1739/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1739/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα, από την ανοιγείσα τραπεζική πίστωση, δικαιώματα του τρίτου εξαρτώνται από τη μορφή αυτής, δηλαδή αν είναι ανακλητή ή αμετάκλητη πίστωση. Στην πρώτη περίπτωση η προς τον τρίτο ειδοποίηση της τράπεζας περιέχει απλώς τη δήλωση, ότι ο τρίτος μπορεί να προσκομίσει τα φορτωτικά έγγραφα και να εισπράξει το ποσό της πίστωσης, εφόσον μέχρι τότε η πίστωση δεν έχει ανακληθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1739 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1739/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALFA TΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωτσογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6791/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5604/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 94 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, από δε τη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Συνεπώς, η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο που επέσπευσε τη συζήτηση υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, την ακυρότητα της κλήσης (ΑΠ 1633/2007, ΑΠ 1883/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επίσης, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Κρήτης Μ. Σ. επί του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, που προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής (αίτησης) με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως στις 29-10-2013 στον αναιρεσίβλητο από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικ. Κανέλλια. Η πληρεξουσιότητα του ως άνω δικηγόρου προκύπτει από το με αρ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Εμμανουήλ - Βασιλικάκη. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει η απολειπομένη αναιρεσείουσα, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
ΙΙ) Με την από 8-4-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5604/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 6791/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσείουσας (4ης εναγομένης) να καταβάλουν στον ενάγοντα εντόκως το ποσό των 59.433,85 ευρώ. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Ως τραπεζική ενέγγυα πίστωση, νοείται η συμφωνία με βάση την οποία ορισμένη τράπεζα, συνήθως του τόπου προορισμού των εμπορευμάτων (εκδότρια τράπεζα), ύστερα από εντολή του πελάτη της αγοραστή των εμπορευμάτων (εντολέα), αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό σε τρίτο πρόσωπο, τον πωλητή των εμπορευμάτων (δικαιούχο), ανοίγοντας πίστωση υπέρ αυτού, έναντι της εμφάνισης εκ μέρους του τελευταίου ορισμένων εκ των προτέρων καθορισμένων εγγράφων, όπως έγκυρης φορτωτικής, τιμολογίων κλπ, ή να εξουσιοδοτήσει άλλη τράπεζα, συνήθως του τόπου κατοικίας του δικαιούχου, να προβεί στην εν λόγω πληρωμή.
Η σύμβαση αυτή, ρυθμίζεται, στην Ελλάδα από τις διατάξεις των άρθρων 25 επ. του ν.δ. της 17ης Ιουλίου - 13ης Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών". Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση, που έχει το νομικό χαρακτήρα της έκταξης (ΑΚ 876 επ.) υπό ευρεία έννοια, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει ο απαιτούμενος κατά νόμο για την ύπαρξη της έκταξης όρος της εγχείρισης εγγράφου από τον εκτάσσοντα στον υπερού η έκταξη (λήπτη), εξυπηρετεί ιδίως τις ανάγκες του διεθνούς εμπορίου και δεν έχει λάβει τη μορφή αναγκαστικού δικαίου, αφού ρυθμίζονται θέματα που δεν έχουν εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο προς διευκόλυνση της τραπεζικής διαμεσολάβησης στο διεθνές εμπόριο, δημοσίευσε το έτος 1933 τους "Ομοιόμορφους Κανόνες και Συνήθειες", οι οποίοι διαρκώς αναθεωρούνται (1951, 1962, 1974, 1983, 1993 και τελευταία 2007). Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν νομικούς κανόνες (ούτε καν με ισχύ κανόνων ενδοτικού δικαίου), αφού προέρχονται από όργανο που δεν έχει νομοθετική εξουσία, ούτε συνιστούν εθιμικό δίκαιο, αλλά, σε περίπτωση που τα μέρη παραπέμπουν συμβατικά σ` αυτούς, λαμβάνονται υπόψη ως "τραπεζικές συνήθειες", κατά την ερμηνεία της σύμβασης, για τη συμπλήρωση των κενών της (ΑΚ 200), καθώς και για τον καθορισμό του τρόπου εκπλήρωσης της παροχής.
