1739/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1739/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 18-10-2016 κλήση της αναιρεσείουσας(εκκαλούσας- εφεσίβλητης) νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, με την έκδοση της 481/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2284/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε προς ουσιαστική εκδίκαση απ’ αυτό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1739 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1739/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης: Δ. Γ. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σαμψών.
Της καθής η κλήση - εφεσίβλητης - εκκαλούσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία" με το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, (καθολικής διαδόχου, κατά τη διάρκεια της δίκης, της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... και Σία Ο.Ε." και αυτής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... και Σία Ο.Ε."), εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Καλογήρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2002 αγωγή της ήδη καλούσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4502/2005 μη οριστική, 6544/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2846/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1520/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2846/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2284/2015 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-9-2015 αίτησή της και επί της οποίας εκδόθηκε η 481/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την 2284/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κράτησε επί της ουσίας την υπόθεση και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαια που αναιρέθηκε σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 18-10-2016 κλήση της καλούσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18-10-2016 κλήση της αναιρεσείουσας(εκκαλούσας- εφεσίβλητης) νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, με την έκδοση της 481/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2284/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε προς ουσιαστική εκδίκαση απ’ αυτό.
Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθ.12 παρ.4 του ν.4045/2012) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός και, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη(ΑΠ84/2017).
Συνεπώς κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επαναξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση πριν την τροποποίησή του με το νόμο 4335/2015) και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, κατά παραδοχή των πέμπτου και όγδοου λόγων της αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας- εφεσίβλητης, αναιρέθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου, λόγω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ,ως προς τα κεφάλαια, α)της απώλειας των εισοδημάτων της αναιρεσείουσας από την εργασία της, για το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 μέχρι 31-12- 2012, β)της μερικής απώλειας των εισοδημάτων αυτής, λόγω της μόνιμης μερικής αναπηρίας της, από 1-1-2003 και μέχρι τη συνταξιοδότησή της, ήτοι για τα επόμενα τριάντα έξι έτη και οκτώ μήνες και,( ως αμέσως συνεχόμενα με αυτά), γ)των εξόδων μετακίνησής της με ταξί κατά το χρονικό διάστημα από 6-3-2000 μέχρι 31-12-2012 και δ)της ηθικής της βλάβης.
Κατόπιν αυτών, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 2284/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν οι νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκηθείσες κατά της 6544/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η από 31-12-2002 αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία), 1) από 10-3-2009 έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά τους λόγους της που αφορούν την ολική απόρριψη των υπό στοιχεία α και γ και την εν μέρει των λοιπών προαναφερομένων αναιρεθέντων κεφαλαίων και 2) από 27-3-2009 έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης, κατά το λόγο της που αφορά την εν μέρει αποδοχή του ανωτέρω υπό στοιχείο δ αναιρεθέντος κεφαλαίου.
Επισημαίνεται, ότι δεν απαιτείται και κλήση της τελευταίας, προκειμένου να κριθεί η έφεσή της, εφόσον αυτή επανέφερε η ενάγουσα με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας κλήση της, με την οποία ζητούσε την απόρριψή της, οι οποίες και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω
της προφανούς τους συνάφειας(αρθρ.246ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ο λόγος έφεσης της εναγομένης, ο σχετικός με το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, ο οποίος και μόνο εξετάζεται από το παρόν Δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, σύμφωνα με τον οποίο (όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής),"το επιδικασθέν κονδύλιο των 80.000 ευρώ ουδόλως αποτελεί το εύλογο και δίκαιο ποσό με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα τα διδάγματα της πείρας και της λογικής, το βαθμό υπαιτιότητας την έκταση και τις συνέπειες του τραυματισμού και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων" και ότι "θα πρέπει να περιοριστεί στο προσήκον μέτρο, εάν ληφθεί υπόψη ιδιαίτερα ότι η ζημιογόνα πράξη ήταν ο υπερβολικός σεισμός", είναι ορισμένος, ως αναφερόμενος σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει της οποίας αυτή κατέληξε σε εσφαλμένο ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, ποσό.
Δεν απαιτείται δε για το ορισμένο του σχετικού λόγου να αναφέρει η εκκαλούσα, ποιες ήταν οι συγκεκριμένες συνθήκες, ποια τα διδάγματα της πείρας και της λογικής ποιός ο βαθμός υπαιτιότητας, η έκταση του τραυματισμού και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων που επιβάλουν τον περιορισμό του ύψους του συναφούς κονδυλίου, ούτε το συγκεκριμένο ποσό στο οποίο αυτό πρέπει να ανέλθει, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τις προτάσεις της.
Κι’ αυτό, γιατί το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, μετά από συνολική συνεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο βάσει των μερικοτέρων παραπόνων του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτήν (ΑΠ755/2016).
