1739/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1739/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1739 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1739/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Μιχαήλ Κράια, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 916/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Τ. Υ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας - επιγνώσεως, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή.
Η πράξη της ψευδορκίας είναι τετελεσμένη με την ολοκλήρωση της ψευδούς καταθέσεως του μάρτυρα που ορκίστηκε, όχι δε και της συζητήσεως της υποθέσεως (αστικής ή ποινικής) στο ακροατήριο, ούτε και της όλης περί την απόδειξη διαδικασίας, διότι η εξέταση κάθε μάρτυρα αποτελεί αυτοτελές μέρος της διαδικασίας και είναι αδιάφορο, αν δεν προήλθε ή δεν μπορούσε να προέλθει καμιά ωφέλεια ή βλάβη από την ψευδή κατάθεση, αφού το έγκλημα είναι αφηρημένης διακινδύνευσης, ειδικότερα δε συντελείται το έγκλημα αυτό, ακόμη και αν η εκδοθείσα απόφαση δεν στηρίχθηκε στην ψευδή κατάθεση.
Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς.
Ο Ειρηνοδίκης είναι αρμόδιος να λαμβάνει ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εφ’ όσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που ίσχυε μέχρι την 31-12-2015, ήτοι πριν την κατάργηση του με το άρθρο 1 δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, και εξακολουθεί να είναι,(αρμόδια αρχή), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 421 επ., του από 1-1-2016 ισχύοντος Κ.Πολ.Δ.
με τις τροποποιήσεις του ανωτέρω νόμου. Οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου, εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ’ αυτές.
Εξαίρεση υπάρχει αν λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων στην οποία δεν προβλέπεται, προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου όπως στην τακτική διαδικασία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς: α)πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα, κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον φυσικό αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει .συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα (224§2ΠΚ), για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατεθέντα, ισχυριζόμενα ή διαδιδόμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Όταν δε πρόκειται για ψευδορκία μάρτυρα κατά τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως ενώπιον ειρηνοδίκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να περιέχεται στην καταδικαστική απόφαση, αφενός η κατά νόμο αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη, ενώπιον του οποίου δίδεται η κατάθεση, και αφετέρου, η Αρχή ενώπιον της οποίας είναι επιτρεπτή, κατά νόμο, η χρησιμοποίηση της βεβαιώσεως αυτής και η λήψη υπόψη της, ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο, προς διάγνωση της διαφοράς.
Ακόμη, πρέπει να αναφέρεται σ’ αυτήν και η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας, ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση, εκτός αν επρόκειτο αυτή να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, οπότε δεν απαιτείται να εκτίθεται και αυτό.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ.916/2016 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, Ε. Γ. του Α., για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, με φυσικούς αυτουργούς, α) την συγκατηγορουμένη και συγκαταδικασθείσα με αυτήν αδελφή της Ε.
Γ., η αίτηση αναιρέσεως της οποίας τέθηκε στο αρχείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 4411/2016,και β) την αθωωθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Ι. Κ., σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, Τ. Υ., και την καταδίκασε, μετά από αναγνώριση ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου84 παρ. 2 περ.
δ! Π Κ, (ειλικρινής μεταμέλεια), σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών (8+4), την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της, ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία πρώτης κατηγορουμένης -η δεύτερη ήδη αναιρεσείουσα- εκπροσωπείτο στη δίκη από τον πληρεξούσιο συνήγορο της) - δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά πλειοψηφία, τα εξής: "Η δεύτερη κατηγορούμενη Ε.
Γ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, τη με αριθμ. κατάθεσης ...16.12.2008 αγωγή της κατά του εγκαλούντα Τ. Υ. του Σ., με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης από την εις βάρος τη αδικοπραξία του τελευταίου, η οποία θα συζητούνταν κατά τη δικάσιμο της 13.1.2009. Κατόπιν αιτήσεως της ίδιας κατηγορούμενης, για λήψη ένορκης βεβαίωσης, την οποία θα προσκόμιζε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, προς απόδειξη της αγωγής της αυτής , η πρώτη κατηγορουμένη Ε.
