolved partnership fails where the essential elements of a joint venture, including shared management and common purpose, are absent.

Keywords

AI generated
dissolved partnership joint venture shared management appeal dismissal legal costs civil procedure partnership law

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the European Convention on Human Rights
Article 285 of Law 4072/2012
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1739 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1739/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπηνό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Δάβαλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4252/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 639/2020 μη οριστική και 1306/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 1306/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αρ. 4252/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 12-11-2015 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ύπαρξη μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου αφανούς εταιρείας, στην οποία ο ίδιος συμμετείχε ως αφανής εταίρος με ποσοστό 50% στα κέρδη και στις ζημίες και να του επιτραπεί η πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας αυτής.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1.

Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών.

Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.

Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.

Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.

Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.

Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.

Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.

Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.).

Εξάλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.

Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα.

Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες.

Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση.

Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. 'Ετσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις.

Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται.

Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.

Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, εκτιμώμενες δε και σταθμιζόμενες ανάλογα με το λόγο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας τους, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα (......), για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω, χωρίς, όμως, να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς (....) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (......), μεταξύ των οποίων ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων (....), τέτοιες δε είναι οι προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα υπ' αριθ. .../10.7.2014, .../10.7.2014, .../10.7.2014, .../15.7.2014, .../15.7.2014, .../15.7.2014, .../15.7.2014, .../23.10.2014, .../24.10.2014, ....2014, 2042/15.6.2016 ένορκες βεβαιώσεις, άπασες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, και οι προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο υπ' αριθ. ....2014, ....2014, ....2014, ....2014 ένορκες βεβαιώσεις άπασες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. - Κ.

Π., ποινικές και πολιτικές δικαστικές αποφάσεις από προηγηθείσες μεταξύ των διαδίκων δίκες (......), που εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέν δεδικασμένο, κατ' άρθρο 321 ΚΠολΔ, απορρέει από την υπ' αριθ. ΣΤ3294/30.10.2018 & 3565/16.1...018 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία οι σε αυτή κατηγορούμενοι μεταξύ, των οποίων και ο ενάγων, κηρύχθηκαν αθώοι των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα, συκοφαντικής δυσφήμισης και ηθικής αυτουργίας σε αυτές (.........), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (....), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Ο ενάγων διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας και μεταπώλησης κρεάτων και συναφών ειδών, στεγαζόμενη σε κατάστημα πωλήσεως που βρισκόταν εντός του σούπερ μάρκετ με την επωνυμία "ΓΑΛΑΞΙΑΣ" στην Άνω Γλυφάδα, επί της οδού ... με χρόνο έναρξης λειτουργίας την 25.10.1993. Περί το τέλος του έτους 1993 ο εναγόμενος προσελήφθη στο εν λόγω κρεοπωλείο ως υπάλληλος, καθόσον είχε τη σχετική προς τούτο προϋπηρεσία σε αντίστοιχη θέση τουλάχιστον από το έτος 1992.

Ο εναγόμενος εργάσθηκε στην επιχείρηση του ενάγοντος μέχρι το έτος 1999, οπότε αποχώρησε, προκειμένου να ανοίξει δική του ομοειδή ατομική επιχείρηση (κρεοπωλείου) στο ... επί της οδού ..., η οποία ξεκίνησε το ... και λειτούργησε μέχρι το τέλος του ..., οπότε στις ....2015 ο εναγόμενος δήλωσε στην αρμόδια ΔΟΥ τη διακοπή εργασιών της επιχείρησής του.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε η σύσταση μεταξύ των διαδίκων αφανούς εταιρείας κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (1993-1999), με εμφανή εταίρο τον ενάγοντα και αφανή τον εναγόμενο και με συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 50% έκαστος. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το κόστος της επένδυσης καλύφθηκε από αμφότερους τους διαδίκους κατά ποσοστό 50% από τον καθένα ουδόλως αποδείχθηκε, καθώς ο ενάγων προσκόμισε τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής εξοπλισμού αναγκαίου για επιχείρηση κρεοπωλείου, εκδοθέντα μόνο στο δικό του όνομα και όχι και στο όνομα του εναγόμενου, ενώ όπως εκθέτει στην αγωγή του η επιχείρηση ήταν ήδη σε λειτουργία και το μεγαλύτερο κόστος είχε καλυφθεί από την εταιρεία που λειτουργούσε το σούπερ μάρκετ "ΓΑΛΑΞΙΑΣ".