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα 4502/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις .../5-1-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα και για τις οποίες προηγήθηκε νομότυπη κλήτευση της εναγομένης(.../30-12- 200 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Δ. Λ.),ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη η ...-1- 2005
ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη, λόγω εκπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας, όπως έκρινε δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο, η 1520/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε για πρώτη φορά την υπόθεση, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν (ακόμη και το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ήτοι την από 9-5-2017 Βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και το με αριθμ.πρωτ..../16-5-2017, πιστοποιητικό της ...
Αθηνών, που προσκομίζει η εναγομένη, εφόσον δεν παρέλειψε να τα προσκομίσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια), μεταξύ των οποίων και :1) οι από 22-6-2006 και 31-8-2006 εκθέσεις ιατρικής και ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Δ. Α. και Κ. Ζ., νευροχειρουργού και ειδικού ψυχιάτρου, αντίστοιχα που διορίστηκαν ως πραγματογνώμονες με την 4502/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 2) η από 3-1-2007 ιατρική γνωμάτευση του νευροχειρουργού Σ.
Π., που διορίστηκε τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας και 3) η από 4-9-2006 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της εναγομένης, νευρολόγου - ψυχιάτρου Μ. Μ., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 7 Σεπτεμβρίου 1999 και περί ώρα 15.00,ενώ η ενάγουσα οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα εκινείτο επί της οδού ..., κατά τη στιγμή που διερχόταν από οικοδομή ευρισκομένη στον οικοδομικό ..., ιδιοκτησίας της εναγομένης, καταπλακώθηκε από τμήμα του στηθαίου αυτής και της υποκείμενης μαρκίζας που αποκολλήθηκε, λόγω του επισυμβάντος τη στιγμή εκείνη σεισμού, έντασης 5,9 βαθμών της κλίμακας ρίχτερ.
Με την 2846/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έχει ήδη αμετάκλητα κριθεί ότι η αποκόλληση του στηθαίου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης συνισταμένη στην ελαττωματική του κατασκευή και την πλημμελή συντήρησή του απ’ αυτή. Η ενάγουσα, εξάλλου, αμέσως μετά το ατύχημα, μεταφέρθηκε στο τρίτο θεραπευτήριο του ΙΚΑ και κατόπιν στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, όπου και διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα στις εγκάρσιες αποφύσεις αμφοτερόπλευρα του 03,04 και 05 σπονδυλικού σώματος, κάταγμα στην αριστερή εγκάρσια απόφυση του 02,στην ακανθώδη απόφυση του ίδιου σπονδύλου και στη βάση της ακανθώδους απόφυσης του σπονδύλου Θ11,αποκόλληση της δεξιάς ακανθώδους απόφυσης του σώματος του 03 από τη βάση της, μικρό ενδαθρικό κάταγμα και πλάγιου υπεξάρθρημα, κάταγμα στο ιερό οστούν αμφοτερόπλευρα, διερχόμενο δια μέσου των II τμημάτων, μέχρι το ύψος του 12 καθώς και από την πλάγια επιφάνεια αυτού αριστερά και γραμμοειδές κάταγμα στο ελεύθερο χείλος της δεξιάς 11ης πλευράς, εκτεταμένο αιμάτωμα οπισθοπεριτοναιϊκού χώρου με διόγκωση και ανομοιογένεια των λαγονοψοιτών μυών, κατερχόμενη ενδοπυελικά στον προϊερό χώρο και πέριξ του όρθου, με συνύπαρξη συλλογής, στο περιορθικό λίπος και πάχυνση εριορθικής περιτονίας, ελάχιστη ποσότητα υγρού στους οπίσθιους παρανεφρικούς χώρους, κυρίως δεξιά και παρακολικά πάρεση του λεπτού και παχέως εντέρου με μικρού βαθμού διάταση αυτού, υποδόριο αιμάτωμα στην ανώτερη οσφυϊκή χώρα, κεντρικά οπίσθια, εκτεινόμενο από το ύψος του θ12 σπονδύλου μέχρι και τον 04, ανοιχτό κάταγμα του 3ου μεταταρσίου.
Κατά την νευροχειρουργική εκτίμηση στις 8-9-1999,είχε καλό επίπεδο συνεννόησης και ήταν προσανατολισμένη στο χώρο και στον χρόνο, είχε φυσιολογική μυϊκή ισχύ και αισθητικότητα των άκρων, ενώ τα τενόντια αντανακλαστικά της ήταν φυσιολογικά. Εξάλλου, αφού η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το κάταγμα του Δ άκρου ποδός, εξήλθε από το νοσοκομείο, την 1-10-1999, με τη διάγνωση ότι συνεχίζει, να πάσχει από οσφυαλγία μετά τον τραυματισμό της στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, άλγος κατά τη βάδιση και οίδημα στο δεξιό άκρο πόδα, με τη σύσταση αποχής από την εργασία της για τρεις μήνες, από τον ορθοπεδικό-χειρουργό του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας Δ.