Γ., η οποία είναι αδερφή της δεύτερης κατηγορουμένης, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών, σύμφωνα με τη με αριθμό …/2009 ένορκη βεβαίωση του, που συντάθηκε προς τούτο, τα ακόλουθα: "Είμαι αδελφή της Ε. Γ. και ξέρω ότι από τότε που μπήκε στο δήμο, το 1987, ο κ. Υ. την παρενοχλούσε και βρισκόταν συνέχεια σε ένταση η αδελφή μου, η οποία ένταση μεταδίδονταν και στην οικογένεια μας.
Την άνοιξη του 1995 ο Τ. Υ. μέσα στο γραφείο μου της είπε επί λέξει: "Ε. το ξέρεις ότι είσαι πολύ εντυπωσιακή γυναίκα; Είσαι το όνειρο κάθε αρσενικού! Το στήθος σου ξεσηκώνει πάθη σε κάθε άνδρα!" Και τώρα τελευταία, τον Ιούνιο του 2008 και πιο πρόσφατα στις 23/10/2008, με αφορμή ένα σεμινάριο που δεν τη επέτρεψε να παρακολουθήσει, μου είπε ότι ο κ.
Υ. επανέλαβε τις ανήθικες προτάσεις του και επίτηδες της αρνήθηκε τη συμμετοχή της σ’ αυτό επειδή και πάλι δεν ενέδωσε. Εξαιτίας όλων των παραπάνω έχει κλονιστεί σοβαρά η κατάσταση της υγείας της, παρουσιάζει υπέρταση και παίρνει φάρμακα". Τα ανωτέρω, όμως, γεγονότα, που κατέθεσε η πρώτη κατηγορούμενη ήσαν ψευδή και αυτή τα κατέθεσε εν γνώσει του ότι ήσαν ψευδή και η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι ο εγκαλών, ο οποίος είναι Γενικός Διευθυντής του Δήμου…, ουδέποτε παρενόχλησε σεξουαλικά την δεύτερη κατηγορούμενη, ουδέποτε της έκανε ανήθικες προτάσεις και ουδέποτε την πίεσε να ενδώσει σε ανήθικες προτάσεις του προκειμένου να έχει καλή υπηρεσιακή εξέλιξη, αντίθετα, ενεργούσε πάντοτε στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων και μόνο.
Το γεγονός δε ότι τα περιστατικά που κατέθεσε η πρώτη κατηγορουμένη ήσαν ψευδή και αυτή τα κατέθεσε εν γνώσει του ψεύδους της προέκυψε από τις σαφείς, περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας οι οποίες δεν αντικρούονται από οποιοδήποτε, προσκομιζόμενο από την εν λόγω κατηγορουμένη αποδεικτικό μέσο.
Αντιθέτως από την αντίθεση μεταξύ των κατατεθέντων από την ίδια στην εν λόγω ένορκη κατάθεση ότι το περιστατικό του έτους 1995 έλαβε χώρα ενώπιον της και των διατεινομένων επίσης, από την ίδια τόσο κατά την απολογία της ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και ότι όσα κατέθεσε τα γνώριζε από την αδελφή της δεύτερη των κατηγορουμένων, επιβεβαιώνουν ότι γνώριζε ότι όσα κατέθεσε ήταν ψευδή και τα κατέθεσε εν γνώσει του ψεύδους τους, παρακινούμενη, όπως αναφέρει η ίδια στην απολογία της ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου από το αίσθημα ότι ήταν υποχρεωμένη να συμπαρασταθεί στην αδελφή της.
Επομένως η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ αυτή πράξη της ψευδορκίας. Κατά την κρίση όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου η κατηγορουμένη Ε. Γ. έπρεπε να κηρυχθεί αθώα .......Περαιτέρω και με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η πρώτη κατηγορουμένη οδηγήθηκε στην ως άνω ψευδή κατάθεση της έπειτα από επαναλαμβανόμενες παραινέσεις της δεύτερης κατηγορουμένης για να καταθέσει, καθώς και διαβεβαιώσεις της ίδιας περί της αλήθειας των όσων θα κατέθετε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατόπιν άλλης αιτήσεως, επίσης, της δεύτερης κατηγορούμενης, για λήψη ένορκης βεβαίωσης, την οποία θα προσκόμιζε ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, προς απόδειξη, επίσης, της ίδιας ως άνω αγωγής, κατά του ίδιου ως άνω εγκαλούντα Τ. Υ., η οποία θα συζητούνταν κατά την ως άνω δικάσιμο, η Ι.