Ο ενάγων προς επίρρωση και απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί συστάσεως αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων επικαλείται το άνοιγμα λογαριασμού ταμιευτηρίου στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., το Νοέμβριο του 1993, προσκομίζοντας προς τούτο το σχετικό βιβλιάριο, στον οποίο φέρονται ως συνδικαιούχοι αμφότεροι οι διάδικοι.

Πλην όμως ο ως άνω λογαριασμός ανοίχθηκε με πρωτοβουλία του ενάγοντος για τις τραπεζικές συναλλαγές και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της ως άνω επιχείρησης με τους πελάτες και προμηθευτές καθώς και την πληρωμή των υποχρεώσεων της, χωρίς προηγουμένως να ενημερωθεί σχετικώς ο εναγόμενος, που φέρεται ως δεύτερος συνδικαιούχος με πρώτο (συνδικαιούχο) τον ενάγοντα, ο οποίος (ενάγων) ήταν ο μοναδικός κάτοχος του βιβλιαρίου και είχε πρόσβαση στο σχετικό λογαριασμό, ο δε εναγόμενος, έμαθε μεταγενέστερα την ιδιότητά του ως συνδικαιούχου, ενώ ουδέποτε έλαβε γνώση των κινήσεων του λογαριασμού, συμπεριελήφθη δε σε αυτόν, σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο αδυνατούσε να προσέλθει στην τράπεζα ο ενάγων, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ήταν εργαζόμενος στην επιχείρηση και θα διευκόλυνε τον εργοδότη του σε περίπτωση που παρίστατο ανάγκη.

Ο ως άνω λογαριασμός ανοίχθηκε το Νοέμβριο του 1993 και παρουσίαζε τραπεζικές κινήσεις έως το Δεκέμβριο του 1996, όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση φωτοαντίγραφου του εν λόγω βιβλιαρίου οι περισσότερες κινήσεις έλαβαν χώρα από το άνοιγμα αυτού και μέχρι το έτος 1995, ενώ από το έτος 1997 και εφεξής ουδεμία κίνηση καταχωρήθηκε σε αυτό, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος πως ο συγκεκριμένος λογαριασμός ανοίχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες αμφότερων των αφανών εταιρειών, που κατ' αυτόν είχαν συστήσει οι διάδικοι, αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος. Η κρίση του Δικαστηρίου περί μη συστάσεως αφανούς εταιρείας συνάγεται και εκ του γεγονότος ότι ο ενάγων ουδέν έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει περί οικονομικών στοιχείων της επιχείρησης στη Γλυφάδα, τα οποία θα αποδείκνυαν την ύπαρξη οικονομικών συναλλαγών ανά τακτά χρονικά διαστήματα μεταξύ των διαδίκων.

Εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα 1993 έως 1999 ο εναγόμενος, χωρίς να τελεί υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του ενάγοντος, αλλά ενεργώντας αυτοβούλως ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της προσωπικής εργασίας του, ήλεγχε τη δραστηριότητα της επιχείρησης στη Γλυφάδα, και είχε την εν γένει επίβλεψη, φροντίδα και συντονισμό της λειτουργίας της, καθώς και ότι πραγματοποιούσε τις άνω εργασίες χωρίς να έχει κανενός είδους εξάρτηση από τον ενάγοντα, χαρακτηριστικά που συνάδουν με τη λειτουργίας μιας αφανούς εταιρείας στις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων, περιστατικά τα οποία δεν επικαλείται ούτε ο ενάγων, ενώ ουδέν σχετικό καταθέτουν οι μάρτυρες στις ένορκες βεβαιώσεις τους, που εξετάσθηκαν στα πλαίσια δικών ασφαλιστικών μέτρων με επιμέλεια του ενάγοντος και τότε αιτούντος.