Τα, από την ανοιγείσα τραπεζική πίστωση, δικαιώματα του τρίτου εξαρτώνται από τη μορφή αυτής, δηλαδή αν είναι ανακλητή ή αμετάκλητη πίστωση. Στην πρώτη περίπτωση η προς τον τρίτο ειδοποίηση της τράπεζας περιέχει απλώς τη δήλωση, ότι ο τρίτος μπορεί να προσκομίσει τα φορτωτικά έγγραφα και να εισπράξει το ποσό της πίστωσης, εφόσον μέχρι τότε η πίστωση δεν έχει ανακληθεί.
Στην αμετάκλητη πίστωση, αντίθετα, στην οποία δημιουργείται ευθεία και αμετάκλητη υποχρέωση της τράπεζας, έναντι του δικαιούχου τρίτου, για την πληρωμή, βάσει αφηρημένης υπόσχεσης χρέους κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η προς τον τρίτο ειδοποίηση για το άνοιγμα της πίστωσης περιέχει την έννοια της ανέκκλητης πρότασης της τράπεζας, η οποία, γινόμενη δεκτή από τον τρίτο, ρητώς ή σιωπηρώς, επιφέρει το αμετάκλητο της τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης (σχ.
ΑΠ 38/2006 ΑΠ 394/ 2006, ΑΠ 1150/1998). Οι ομοιόμορφοι κανόνες και συνήθειες, όπως αυτοί ισχύουν με την αναθεώρησή τους το έτος 1993 (που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου σύναψης και εκτέλεσης της σύμβασης ) ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στο άρθρο 13Α ότι οι τράπεζες οφείλουν να ελέγχουν όλα τα καθορισμένα από την πίστωση έγγραφα με λογική φροντίδα για να εξακριβώσουν αν αυτά φαίνονται στην όψη τους ότι συμφωνούν ή όχι με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης.
Το αν συμφωνούν τα καθοριζόμενα έγγραφα στην όψη τους με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης, θα κριθεί βάσει της διεθνούς τυποποιημένης πρακτικής, όπως απεικονίζεται στα άρθρα αυτά. Έγγραφα τα οποία στην όψη τους φαίνονται ότι δεν συμφωνούν μεταξύ τους, θα θεωρούνται ότι στην όψη τους δεν συμφωνούν με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης.
Έγγραφα, που δεν απαιτούνται από την πίστωση, δεν θα ελέγχονται από τις Τράπεζες. Αν ληφθούν τέτοια έγγραφα, θα επιστρέφονται στον εκχωρητή ή θα διαβιβάζονται χωρίς ευθύνη. Στο άρθρο 13Β ότι υπάρχει ένα χρονικό όριο το πολύ επτά εργάσιμων ημερών από τη λήψη των εγγράφων, προκειμένου να ελέγξει τα προσκομισθέντα έγγραφα η Τράπεζα και να αποφασίσει αν θα τα δεχθεί ή θα τα απορρίψει.
Στο άρθρο 14Β ότι η Τράπεζα οφείλει να αποφασίσει με βάση τα έγγραφα και μόνον αν αυτά στην όψη τους φαίνονται ότι συμφωνούν ή όχι με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης και σε αρνητική απάντηση μπορεί να αρνηθεί και την παραλαβή τους. Στο δε άρθρο 14Γ παρέχεται η ευχέρεια στην Τράπεζα, προτού αποφασίσει να απορρίψει τα έγγραφα, να έλθει σε επαφή με τον εντολέα πελάτη της για τυχόν άρση της ασυμφωνίας.
Επίσης στο άρθρο 15 εδ. α` των πιο πάνω ομοιόμορφων κανόνων και συνηθειών ορίζεται ότι οι Τράπεζες δεν αναλαμβάνουν καμία υποχρέωση ή ευθύνη για τον τύπο, επάρκεια, ακρίβεια, γνησιότητα, παραποίηση ή νομική ισχύ οποιουδήποτε εγγράφου ή με τους γενικούς ή ειδικούς όρους που περιλαμβάνονται σε έγγραφα ή έχουν προστεθεί σε αυτά.