Μ.. Ο ίδιος ιατρός, συνιστά στην ενάγουσα σειρά φυσιοθεραπειών λόγω συνεχιζόμενης οσφυαλγίας, ενώ στις 5-1-2000 της συνιστά αποχή από την εργασία της για τις επόμενες εξήντα ημέρες και επανεξέταση. Στις 12-7-2000 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης ΟΜΣΣ,από την οποία προέκυψε έντονη πρόσθια κάμψη του I ιερού σπονδύλου, "πιθανώς λόγω παλαιού κατάγματος του ιερού οστού".
Στις 29-3-2001, η ενάγουσα εξετάσθηκε από τον Α. Κ. Επιμελητή Φυσικής Ιατρικής Αποκατάστασης, ο οποίος γνωμάτευσε ότι "κατά το παρόν χρονικό διάστημα η ασθενής παρουσιάζει εύκολη κόπωση στην παρατεταμένη βάδιση και ορθοστασία με εμφάνιση άλγους στην ΟΜΣΣ και αντιροπιστική κυματική στάση. Η εμφάνιση του άλγους εντοπίζεται στην κατώτερη ΟΜΣΣ με αντανάκλαση έως τους γλουτούς".
Σύμφωνα με το από 17-5- 2001 ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου ... των ΗΠΑ, η ενάγουσα συνεπεία του τραυματισμού της είχε υποστεί σπονδυλόλυση χωρίς σπονδυλολίσθηση
του 05 οσφυϊκού σπονδύλου. Σύμφωνα, εξάλλου, με αριθμ. πρωτ....-7-2003, ...-3- 2004 και ...-7-2004 ιατρικές βεβαιώσεις του προαναφερθέντος Α. Κ., η ενάγουσα εμφανίζει σύνδρομο χρονίου μυοπεριτοναικού τύπου άλγος για την αντιμετώπιση του οποίου χρήζουν εκ περιτροπής ανά εξάμηνο δεκαπέντε συνεδρίες φυσικοθεραπείας. Με την από 9-8-2004 ιατρική του γνωμάτευση ο Χειρουργός -Ορθοπεδικός Γ.Β.
γνωματεύει ότι αφού εξέτασε την ενάγουσα την βρήκε να πάσχει από οξεία οσφυαλγία λόγω μετατραυματικών κακώσεων και της συνέστησε συνεδρίες φυσιοθεραπείας. Στις 21-9-2004 η πρωτοβάθμια υπηρεσιακή υγειονομική επιτροπή τομέα της Νότιας Αθήνας, γνωμάτευσε ποσοστό αναπηρίας 50% στην ενάγουσα. Στις 24-10-2004,εισήλθε στη νευροχειρουργική κλινική του 251 ΓΝΑ με οξεία οσφυαλγία και εξήλθε στις 25-10-2004 με φαρμακευτική αγωγή και γνωμάτευση για τετραήμερη παραμονή κατ’ οίκον.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο νευροχειρουργός Δ. Α., που διορίσθηκε με την 4502/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω (όπως ο ίδιος λεπτομερώς εκθέτει στην ...-6-2006 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης) και εξέτασε στις 14-6-2006 την ενάγουσα, που γεννήθηκε στις 2-2-1974, δικηγόρο στο επάγγελμα, απήντησε ως εξής στα τεθέντα από το άνω δικαστήριο ερωτήματα: 1)Η ενάγουσα κατά τον προαναφερθέντα τραυματισμό της υπέστη σοβαρότατες κακώσεις του σκελετικού της συστήματος, συνεπεία των οποίων επήλθε πόρωση του κατάγματος του ιερού οστού σε θέση κύφωσης, γεγονός που της δημιουργεί σε ένα βαθμό κόπωση στην πολύωρη καταπόνηση της σπονδυλικής στήλης με την ορθοστασία ή την καθιστική στάση.
Ο βαθμός-έκταση που η παραμόρφωση αυτή(κύφωση) εμποδίζει την καθημερινότητά της δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί με ακρίβεια από τον ίδιο. 2) η σπονδυολίσθηση που υπέστη η ενάγουσα από τον ένδικο τραυματισμό της επιβάλλει στον ασθενή την αποφυγή καταπόνησης της σπονδυλικής στήλης με κάθε τρόπο όπως είναι η ανύψωση βάρους, η έντονη γυμναστική ,η ορθοστασία. 3)Δεν διέκρινε χωλότητα στην βάδιση, η δυσλειτουργία στο δεξιό κάτω άκρο εμφανίζεται σε πολύ ακραίες κινήσεις, ενώ ένας μέτριος υπερπρηνισμός που παρουσιάζει, του ίδιου άκρου σαν μία πλατυποδία, δεν θεωρεί ότι έχει ιδιαίτερα έντονες συνέπειες στην καθημερινότητά της, επιπλέον δε η σπονδυλική της στήλη δεν έχει την ευκαμψία, την ευλυγισία και την πλαστικότητα που θα είχε η σπονδυλική στήλη μιας μέσης φυσιολογικής κατάστασης κοπέλας αντίστοιχης ηλικίας, 4) Θεωρεί ότι η έκταση των τραυμάτων της ήταν τέτοια που για την επούλωσή τους χρειαζόταν ένα σημαντικό χρονικό διάστημα.