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, ο εναγόμενος αποχώρησε το έτος 1999, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά μόνος του με τη δημιουργία ατομικής ομοειδούς επιχείρησης (κρεοπωλείου) στην περιοχή του Χαλανδρίου. Προς τούτο, ήρθε σε επαφή με τον Ι. Π., που διατηρούσε κρεοπωλείο στο ..., επί της οδού ... και ..., ο οποίος είχε πρόθεση να μεταβιβάσει την ως άνω επιχείρηση, και καθώς διαπίστωσε ότι επρόκειτο για συμφέρουσα επένδυση, προέβη στην αγορά της εν λόγω επιχείρησης.

Προσέτι δε ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος (εναγόμενος) για πρώτη φορά θα ασκούσε ατομική δραστηριότητα σε μίσθιο κατάστημα, καθώς και ότι ο ενάγων είχε εμπειρία σε συμφωνίες μίσθωσης, καθώς αυτός δραστηριοποιούνταν ήδη επιχειρηματικά στο χώρο του εμπορίου κρεάτων, συνέδραμε με την παρουσία του και τη σχετική εμπειρία τον εναγόμενο κατά τις διαπραγματεύσεις του τελευταίου με τον εκμισθωτή του καταστήματος Ι.

Θ., με τον οποίο τελικά κατήρτισαν το από ....1999 συμφωνητικό μισθώσεως για χρονικό διάστημα εννέα ετών. Ακολούθως η μίσθωση του προαναφερόμενου καταστήματος παρατάθηκε έως την ....2016 δυνάμει του από ....2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, το δε μίσθωμα κατόπιν των από ....2011, ....2012 και ....2014 έγγραφων τροποποιητικών συμφωνητικών, περί του ύψους του, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και με σκοπό ενίσχυσης της δυνατότητας συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης του μισθωτή στο μίσθιο, αναπροσαρμόσθηκε αρχικά προσωρινά από το ποσό των 3.330 ευρώ στο ποσό των 2.900 ευρώ για το χρονικό διάστημα από ....2011 έως ....2012, εν συνεχεία στο ποσό των 2.500 ευρώ για το χρονικό διάστημα από ....2012 έως ....2013 και τέλος στο ποσό των 3.000 ευρώ αντίστοιχα.

Περαιτέρω ο έτερος αγωγικός και ένδικος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι διάδικοι συνέστησαν αφανή εταιρεία με αφανή εταίρο τον ίδιο και εμφανή τον εναγόμενο, με συμμετοχή στα κέρδη και στις ζημίες κατά ποσοστό 50% έκαστος και έδρα το ... δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον αν και η ισχυριζόμενη μεταξύ τους σύσταση αφανούς εταιρείας δεν ήταν νομικώς απαραίτητο να συνοδευτεί από την κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού, εντούτοις ουδόλως προέκυψε η αιτία, η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας την έλλειψη εγγράφου τύπου για τη σύσταση της αφανούς εταιρείας, ώστε να αποτυπωθούν με ακρίβεια και σαφήνεια οι όροι της σχετικής συνεργασίας προς όφελος και διασφάλιση αμφοτέρων των μερών, οπωσδήποτε δε του ενάγοντος, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του θα ήταν ο αφανής εταίρος.

Μόνο δε η ύπαρξη φιλικών και κοινωνικών σχέσεων δεν αρκεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να δικαιολογήσει την πλήρη απουσία έγγραφου τύπου, δεδομένου και του μεγέθους της οικονομικής συμμετοχής του ενάγοντος που κατά τους ισχυρισμούς του ανήλθε στο ποσό των 150.000 ευρώ. Σημειωτέο δε ότι ο ενάγων ουδέν αποδεικτικό έγγραφο προσκομίζει προς απόδειξη της επικαλούμενης δικής του συμμετοχής στην ανακαίνιση του καταστήματος στο ...