Κ. κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών, σύμφωνα με την με αριθμό …/2009 ένορκη βεβαίωση του, που συντάχθηκε ενώπιον του προς τούτο, τα ακόλουθα: "Γνωρίζω, καθ’ ότι τυγχάνω συνάδελφος της κυρίας Γ. στο δήμο … και μου είχε πει ότι, κατ’ επανάληψη εδώ και πολλά χρόνια, ο γενικός διευθυντής του δήμου, Τ.
Υ., της έκανε ανήθικες προτάσεις και ειδικότερα μου είπε ότι την άνοιξη του 1995 ο κ. Τ. Υ. μέσα στο γραφείο του της είπε επί λέξει: "Ε. το ξέρεις ότι είσαι πολύ εντυπωσιακή γυναίκα; Είσαι το όνειρο κάθε αρσενικού! Το στήθος σου ξεσηκώνει πάθη σε κάθε άνδρα". Στις 12.6.2008 ήρθε στο κοινό μας γραφείο εξαγριωμένη και μου επανέλαβε με αγανάκτηση ότι και πάλι της έκανε ανήθικες προτάσεις για να βοηθήσει στην υπηρεσιακή εξέλιξη της.
Ακόμη, πρόσφατα μου είπε ότι τον Οκτώβριο του 2008 όταν πήγε η κ. Γ. στο γραφείο του κ. Υ., για να του ζητήσει κάποια εύλογη εξήγηση για την άρνηση του να συμμετάσχει εκείνη σε επιμορφωτικό πρόγραμμα, ο κ. Υ. της έκανε και πάλι ανήθικη πρόταση και συγκεκριμένα της είπε: "Τόσα χρόνια πέρασαν και μυαλό δεν έβαλες.
Αν ήσουν πιο "συνεργάσιμη", αν έκανες μερικές παραχωρήσεις, τώρα και στο σεμινάριο θα πήγαινες και καλή θέση θα είχες. Θα αποκτούσες εξουσία και θα ήσουν πολύ δυνατή μέσα στο δήμο". Τα ανωτέρω, όμως, γεγονότα που κατέθεσε η 2η κατηγορούμενη είναι ψευδή και η αλήθεια, είναι ότι ο εγκαλών Α. Υ., ο οποίος είναι Γενικός Διευθυντής του Δήμου …, ουδέποτε παρενόχλησε σεξουαλικά την τρίτη κατηγορούμενη, ουδέποτε της έκανε ανήθικες προτάσεις και ουδέποτε την πίεσε να ενδώσει σε ανήθικες προτάσεις του προκειμένου να έχει καλή υπηρεσιακή εξέλιξη, αντίθετα, ενεργούσε πάντοτε στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων και μόνο.
Αποδείχθηκε δε ότι και η μάρτυρας αυτή οδηγήθηκε στην κατάθεση των ως άνω ψευδών γεγονότων έπειτα από επαναλαμβανόμενες παραινέσεις της δεύτερης κατηγορουμένης για να καταθέσει, καθώς και διαβεβαιώσεις της ίδιας περί της αλήθειας των όσων θα κατέθετε. Ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης ότι τελούσε σε πλάνη τόσο κατά την άσκηση της αγωγής και ότι ακολούθησε τις νομικές υποδείξεις του πληρεξουσίου δικηγόρου της, όσο και κατά την προτροπή των ως άνω μαρτύρων να καταθέσουν τα προαναφερθέντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος επειδή η αγωγή συντάχθηκε από τον πληρεξούσιο της με βάση τα αναφερόμενα από αυτή, η οποία αν κατέβαλε οποιαδήποτε προσοχή και επιμέλεια, ενόψει και της ηλικίας της και των πνευματικών και επαγγελματικών της ικανοτήτων θα μπορούσε να αντιληφθεί το ψεύδος των περιστατικών που συμπεριελήφθησαν στην εν λόγω αγωγή και κατατέθηκαν κατόπιν επανειλημμένων προτροπών κα πιεστικών παραινέσεων, από τις προαναφερθείσες και κατά συνέπεια και τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων της Επομένως η δεύτερη κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ αυτήν πράξης της ψευδορκίας κατά συρροή.