Οι απαιτήσεις του επαγγέλματος της είναι σημαντικές όσον αφορά την συνεχή κίνηση, την χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, την παράσταση σε δικαστήρια κ.λ.π. Εκτιμά ότι τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2000 αδυνατούσε να ανταποκριθεί στα συγκεκριμένα αυτά καθήκοντα, 5/0 ίδιος εξάλλου πραγματογνώμονας, σε απάντηση του ερωτήματος του δικαστηρίου "εάν η κατάσταση της υγείας της ενάγουσας σήμερα συνεπάγεται μειωμένη απόδοση στην εργασία της, για ποιούς ειδικότερα ιατρικούς λόγους, σε ποιό βαθμό και για πόσο χρονικό διάστημα αναμένεται ιατρικώς να υπάρχει αυτή η μειωμένη απόδοση", απάντησε ως εξής: "η ενάγουσα μου ανέφερε ότι μετά τον τραυματισμό της έχει στραφεί επαγγελματικά στον ερευνητικό τομέα της νομικής επιστήμης που έχει λιγότερες απαιτήσεις όσον αφορά στην καταπόνηση της σπονδυλικής στήλης.
Η πολύωρη παραμονή σε μία θέση είτε όρθια είτε καθιστή με την συνακόλουθη εμφάνιση άλγους δυσχεραίνουν την εργασία κυρίως αυτή πού σχετίζεται με παραστάσεις σε δικαστήρια. Ακόμη όμως και η καθιστική εργασία του ερευνητή της δημιουργεί δυσκολίες μετά από ένα χρονικό όριο απασχόλησης κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς το χρονικό διάστημα αυτής της μειωμένης απόδοσης". 6) η εγκυμοσύνη δεν αντενδείκνυται για την περίπτωση της ενάγουσας, θα πρέπει όμως να είναι ιδιαίτερα προσεκτική με την αύξηση του βάρους της, κατά τη διάρκεια της, για να μην επιβαρυνθεί η σπονδυλική της στήλη και 7) η τελευταία πρέπει να υποβάλλεται περιοδικά σε ιατρικές εξετάσεις νια να εκτιμάται η κατάσταση της σπονδυλικής της στήλης στην οσφυϊκή χώρα και αν έχει υπάρξει εξέλιξη της σπονδυλόλυσης σε σπονδυλολίσθηση, οπότε ενδεχομένως να απαιτηθεί και χειρουργική επέμβαση, ενώ θα ήταν σκόπιμο να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπείες για ενδυνάμωση του μυϊκού της συστήματος.
Ο επίσης διορισθείς πραγματογνώμονας με την προαναφερθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως πραγματογνώμονας, ειδικός ψυχίατρος Κ. Ζ., με την με αριθμ. πρωτ....-8-2006 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του γνωματεύει, αφού έλαβε υπόψη όλο το ιατρικό ιστορικό της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων και των με αριθμό πρωτ. ...14-9-2001 και .../7-12-2004 ιατρικής γνωμάτευσης και πιστοποιητικό, αντίστοιχα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ" και αφού την εξήτασε στις 31-8-2006 γνωμοδότησε, ότι η τελευταία πάσχει από διαταραχή stress μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία, σε συνδυασμό με μια υπολειμματική χρονίσασα καταθλιπτικόμορφη διαταραχή, που προκλήθηκε-πυροδοτήθηκε από τον τραυματισμό της.
Η επίδραση των διαταραχών αυτών στην καθημερινότητά της είναι σημαντική, διότι, την ταλαιπωρούν-εξαντλούν λόγω των διαταραχών του συναισθήματος, μειώνουν ουσιωδώς την ικανότητα της να μετακινηθεί και να εργασθεί, αλλά και την αποτρέπουν από το να αναλάβει υποθέσεις που της υπενθυμίζουν το επίδικο συμβάν, της επιτείνουν το αίσθημα της σωματικής κατωτερότητας, περιορίζουν την αντικειμενική ικανότητα αλλά και τη διάθεσή της για ερωτική ζωή και γενικά υποβαθμίζουν την αίσθηση και την ποιότητα της ζωής της.
Εξάλλου, ο νευροχειρουργός Σ. Π., που διορίστηκε τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας, σύμφωνα με την από 3-1-2007 ιατρική γνωμάτευση τεχνικού συμβούλου, εκτιμά, ότι η κατάσταση της σπονδυλικής στήλης της τελευταίας είναι τέτοια που επιβάλλει, εφ’ όρου ζωής της, ιδιαίτερη προσοχή αυτής όσον αφορά τις δραστηριότητές της και την καταπόνηση της σπονδυλικής της στήλης από τις απαιτήσεις της εργασίας της ως δικηγόρου, καθώς μακροπρόθεσμα η επιδείνωση της υγείας της εμφανίζεται πιθανότερη, αφού η σπονδυλόλυση του 05 σπονδύλου δύναται να εξελιχθεί σε σπονδυλολίσθηση, ενώ εξαιτίας των πολλαπλών καταγμάτων που υπέστη, είναι πιθανόν να εμφανίσει μελλοντικά και σπονδυλοαρθρίτιδα.