με το ως άνω ποσό (αποδεικτικό Τραπέζης για την ανάληψη του εν λόγω χρηματικού ποσού, τιμολόγια αγοράς εξοπλισμού κλπ.), τυγχάνει δε, ασύνηθες και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένης και της μακρόχρονης επιχειρηματικής δραστηριότητας του ενάγοντος, να προβαίνει σε επένδυση ενός τόσο σημαντικού χρηματικού ποσού, δίχως να υπάρχει οιοδήποτε έγγραφο, έστω και απλό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και νυν διαδίκων, ενόψει του γεγονότος ότι η επιχείρηση στο ...

λειτουργούσε αποκλειστικά ως ατομική επιχείρηση του εναγόμενου. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ούτε η συμφωνία των διαδίκων για ανάληψη κοινών κινδύνων από τη λειτουργία της φερόμενης αφανούς εταιρίας και ειδικότερα ποιους κινδύνους ανέλαβε ο ενάγων ως αφανής εταίρος.

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι ο ενάγων ουδεμία γνώση είχε περί της οικονομικής κατάστασης και πορείας της επιχείρησης που λειτουργούσε στο ..., ουδέν συνεισέφερε επ' αυτού, ως έχων το δικονομικό βάρος απόδειξης της κρινόμενης αγωγής, αρκούμενος μόνο να ισχυρισθεί γενικώς και αορίστως τόσο στην αγωγή όσο και στις προτάσεις του ότι η ως άνω επιχείρηση πραγματοποιούσε μεγαλύτερο κύκλο ακαθάριστων εσόδων καθώς και ότι κατά τα δύο τελευταία έτη η κερδοφορία της ήταν προσαυξημένη σε σύγκριση με την αντίστοιχη κερδοφορία της επιχείρησης στη Γλυφάδα, χωρίς όμως να προσκομίσει ουδέν έγγραφο αποδεικτικό υλικό προς τούτο.

Επιπλέον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (όπως καταστάσεις εσόδων-εξόδων, που τηρούσε η επιχείρηση του εναγόμενου, στις οποίες να σημειώνονται και τα εισπραχθέντα εκ μέρους του ενάγοντος χρηματικά ποσά), δεν προέκυψε ότι ο ενάγων συμμετείχε στα κέρδη και τις δαπάνες της λειτουργίας της προαναφερθείσας επιχειρήσεως, ότι ο εναγόμενος λογοδοτούσε στον ενάγοντα για την πορεία της επιχείρησης, ότι υπήρχε κοινός τραπεζικός λογαριασμός, ενεργός κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από τον οποίο να προκύπτουν οικονομικές συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων, καθώς και πότε γίνονταν οι μεταξύ τους οικονομικές εκκαθαρίσεις, ούτε αν υπήρχε φυσική παρουσία του ενός στο κατάστημα του άλλου ανά τακτά χρονικά διαστήματα για έλεγχο των αποθεμάτων και του ταμείου, όπως τούτο δικαιολογείται στην περίπτωση λειτουργίας καταστήματος κατόπιν συστάσεως κάποιου εταιρικού σχήματος.

Οι προσκομισθείσες εκ μέρους του ενάγοντος χειρόγραφες σημειώσεις επ' ουδενί δύνανται να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι αφορούσαν την επιχείρηση στο ..., καθόσον σε αυτές γίνεται απλή καταγραφή εξόδων επιχείρησης, χωρίς να προκύπτει ποιο κατάστημα αφορούσαν, τη στιγμή που ο ενάγων εξακολουθούσε να διατηρεί την ομοειδή επιχείρησή του στη Γλυφάδα.

Πέραν τούτων όμως αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί ούτε και από τα αναγραφόμενα ως μίσθωμα ποσά, που έχουν συμπεριληφθεί στις ως άνω χειρόγραφες σημειώσεις, καθόσον τα ποσά δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν διέθετε καν κλειδιά του καταστήματος στο ..., γεγονός που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είθισται για συνεταίρο και μάλιστα κατά ποσοστό 50% μιας επιχειρήσεως.

