Legislator Case Law & Legislation
1739/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against enforcement judgment due to statutory limitation on appeal remedies.

Case Number 1739/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a first-instance judgment regarding enforcement proceedings. The appellant argued for the right to appeal, but the respondent contended that the enforcement order was issued after January 1, 2016, triggering a specific legal restriction. The court ruled that under the relevant code, appeals are prohibited for judgments issued during enforcement proceedings initiated after that date, thereby invalidating the appellant's chosen legal remedy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937(1)(b) and 926(2) of the Code of Civil Procedure; Appeals are inadmissible against judgments rendered in enforcement proceedings initiated after January 1, 2016, to prioritize swift resolution.

Keywords

AI generated
enforcement proceedings appeal inadmissibility statutory limitation judicial remedy restriction civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 937 of the Code of Civil Procedure
Article 926 of the Code of Civil Procedure
Article 116 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1739 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1739/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Σαμαρά.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Κιούκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2018 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4832/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", ενώ κατά την παρ.. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1β ιδίου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (και πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 59 του ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος την 1-1-2022, σε συνδυασμό με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 116 παρ. 6β του ίδιου ως άνω νόμου) και εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016 (παρ. 3 άρθρου ένατου του αυτού άρθρου και νόμου), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης".

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο ν. 4335/2015 περιόρισε με ρητή διάταξη και σε σημαντικό βαθμό, τα ένδικα μέσα, επιλέγοντας να υπηρετήσει κατά προτεραιότητα την αξία της γρήγορης περάτωσης των δικών περί την εκτέλεση. Στην πλειοψηφία των δικών που ανοίγονται με ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., στις περιπτώσεις δηλαδή όπου η αναγκαστική εκτέλεση θεμελιώνεται στους συχνότερα εφαρμοζόμενους εκτελεστούς τίτλους, σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, η απόφαση που εκδίδεται θα μπορεί να προσβάλλεται μόνο με έφεση.

Συνεπώς, αποκλείονται, εκτός βέβαια από την ανακοπή ερημοδικίας, και τα έκτακτα ένδικα μέσα, η αναίρεση και η αναψηλάφηση (ΑΠ 597/2022, ΑΠ 1164/2021). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020 "Ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας κλπ", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις" ορίζεται στο εδ.

α` αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης) δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη, το προϊσχύσαν δίκαιο θα εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί πριν την 1.1.2016.

Ως επιταγή νοείται εκείνη που επιστηρίζει την περαιτέρω κύρια εκτελεστική διαδικασία, η οποία αρχίζει με την επιβολή κατάσχεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, όχι δε τυχόν προηγούμενες επιταγές, κατόπιν των οποίων δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους ή και άλλες περαιτέρω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των δικονομικών τους συνεπειών (άρθρ.926 παρ. 2 ΚΠολΔ), ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες από τις οποίες εγκύρως παραιτήθηκε ο επισπεύδων (ΑΠ 224/2022, ΑΠ 1151/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της κρινόμενης υπόθεσης προκύπτει ότι, με αίτηση της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η με αριθμό 12982/2015 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος και η μη διάδικος ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 972.128,47 ευρώ, απαίτηση προερχόμενη από μία συναλλαγματική όψεως, ποσού 1.119.994,97 ευρώ, που εξέδωσε την 14.3.2012 η αναιρεσείουσα, με πληρώτρια την άνω ανώνυμη εταιρία, υπέρ της οποίας τριτεγγυήθηκε ο αναιρεσίβλητος.

Αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω διαταγής πληρωμής μετά της από 16.12.2015 επιταγής προς πληρωμή, κοινοποιήθηκε νόμιμα στον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στις 17.12.2015, χωρίς όμως να ακολουθήσει άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης εντός έτους από την επίδοση της άνω επιταγής. Μετά πάροδο δύο και πλέον ετών και δη την 16.5.2018 η αναιρεσείουσα κοινοποίησε εκ νέου στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω διαταγής πληρωμής μετά της από 14.5.2018 επιταγής προς πληρωμή συνολικού ποσού 1.171.895 ευρώ.

Ακολούθως η αναιρεσείουσα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσίβλητου, και δη επέβαλε, δυνάμει της υπ' αριθ. 836/2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Α., κατάσχεση σε ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 7.596 τ.μ., με τα επ' αυτού κτίσματα, ήτοι ένα πρατήριο καυσίμων με τα σχετικά γραφεία και στέγαστρα, που βρίσκεται στο ...

επί της οδού ... ενώ με το υπ' αριθ. 837/2018 απόσπασμα της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή ορίστηκε ημέρα ηλεκτρονικού πλειστηριασμού η 20.2.2019. Ο καθ` ου η επισπευδόμενη εκτέλεση άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11.9.2018 ανακοπή του ζητώντας την ακύρωση των ως άνω πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας προς διενέργεια των πράξεων αυτών.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 70/2018 απορριπτική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά της οποίας ο ανακόπτων άσκησε έφεση και επ` αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 4832/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η ανακοπή, η οποία και έγινε τελικά δεκτή και ακυρώθηκε η επισπευδόμενη εις βάρος του αναιρεσιβλήτου αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει α) της από 14.5.2018 επιταγής προς πληρωμή β) της υπ' αριθ. 836/2018 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ.

Α., και γ) του υπ' αριθ. 837/2018 αποσπάσματος της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, λόγω καταχρηστικότητας των πράξεων αυτών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία όμως είναι απαράδεκτη, όπως βάσιμα υποστηρίζει και ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του, αφού η άνω διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 περ.

β. εδ. α. ΚΠολΔ, δεν επιτρέπει την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε επί ανακοπής σε περίπτωση που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, όπως εν προκειμένω. Και είναι μεν αληθές ότι η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στις 17.12.2015 στον αναιρεσίβλητο την από 16.12.2015 επιταγή προς πληρωμή, πλην όμως έκτοτε δεν προέβη σε άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, μετά δε την πάροδο έτους δεν μπορούσε να γίνει άλλη πράξη εκτέλεσης βασιζόμενη στην επιταγή αυτή (άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στον αναιρεσίβλητο στις 16.5.2018 και τη νέα από 14.5.2018 επιταγή προς πληρωμή, με βάση την οποία και έγιναν οι περαιτέρω πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, που προσβλήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς, αφού η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, επιδόθηκε μετά την 1.1.2016 και δη την 16.5.2018, δεν επιτρέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, η προηγηθείσα δε επίδοση της από 16.12.2015 επιταγής δεν επιστηρίζει την άνω κύρια εκτελεστική διαδικασία, αφού δεν επακολούθησε κατάσχεση εντός έτους από την επίδοσή της και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος. Σημειωτέον, τέλος, ότι ήδη η παρ. 1 περ. β του άρθρου 937 ΚΠολΔ, αντικαταστάθηκε από 1.1.2022 με το άρθρο 59 του Ν. 4842/2021 και πλέον επιτρέπεται η άσκηση και αίτησης αναίρεσης στις δίκες περί την εκτέλεση, για τις αποφάσεις όμως που θα εκδοθούν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (άρθρο 116 παρ. 6β του ίδιου νόμου), ήτοι μετά την 1.1.2022, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 30.8.2019. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Ιανουαρίου 2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 4832/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