Ο νευρολόγος - ψυχίατρος Μ. Μ., ως τεχνικός σύμβουλος της εναγομένης με την από 4-9-2006 έκθεσή του, καταλήγει, ότι η ενάγουσα "εμφανίζει συμπεριφορά και μεθοδεύσεις, που συναντώνται στη νεύρωση της αποζημίωσης (neurosis compensation).Η διαταραχή αυτή είναι γνωστή και έχει εκτεταμένη βιβλιογραφική αναφορά. Εμφανίζεται σε άτομα που συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που υπέστησαν ένα τραυματισμό, παρακινείται από την επιθυμία της χρηματικής αποζημίωσης, ενεργοποιείται από τους δικηγόρους και θεραπεύεται με την ετυμηγορία του δικαστηρίου.
Ο βαθμός της νεύρωσης αποζημίωσης είναι αντιστρόφως ανάλογος του πραγματικού μεγέθους του τραυματισμού". Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη επικαλείται μεν την από 8-11-2006 έκθεση του τεχνικού της συμβούλου Δ.Α., την οποία όμως δεν προσκομίζει. Αντίθετα, προσκομίζει την επικαλούμενη απ’ αυτή από 24-12-2004 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπαιδικού-χειρουργού Δ.
Α., ο οποίος(μετά από εντολή της εναγομένης) και κατόπιν μελέτης των εγγράφων και γνωματεύσεων που αφορούν την ενάγουσα, καταλήγει ότι τα κατάγματα των εγκαρσίων και των ακανθωδών αποφύσεων και της πλευράς της τελευταίας πορώνονται αυτομάτως στις έξι εβδομάδες και δεν αφήνουν συνήθως προβλήματα μετά παρέλευση 3-6 μηνών και ότι όσο αφορά στο ιερό οστό, η παραμείνασα παραμόρφωση της κύφωσης και πιθανώς της εξ’ αυτής αντιρροπιστικής οσφυϊκής λόρδωσης μπορεί, για κάποιο διάστημα 6 μηνών έως 1 χρόνο, να δικαιολογήσει συμπτώματα προσαρμογής των μυοσυνδεσμικών στοιχείων.
Εξάλλου, με την 2284/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ήδη αμετάκλητα ότι η ενάγουσα, συνεπεία του τραυματισμού της κατέστη ανίκανη προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από. 7-9-1999 μέχρι 6- 3-2000, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το συνολικό ποσό των 3.000.0000 δραχμών, ήτοι 500.000 δραχμών μηνιαίως, που θα κέρδιζε από την άσκηση του επαγγέλματος της.
Κατά τη κρίση του παρόντος δικαστηρίου, μετά από εκτίμηση του συνόλου των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω εκθέσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, η λόγω του τραυματισμού της, περιορισμένη(όπως και η ίδια παραδέχεται) αδυναμία προς εργασία της ενάγουσας, διήρκεσε όλο το έτος 2000.
Αποτέλεσμα της μερικής της αδυναμίας προς άσκηση του επαγγέλματος της, της δικηγόρου και κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-2000 έως 31-12-2000,ήταν να απωλέσει, εκτός από τις 350.000 δραχμές που θα λάμβανε μηνιαίως ως πάγια αντιμισθία από την εταιρία "... Γ. Σ., Κ. Χ., Π. Π. ΕΕ"(στην οποία δυνάμει του από 5-5-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού παροχής νομικών υπηρεσιών, είχε συμφωνήσει να παρέχει τις νομικές της υπηρεσίες από 16-5-1999 έως 15-5-2001,αντί 350.000 δραχμών το μήνα) και επιπλέον 50.000 δραχμές από την άσκηση περιορισμένης,(λόγω της υποχρέωσής της να απασχολείται επί οκτώ ώρες καθημερινά σ’ αυτή όπως προκύπτει από το ανωτέρω συμφωνητικό) ελεύθερης δικηγορίας, ήτοι 400.000 δραχμές μηνιαίως.
Από το ποσό όμως αυτό πρέπει να αφαιρεθούν 121625 δραχμές μηνιαίως που, όπως η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στην από 31-12- 2002 αγωγή της, ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα κέρδισε από την "σταδιακή στο μεταξύ αποκατάσταση της υγείας της και την περιορισμένη άσκηση του επαγγέλματος της"(αφαιρώντας από το αιτούμενο για το έτος 2000 κονδύλιο το συνολικό ποσό των 1.459.500 δραχμών),ήτοι να υποστεί ζημία ύψους 278.375(400.000 - 121625)δραχμών το μήνα και συνολική 2.737.354 δραχμών (9χ278375 +25/30),ήτοι 8.033,32 ευρώ.
Αντίθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αδυνατούσε λόγω των συνεπειών του τραυματισμού της να εργαστεί, έστω και μερικώς, κατά τα έτη 2001 και 2002.Κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε από το σύνολο των τεθέντων υπόψη αποδεικτικών στοιχείων, μη εξαιρουμένων και των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, με την επισήμανση ότι και ο πραγματογνώμονας Δ.Α.
που την εξήτασε κατά το έτος 2006, εκτίμησε ότι η σχετική της ανικανότητα θα διαρκούσε μέχρι το τέλος του έτους 2000.Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, κατά το μέρος του που κρίθηκε κατ’ ουσία βάσιμο ήταν και ορισμένο, χωρίς να απαιτείται για τη συγκεκριμενοποίησή του να εκτίθενται περαιτέρω περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αν η σύμβαση με την εργοδότρια εταιρία (με την οποία η ενάγουσα είχε συνάψει το ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής νομικών υπηρεσιών) καταγγέλθηκε ή επιπλέον περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η με αυτή συνεργασία της ενάγουσας εμποδίστηκε όπως υποστηρίζει με τις προτάσεις της η εναγομένη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε στο σύνολο του το αιτούμενο κονδύλιο για απώλεια εισοδημάτων της ενάγουσας λόγω αδυναμίας της προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 7-3-2000 μέχρι 31-12-2002 έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων μόνο σε σχέση με την κρίση του για τον προαναφερθέντα χρόνο από 7-3-2000 μέχρι 31-12-2000 και πρέπει ο τέταρτος λόγος της έφεσής της, που αφορά στο απορριφθέν ως ουσιαστικά αβάσιμο κονδύλιο της απώλειας των εισοδημάτων της από τον τραυματισμό της του χρονικού αυτού διαστήματος να γίνει δεκτός και να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμος για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα .
Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή
στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι’ αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η (αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.
Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωση της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί.
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 122/2006, 2076/2006, 377/2009). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, εκθέτει στην αγωγή της ότι εξαιτίας του ατυχήματος και της εξ αυτού προκληθείσας κατά ποσοστό 50% ανικανότητας της προς άσκηση του επαγγελματός της του δικηγόρου, (οφειλόμενης κατά 35% στην αναπηρία της ήτοι στην μείωση της σωματικής και της ψυχικής της ακεραιότητας και κατά 15% στην παραμόρφωσή της) το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε και στο μέλλον, μετά την άσκηση της αγωγής της, ήτοι από 1-1- 2003 και μέχρι τη συνταξιοδότηση της, δηλαδή επί τριάντα έξη έτη και οκτώ μήνες, θα υποστεί ζημία 1468 ευρώ μηνιαίως (ποσό στο οποίο θα ανερχόταν με πιθανότητα οι αποδοχές της, λαμβανομένων υπόψη των απολαβών της μέχρι το ατύχημα),προσαυξημένη κατά 5% ετησίως.
Αφού επικαλείται δε σπουδαίο λόγο, ζητεί κυρίως, την εφάπαξ επιδίκαση των 2/3 του συνόλου των μελλοντικών περιοδικών δόσεων, ύψους 615.000 ευρώ, επικουρικά δε την καταβολή του συνόλου των εισοδημάτων που θα απολέσει, ύψους 921.584 ευρώ, καταβλητέων σε μηνιαίες δόσεις με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Το ανωτέρω αγωγικό αίτημα είναι ορισμένο και νόμιμο εφόσον η ενάγουσα εκθέτει περιστατικά που πιθανολογούν την αιτούμενη μελλοντική της ζημία, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εναγόμενη. Από το σύνολο όμως των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξ αιτίας των τραυμάτων που υπέστη από το ένδικο ατύχημα κατέστη καθ’ οιονδήποτε ποσοστό ανίκανη προς άσκηση του επαγγέλματος της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (7-2-2008).
Συγκεκριμένα, η τελευταία δεν υπέστη αναπηρία(ο διορισθείς πραγματογνώμονας Δ.Α. γνωμάτευσε ότι δεν διέκρινε χωλότητα στην βάδισή της), ενώ και η κύφωση την οποία πράγματι υπέστη, στη σπονδυλική της στήλη, που είναι μία μορφή παραμόρφωσης, δεν αποδείχθηκε ότι, τουλάχιστον κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, είχε προκαλέσει οιουδήποτε ποσοστού ανικανότητα στην ενάγουσα για την άσκηση του επαγγέλματος της.
Ομοίως και η επίπτωση του τραυματισμού της στην ψυχική της υγεία, δεν αποδείχθηκε ότι την κατέστησε μερικώς ανίκανη προς άσκηση του επαγγέλματος της. Ούτε αποδείχθηκε ότι μειώθηκε η επαγγελματική της δραστηριότητα από την ανάγκη υποβολής σε φυσιοθεραπείες ή ιατρικές εξετάσεις για εκτίμηση της κατάστασης της σπονδυλικής της στήλης.