Στο διατακτικό του διέλαβε τα εξής: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την πρώτη κατηγορουμένη Ε. Γ. ένοχη, κατά πλειοψηφία του ότι: Στις ..., στις 13.1.2009 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του κ. Ειρηνοδίκη Σερρών, κατόπιν αιτήσεως της τρίτης κατηγορούμενης, Ε.
Γ., για λήψη ένορκης βεβαίωσης την οποία θα προσκόμιζε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, προς απόδειξη της με αριθμ. κατάθεσης ...16.12.2008 αγωγής της κατά του εγκαλούντα, Τ. Υ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία θα συζητούνταν κατά τη δικάσιμο της 19.1.2008, κατέθεσε εν γνώσει της τα εξής ψέματα και συνετάγη η με αριθμό 7/2009 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Σερρών: "Είμαι αδελφή της Ε.
Γ. και ξέρω ότι από τότε που μπήκε στο δήμο, το 1987, ο κ. Υ. την παρενοχλούσε και βρισκόταν συνέχεια σε ένταση η αδελφή μου, η οποία ένταση μεταδίδονταν και στην οικογένεια μας. Την άνοιξη του 1995 ο Τ. Υ. μέσα στο γραφείο μου της είπε επί λέξει: "Ε. το ξέρεις ότι είσαι πολύ εντυπωσιακή γυναίκα; Είσαι το όνειρο κάθε αρσενικού! Το στήθος σου ξεσηκώνει πάθη σε κάθε άνδρα!" Και τώρα τελευταία, τον Ιούνιο του 2008 και πιο πρόσφατα στις 23/10/2008, με αφορμή ένα σεμινάριο που δεν τη επέτρεψε να παρακολουθήσει, μου είπε ότι, ο κ.
Υ. επανέλαβε τις ανήθικες προτάσεις του και επίτηδες της αρνήθηκε τη συμμετοχή της σ’ αυτό επειδή και πάλι δεν ενέδωσε. Εξαιτίας όλων των παραπάνω έχει κλονιστεί σοβαρά η κατάσταση της υγείας της, παρουσιάζει υπέρταση και παίρνει φάρμακα". Τα ανωτέρω όμως γεγονότα που κατέθεσε η πρώτη κατηγορούμενη είναι εν γνώσει της ψευδή και η αλήθεια, την οποία γνώριζε, είναι ότι ο εγκαλών, ο οποίος είναι Γενικός Διευθυντής του Δήμου …, ουδέποτε παρενόχλησε σεξουαλικό την τρίτη κατηγορούμενη, ουδέποτε της έκανε ανήθικες προτάσεις και ουδέποτε την πίεσε να ενδώσει σε ανήθικες προτάσεις του προκειμένου να έχει καλή υπηρεσιακή εξέλιξη, αντίθετα, ενεργούσε πάντοτε στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων και μόνο.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την δεύτερη κατηγορουμένη Ε. Γ. ένοχη ομόφωνα για ηθική αυτουργία κατά συρροή στην πράξη της ψευδορκίας και ειδικότερα του ότι: Στις ... στις 13.1.2009, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα αδικήματα που επισύρουν στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας, στον άνω τόπο και χρόνο, και ειδικότερα:
Α) Ενεργώντας με ιδιαίτερη φορτικότητα και πειθώ, προκάλεσε και έπεισε τη πρώτη κατηγορουμένη, Ε. Γ., να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα όπως η πράξη αυτή περιγράφεται ανωτέρω. Β) Ενεργώντας επίσης με ιδιαίτερη φορτικότητα και πειθώ προκάλεσε και έπεισε την Ι. Κ., να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα του ότι:
Η Ι. Κ. στις ..., στις 13.1.2009 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του κ. Ειρηνοδίκη Σερρών, κατόπιν αιτήσεως της τρίτης κατηγορούμενης, Ε. Γ., για λήψη ένορκης βεβαίωσης την οποία θα προσκόμιζε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, προς απόδειξη της με αριθμ.
κατάθεσης ...16.12.2008 αγωγής της κατά του εγκαλούντα, Τ. Υ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία θα συζητούνταν κατά τη δικάσιμο της 19.1.2008, κατέθεσε τα εξής ψέματα και συνετάγη η με αριθμό …/2009 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Σερρών: "Γνωρίζω, καθ’ ότι τυγχάνω συνάδελφος της κυρίας Γ. στο δήμο … και μου είχε πει ότι, κατ’ επανάληψη εδώ και πολλά χρόνια, ο γενικός διευθυντής του δήμου, Τ.