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά και μόνο ο εναγόμενος ήλεγχε τη λειτουργία και τη δραστηριότητα της επιχείρησης στο ..., διαπραγματευόταν με τους προμηθευτές της εταιρείας, έκανε τις πληρωμές και τις εισπράξεις και είχε την εν γένει επίβλεψη, φροντίδα και συντονισμό της λειτουργίας της. Πραγματοποιούσε δε τις άνω εργασίες χωρίς να έχει κανενός είδους εξάρτηση και υποχρέωση για λογοδοσία προς τον ενάγοντα.

Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν και από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων του εναγόμενου, που έδωσαν τις υπ' αριθ. ....2014 και ....2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. - Κ. Π., οι οποίοι, ως υπάλληλοι αυτού έχουν σαφή και προσωπική αντίληψη των όσων καταθέτουν. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Ι.

Θ., εκμισθωτή του καταστήματος στο ..., ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ είχε δώσει και την υπ' αριθ. 2042/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο οποίος κατάθεσε μεταξύ άλλων ότι ο ενάγων ήταν εκείνος που διαπραγματεύτηκε τους όρους της μίσθωσης, όπως και τη μείωση του μισθώματος περί το τέλος του έτους 2010, καθώς και ότι τον εναγόμενο είδε για πρώτη φορά κατά την υπογραφή του συμφωνητικού.

Πλην όμως η ως άνω κατάθεση δεν κρίνεται πειστική, διότι αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να εκμισθώνει κάποιος την ιδιοκτησία του σε έναν άγνωστο, με τον οποίο ουδόλως διαπραγματεύτηκε πριν την υπογραφή του συμφωνητικού, πλην όμως να πρόκειται περί το μελλοντικό μισθωτή και το μοναδικό υπεύθυνο για την τήρηση των όρων της μίσθωσης.

Επίσης όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 15.6.2015 και με αριθ. εκθ. κατ. δικ. 65636/1662/16.6.2015 ασκηθείσας αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών εκ μέρους του ως άνω μάρτυρος εκμισθωτή κατά του εναγόμενου, όλες οι διαδοχικές μειώσεις του μισθώματος έλαβαν χώρα κατόπιν σχετικού αιτήματος του τελευταίου και διαπραγματεύσεων μεταξύ τους.

Άλλωστε αν και ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τις διαπραγματεύσεις για τη μίσθωση και την αναπροσαρμογή του μισθώματος για το κατάστημα του Χαλανδρίου είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο ίδιος ως αφανής εταίρος, καθώς και ότι η αφανής εταιρεία συνέχισε να λειτουργεί ακόμη και μετά το Μάιο του έτους 2014, εντούτοις ουδεμία πειστική εξήγηση δίδεται εκ μέρους του για ποιο λόγο δεν παρενέβη, ως έχων έννομο συμφέρον να παραμείνει η επιχείρηση στο ως άνω μίσθιο, όταν πλέον ο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, εμφανής εταίρος εναγόμενος δυστροπούσε στην καταβολή του μισθώματος, προκειμένου να αποτρέψει την έξωση του τελευταίου από το μίσθιο, η οποία έλαβε τελικά χώρα μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 119/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Στο σημείο δε αυτό πρέπει να λεχθεί ότι και ο μάρτυρας Ι. Θ., εκμισθωτής του καταστήματος, ουδέν κατέθεσε περί επικοινωνίας του με τον ενάγοντα, προκειμένου να παρέμβει ο τελευταίος στον εναγόμενο για την απρόσκοπτη καταβολή του μισθώματος και την αποτροπή λύσης της μίσθωσης δια της αποβολής του τελευταίου από το μίσθιο.