Άλλωστε, όπως προκύπτει και από το με αριθμ. πρωτ..../16-5-2017 πιστοποιητικό της ..., η ενάγουσα(που προσκομίζει ^άλλωστε και επικαλείται και η ίδια τις σχετικές δηλώσεις στην εφορία των εισοδημάτων της) είχε δηλώσει εισοδήματα, από την άσκηση του επαγγέλματος της, τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008,ύψους 16.037,31,14.481,29,15193,10,16.088,93,12.324,52και 10.934,36 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι ποσά συμβατά με την άσκηση πλήρους δικηγορικής δραστηριότητας από δικηγόρο της ηλικίας της ενάγουσας, που γεννήθηκε το έτος 1974.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί και, από την 6029/21-9-2004 Γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας Υπηρεσιακής Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Αθήνας, περί ποσοστού αναπηρίας 50% στην τελευταία, λόγω "χρονίου άλγους σπονδυλικής στήλης, εύκολης κόπωσης και συχνής ριζιτικής σημειολογίας ΟΜΣΣ",(ασθένεια που θεραπεύεται, όπως εκτίθεται σ’ αυτή),ενώ είναι χαρακτηριστικό ,ότι ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας, που είχε λάβει υπόψη και την εν λόγω Γνωμάτευση(όπως ρητώς αναφέρει στην από 22-6-2006 έκθεσή του)αρκέστηκε στο να επισημάνει, την ύπαρξη ανικανότητας προς εργασία της ενάγουσας μόνο μέχρι τέλους του έτους 2000, ενώ για τυχόν μειωμένη μελλοντική της απόδοση, γνωμάτευσε γενικώς για ύπαρξη "δυσκολίας" στην παρατεταμένη απασχόληση της ενάγουσας κατά την διάρκεια της η μέρας, δεν ανέφερε δε ούτε το βαθμό, ούτε τη διάρκεια της τυχόν μειωμένης απόδοσής της, εκθέτοντας ότι δεν μπορεί να τη προσδιορίσει επακριβώς.
Αλλά και ο τεχνικός της σύμβουλος ,νευροχειρουργός Σ. Π., στην από 3-1-2007 ιατρική γνωμάτευσή του, καταλήγει ότι η επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας εμφανίζεται πιθανότερη, επειδή η σπονδυλόλυση του 05 σπονδύλου δύναται να εξελιχθεί σε σπονδυλολίσθηση και επειδή είναι πιθανόν
να εμφανίσει μελλοντικά και σπονδυλαρθρίτιδα. Επομένως, από την ελεύθερη εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και του συνόλου των αποδείξεων, η μελλοντική αποθετική ζημία της ενάγουσας (από τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μέχρι τη συμπλήρωση του αιτούμενου χρονικού διαστήματος των τριάντα έξη ετών και οκτώ μηνών),δεν μπορεί να προβλεφθεί από τώρα, επειδή τόσο η τυχόν επιδείνωση της υγείας της με εμφάνιση σπονδυλολίσθησης ή σπονδυλοαρθρίτιδας, όσο και οι εκτεινόμενες σε βάθος χρόνου αποδοχές της από την εργασία της, εξαρτώνται από αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον, και των οποίων η τυχόν πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί στο παρόν στάδιο, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας.
Κατ’ ακολουθίαν, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμο στο σύνολο του το αιτούμενο κονδύλιο που αφορά την μερική απώλεια των εισοδημάτων της ενάγουσας, για όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 και επί 36 έτη και 8 μήνες.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας, κατά το σκέλος της που αφορά στο απορριφθέν κονδύλιο του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως 7-2-2008 και να γίνει δεκτός για το υπόλοιπο, χρονικό, διάστημα, και αφού εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμο το κονδύλιο αυτό και για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, να το απορρίψει και πάλι, ως προώρως ασκηθέν όμως.
Σημειώνεται, ότι δεν είναι δυνατή η σχετική αντικατάσταση της αιτιολογίας κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, αφού η απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ’ ουσία μεταβάλει το εύρος του δεδικασμένου από την απόρριψή της ως προώρως ασκηθείσας. Επισημαίνεται, ότι η παραδοχή της 2284/2015 (ταυτόσημης με αυτή της 2846/2011) απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία για να επιδικάσει το δικαστήριο της ουσίας το ποσό των 5000 ευρώ, λόγω μερικής μελλοντικής απώλειας των εισοδημάτων της ενάγουσας, ότι"...από την παραπάνω κατάσταση της υγείας της διαπιστώνεται μερική μόνιμη αναπηρία και παραμόρφωση της σωματικής εμφάνισης της ενάγουσας, που επιδρά στο μέλλον της, διότι προκαλεί μείωση της δυνατότητας της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτής, με συνακόλουθη μελλοντική ζημία για το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής μέχρι τη συνταξιοδότησή της", (κεφάλαιο που αναιρέθηκε με την 481/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου),δεν αποτελεί δεδικασμένο, που να δεσμεύει το παρόν.