Υ., της έκανε ανήθικες προτάσεις και ειδικότερα μου είπε ότι την άνοιξη του 1995 ο κ. Τ. Υ. μέσα στο γραφείο του της είπε επί λέξει: "Ε. το ξέρεις ότι είσαι πολύ εντυπωσιακή γυναίκα; Είσαι το όνειρο κάθε αρσενικού! Το στήθος σου ξεσηκώνει πάθη σε κάθε άνδρα". Στις 12.6.2008 ήρθε στο κοινό μας γραφείο εξαγριωμένη και μου επανέλαβε με αγανάκτηση ότι και πάλι της έκανε ανήθικες προτάσεις για να βοηθήσει στην υπηρεσιακή εξέλιξη της.
Ακόμη, πρόσφατα μου είπε ότι τον Οκτώβριο του 2008 όταν πήγε η κ. Γ. στο γραφείο του κ.Υ. για να του ζητήσει κάποια εύλογη εξήγηση για την άρνηση του να συμμετάσχει εκείνη σε επιμορφωτικό πρόγραμμα, ο κ. Υ. της έκανε και πάλι ανήθικη πρόταση και συγκεκριμένα της είπε: "Τόσα χρόνια πέρασαν και μυαλό δεν έβαλες.
Αν ήσουν πιο "συνεργάσιμη", αν έκανες μερικές παραχωρήσεις, τώρα και στο σεμινάριο θα πήγαινες και καλή θέση θα είχες. Θα αποκτούσες εξουσία και θα ήσουν πολύ δυνατή μέσα στο δήμο". Τα ανωτέρω, όμως, γεγονότα που κατέθεσε η 2η κατηγορούμενη είναι ψευδή και η αλήθεια, είναι ότι ο εγκαλών Α. Υ., ο οποίος είναι Γενικός Διευθυντής του Δήμου …, ουδέποτε παρενόχλησε σεξουαλικά την τρίτη κατηγορούμενη, ουδέποτε της έκανε ανήθικες προτάσεις και ουδέποτε την πίεσε να ενδώσει σε ανήθικες προτάσεις του προκειμένου να έχει καλή υπηρεσιακή εξέλιξη, αντίθετα, ενεργούσε πάντοτε στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων και μόνο.
Με βάση αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως αν: α) η υπ’ αριθ.…/13-1-2009, ένορκη βεβαίωση της μάρτυρας Ε.
Γ. και β) η υπ’ αριθ. …/13-1- 2009 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρας Ι. Κ., (φερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση ως φυσικών αυτουργών του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα), που λήφθηκαν αμφότερες ενώπιον αρμόδιας αρχής, ήτοι του Ειρηνοδίκη Σερρών, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας, φερομένης ως ηθικής αυτουργού, - δηλαδή με την επιμέλεια της- για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση της υπ’ αριθ.
καταθέσεως ...16-12- 2008 αγωγής της κατά του εγκαλούντος, (εκεί εναγομένου), Τ. Υ. του Σ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που θα συζητείτο την 19-1-2008, με την οποία ζητούσε αποζημίωση λόγω της σε βάρος της αδικοπραξίας του, είχαν ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, (αντιδίκου της), ως όριζε το άρθρο 270παρ. 2 Κ.
Πολ. Δ., που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του αδικήματος (13-1-2009). Από την έλλειψη αυτή, της προσβαλλόμενης απόφασης γεννάται κενό και αμφίβολο σημείο, αν οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, των οποίων το περιεχόμενο κρίθηκε ψευδές από το δικαστήριο της ουσίας, που καταδίκασε την αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας για την ψευδορκία των φυσικών αυτουργών, (μαρτύρων), ήταν υποστατό αποδεικτικό μέσο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, στην πολιτική δίκη, ώστε να ασκεί επιρροή σ’ αυτήν και να καθίσταται με τον τρόπο αυτόν αντικείμενο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα.
Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται, κατά το σημείο αυτό, της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αξιώνουν οι ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, από δε την έλλειψη αυτή στερείται και νομίμου βάσεως. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, που ερείδεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ! ΚΠΔ, (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και του αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου λόγου, (άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.), της εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 224 παρ. 2 και 46 ΠΚ, με την μορφή της ελλείψεως νομίμου βάσεως, να αναιρεθεί, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 916/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