Ενόψει δε των ανωτέρω παραδοχών, δεν μπορεί να συναχθεί αντίθετη κρίση εκ του λόγου ότι ο ενάγων έχει στην κατοχή του και προσκομίζει μετ' επικλήσεως φωτοαντίγραφα του άνευ ημεροχρονολογίας και υπογραφών ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μισθώσεως καθώς και των από ....2007 και ....2012 όμοιων συμφωνητικών της εν λόγω μίσθωσης, καθόσον, ενόψει των δικών λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, που είχαν ανοιχθεί και προηγηθεί της παρούσας δίκης, μεταξύ αυτού και του εναγόμενου ήταν ευχερές για εκείνον να αναζητήσει και να λάβει τα ως έγγραφα από τον εκμισθωτή και μάρτυρα Ι.

Θ., με τον οποίο είχε επικοινωνία και συναντήθηκε μαζί του λίγες ημέρες πριν τη συζήτηση της από ....2014 και με αριθ. εκθ. κατ. δικ. .../2014 αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, που έλαβε χώρα στις ....2014, όπως κατέθεσε σχετικώς και η σύζυγος του ενάγοντος Γ. Γ. στην υπ' αριθ. ....2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.

Εξάλλου αν και τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί σύστασης αφανούς εταιρείας μεταξύ αυτού και του εναγόμενου με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος, επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες, που έδωσαν τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις με επιμέλεια του ενάγοντος και τότε αιτούντος στα πλαίσια των δικών των ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν ασκήσεως αιτήσεων εκ μέρους του τελευταίου, οι οποίοι τυγχάνουν έμποροι κρεάτων (υπ' αριθ. .../2014, .../2014, .../2014 ένορκες βεβαιώσεις) κρεοπώλες (υπ' αριθ. .../2014, .../2014, .../2014 ένορκες βεβαιώσεις), και εργαζόμενοι στον ενάγοντα και στο σούπερ μάρκετ "ΓΑΛΑΞΙΑΣ" (υπ' αριθ. .../2014, .../2014, .../2014 ένορκες βεβαιώσεις) εντούτοις ουδείς εξ αυτών καταθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση αυτού, αλλά συμπορευόμενοι με τον ενάγοντα αρκούνται να επαναλαμβάνουν αορίστως όσα είχαν περιληφθεί στα δικόγραφα των αιτήσεων και παραθέτει εκ νέου ο ενάγων στην αγωγή και τις προτάσεις του, οι ως άνω δε καταθέσεις μη ενισχυόμενες από κάποιο άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν μπορούν να στηρίξουν διαφορετική κρίση του Δικαστηρίου περί των ένδικων αγωγικών ισχυρισμών.

Όλα τα ως άνω αποδειχθέντα εκ του συνδυασμού των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων αφανούς εταιρείας με έδρα το ... ..., αφανή εταίρο τον ενάγοντα, εμφανή τον εναγόμενο και με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες 50% για έκαστο εξ αυτών, με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας προς επιδίωξη κοινού σκοπού.

Συνακόλουθα οι αξιώσεις του ενάγοντος, όπως αυτές προσδιορίζονται από το αγωγικό αίτημα είναι ουσιαστικά αβάσιμες και η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ενόψει όλων των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά και απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσία την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε τις αποδείξεις, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην κρινόμενη έφεση, κρίνονται ως αβάσιμα.

Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του ενάγοντος - τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων και σε συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.

Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Εξάλλου, τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ".....