Κι’ αυτό γιατί, η διαπίστωση και μόνο των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να καλυφθεί από το δεδικασμένο(ανεξάρτητα από την μη άσκηση αναίρεσης από την εναγομένη),εφόσον το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, και όχι κατ’ ιδίαν στοιχεία της ελάσσονος πρότασης (ΑΠ 362/2006), απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει η ενάγουσα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα για τις μετακινήσεις της με δημοσίας χρήσης ταξί από την οικία της (στη συνοικία ...) μέχρι την οδό ... όπου υποβλήθηκε σε δέκα πέντε συνεδρίες φυσικοθεραπείας στο εργαστήριο "..." (στις 30/5, 31/5, 1/6, 6/6, 7/6, 8/6, 12/6, 14/6, 15/6, 20/6, 21/6, 26/6, 28/6, 29/6 και 30/6 του έτους 2000,υποβλήθηκε σε δαπάνη οκτακοσίων(800)δραχμών ανά διαδρομή με επιστροφή και συνολική 12.000 δραχμών, ήτοι 35,22 ευρώ.
Επισημαίνεται ότι το άνω αγωγικό αίτημα δεν είναι αόριστο λόγω μη αναφοράς ξεχωριστά της αξίας μετάβασης και επιστροφής κάθε διαδρομής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη. Σε άλλη δαπάνη για εκμίσθωση ταξί πέραν του ανωτέρω ποσού (και αυτού που ήδη αμετάκλητα της έχει επιδικαστεί με την 2284/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών των 44,02 επίσης ευρώ) δεν αποδείχθηκε από κανένα από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία ότι η ενάγουσα υποβλήθηκε, για επιπλέον μετακινήσεις της κατά το ίδιο έτος, αλλά και από 1-2-2001 μέχρι 14-9-2001,όπως η ίδια εκθέτει στην αγωγή της.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε στο σύνολο του το ανωτέρω κονδύλιο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, έσφαλε σχετικώς ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας, κατά το ανωτέρω ποσό. Τέλος, η ενάγουσα εξαιτίας του τραυματισμού της από το ένδικο ατύχημα υπέστη ηθική βλάβη.
Ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάστασή της, λαμβανομένων υπόψη, των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής για την πρόκληση αυτού υπαιτιότητας της εναγομένης, του είδους του τραυματισμού της ενάγουσας, ηλικίας τότε είκοσι πέντε ετών και των συνεπειών του, μέχρι τώρα, στη σωματική αλλά και ψυχική της, υγεία (οι οποίες πράγματι προκλήθηκαν απ’ αυτό, είτε οι τελευταίες εκτιμώνται ως διαταραχή stress σε συνδυασμό, με μία υπολειμματική χρονίσασα καταθλιπτικόμορφη διαταραχή, είτε ως νεύρωση της αποζημίωσης), των μέχρι τώρα επιπτώσεών του στην ικανότητα προς εργασία αυτής, της κοινωνικής της θέσης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να οριστεί το ποσό των 40.000 ευρώ, που κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, είναι ανάλογο με το επιδικαζόμενο σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, που όρισε το ποσό αυτό σε 80.000ευρώ,έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πέμπτος (με αριθμό 2) λόγος της έφεσης της εναγομένης και να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικώς βάσιμες οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά παραδοχή των προαναφερθέντων λόγων τους και να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα ανωτέρω μεταβιβασθέντα με την 481/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κεφάλαια.
Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί κατά το αρθρ. 535§1 ΚΠολΔ και εκδικασθεί εκ νέου από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση στην ουσία της κατά τα ως άνω κεφάλαιά της, πρέπει η ένδικη από 31-12-2002 αγωγή,(όπως το αίτημά της είχε περιοριστεί μερικώς σε αναγνωριστικό), να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.069 (8.033,32+35,22)ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, αμφότερα, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Εξ άλλου, με την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και κατά ένα κεφάλαιο της, εξαφανίσθηκε πλήρως και η διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα (ΑΠ3/2015), οπότε παρέλκει πλέον η έρευνα του σχετικού μ’ αυτά έβδομου λόγου της έφεσης της ενάγουσας. Λόγω δε της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας,(συνυπολογιζομένης σ’ αυτό και της αμοιβής των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, ύφους 1300 ευρώ) και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά μεταξύ τους (αρθρ. 178,191ΚΠολΔ).Επισημαίνεται ότι λόγω του κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 178 ΚΠολΔ, επιμερισμού των δικαστικών εξόδων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, δεν είναι τούτο υποχρεωμένο να προβεί στην εκκαθάριση του υποβληθέντος από την ενάγουσα πίνακα εξόδων της(ΑΠ1515/2007).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, τις από 10-3-2009 και 27-3-2009 αντίθετες εφέσεις τους κατά της 6544/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται αυτές τυπικά και στην ουσία.
Εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος.
Κρατεί και δικάζει την από 31-12-2002 αγωγή, κατά το ίδιο σκέλος.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ότι πρέπει να απορριφθεί.
Δέχεται αυτή, κατά ένα μέρος.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των οκτώ χιλιάδων εξήντα εννέα (8.069) ευρώ και αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο,(για αμφότερα τα ποσά) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