αν και τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί σύστασης αφανούς εταιρείας μεταξύ αυτού και του εναγόμενου με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος, επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες, που έδωσαν τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις με επιμέλεια του ενάγοντος και τότε αιτούντος στα πλαίσια των δικών των ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν ασκήσεως αιτήσεων εκ μέρους του τελευταίου, οι οποίοι τυγχάνουν έμποροι κρεάτων (υπ' αριθ. .../2014, .../2014, .../2014 ένορκες βεβαιώσεις) κρεοπώλες (υπ' αριθ. .../2014, .../2014, .../2014 ένορκες βεβαιώσεις), και εργαζόμενοι στον ενάγοντα και στο σούπερ μάρκετ "ΓΑΛΑΞΙΑΣ" (υπ' αριθ. .../2014, .../2014, .../2014 ένορκες βεβαιώσεις), εντούτοις ουδείς εξ αυτών καταθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση αυτού, αλλά συμπορευόμενοι με τον ενάγοντα αρκούνται να επαναλαμβάνουν αορίστως όσα είχαν περιληφθεί στα δικόγραφα των αιτήσεων και παραθέτει εκ νέου ο ενάγων στην αγωγή και τις προτάσεις του, οι ως άνω δε καταθέσεις μη ενισχυόμενες από κάποιο άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν μπορούν να στηρίξουν διαφορετική κρίση του Δικαστηρίου περί των ένδικων αγωγικών ισχυρισμών.....", δεν αποτελούν κρίση σχετικά με την ποινική ενοχή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία των κατηγορηθέντων γι' αυτό ως άνω μαρτύρων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 285 του Ν.4072/2012, με τη σύμβαση της αφανούς εταιρείας ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον ή άλλους εταίρους (αφανείς εταίρους) δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μιας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομά του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων.

Η αφανής εταιρεία δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν καταχωρίζεται στο ΓΕ.Μ.Η. Οι όροι της εταιρικής συμφωνίας αποδεικνύονται μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Για τη συμφωνία αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 393 ΚΠολΔ Στην αφανή εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρεία, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας.

Πρόκειται για εταιρεία προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία, με απουσία αναπτύξεως του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1355/2019 ΑΠ 1234/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (AΠ 1024/2010, ΑΠ 172/2010).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 285 του Ν. 4072/2012, δεχόμενο με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι μεταξύ των διαδίκων δεν συνεστήθη αφανής εταιρεία, με έδρα το ..., εμφανή εταίρο τον αναιρεσίβλητο και αφανή τον αναιρεσείοντα.

Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 285 του Ν. 4072/2012, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.

Και τούτο διότι ο αναιρεσίβλητος περί το τέλος του 1993 προσελήφθη ως υπάλληλος στο κρεοπωλείο που διατηρούσε ο αναιρεσείων εντός του σούπερ μάρκετ "ΓΑΛΑΞΙΑΣ" στην Άνω Γλυφάδα, όπου εργάστηκε μέχρι το 1999, οπότε αποχώρησε, προκειμένου να δημιουργήσει ατομική του επιχείρηση κρεοπωλείου στο ... Προς τούτο αγόρασε την επιχείρηση κρεοπωλείου που διατηρούσε στο ...

ο Ι. Π., ο δε αναιρεσείων, έχοντας σχετική εμπειρία σε συμφωνίες επαγγελματικών μισθώσεων, συνέδραμε τον αναιρεσίβλητο στις διαπραγματεύσεις του με τον εκμισθωτή του καταστήματος, όπου θα στέγαζε την επιχείρησή του, με τον οποίο (εκμισθωτή) ο αναιρεσίβλητος κατήρτισε το από ...-1999 συμφωνητικό μισθώσεως για χρονικό διάστημα εννέα ετών.

Τη λειτουργία και δραστηριότητα της ως άνω επιχειρήσεως κρεοπωλείου στο ... ήλεγχε αποκλειστικά και μόνον ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος διαπραγματευόταν με τους προμηθευτές, προέβαινε σε πληρωμές και εισπράξεις και είχε την εν γένει επίβλεψη και τον συντονισμό της λειτουργίας της, όλες δε οι διαδοχικές μειώσεις του μισθώματος του μισθίου καταστήματος έλαβαν χώρα κατόπιν σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου και διαπραγματεύσεων μεταξύ αυτού και του εκμισθωτή.

Από τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν προκύπτει η ύπαρξη αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων, με έδρα το ..., αφανή εταίρο τον αναιρεσείοντα και εμφανή εταίρο τον αναιρεσίβλητο, με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας προς επιδίωξη κοινού σκοπού. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-6-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 1306/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