Τέλος στο άρθρο 13Γ ορίζεται ότι αν μία πίστωση περιέχει προϋποθέσεις, χωρίς να κατονομάζει τα έγγραφα που πρέπει να εμφανισθούν προς διαπίστωση της εκπληρώσεως της, οι Τράπεζες θα θεωρούν τέτοιες προϋποθέσεις ως ανύπαρκτες και θα τις αγνοούν. Από τις παραπάνω ρυθμίσεις συνάγεται ότι, προκειμένης τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης, επί της οποίας μάλιστα έχει συμφωνηθεί η εφαρμογή των πιο πάνω ομοιόμορφων κανόνων και συνηθειών, η εκδότρια Τράπεζα, προτού προβεί στην καταβολή προς τον δικαιούχο του ποσού της ανοιγείσης υπέρ αυτού πίστωσης οφείλει με τους αρμόδιους υπαλλήλους της να προβεί, μέσα σε εύλογη χρονική προθεσμία, στον έλεγχο των παραληφθέντων απ` αυτή φορτωτικών εγγράφων, προκειμένου να διαπιστώσει την "κατ' όψη" εξωτερική κανονικότητα αυτών, συνισταμένη στο εάν αυτά έχουν εκδοθεί νομίμως και εάν τα αναγραφόμενα εμπορεύματα είναι σύμφωνα με τις οδηγίες του αγοραστή που διαλαμβάνονται στην σύμβαση, ευθυνόμενη άλλως για δόλο ή αμέλεια προς αποκατάσταση της τυχόν ζημίας του πελάτη αυτής, στα πλαίσια της μεταξύ αυτού και της Τράπεζας υφισταμένης σύμβασης έμμισθης εντολής.
Ο έλεγχος αυτός διαλαμβάνει τόσο την διαπίστωση τυχόν αταξιών ως προς την κανονικότητα των εγγράφων, όπως την ύπαρξη όλων των εγγράφων που απαιτεί η πίστωση, την αρίθμηση τιμολογίων ή φορτωτικών, τη χρονολόγηση τους, την ύπαρξη των αναγκαίων υπογραφών, την περιγραφή του εμπορεύματος, στο οποίο αφορά η πίστωση με αναφορά στο είδος και την ποσότητα, την ύπαρξη διορθώσεων ή ξεσμάτων, όσο και τη διαπίστωση αντιφάσεων είτε από δηλώσεις επί ενός και μόνο εγγράφου (πχ εσφαλμένος υπολογισμός της συνολικής τελικής τιμής του τιμολογίου με βάση την ποσότητα του εμπορεύματος και την ανά μονάδα τιμή), είτε από την σύγκριση των εγγράφων μεταξύ τους (π.χ.
διαφορετική περιγραφή του εμπορεύματος στην πίστωση, το τιμολόγιο, την φορτωτική, διαφορετικές ενδείξεις στο τιμολόγιο ή την φορτωτική σε σχέση με τον χρόνο ή τόπο φόρτωσης ή την ποσότητα του εμπορεύματος) ή από δηλώσεις επί των εγγράφων που είναι αντίθετες με την κοινή πείρα που διαθέτει ο μέσος συναλλασσόμενος στην αγορά.
Μερικές όμως ατέλειες των εγγράφων όπως επουσιώδεις ελλείψεις, σφάλματα κατά την πληκτρολόγηση, ξύσματα ή διαγραφές προς διόρθωση γραφικών ή συντακτικών μόνο λαθών, αναγραμματισμοί, αντιφατικές εγγραφές που αίρονται ευχερώς από την απλή και μόνον επισκόπηση του περιεχομένου του προσκομισθέντος εγγράφου, δεν συνιστούν λόγο προς απόρριψη αυτών, ούτε δημιουργούν υποχρέωση της εκδότριας Τράπεζας να ενημερώσει σχετικώς τον πελάτη της προς άρση της ασυμφωνίας.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, το μεν θα αντέβαινε στην ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 13 Α των ομοιόμορφων κανόνων και συνηθειών που αποδίδοντας "τραπεζική συνήθεια" ορίζει ότι ο ανωτέρω έλεγχος των εγγράφων από τις τράπεζες γίνεται "με λογική φροντίδα", αφετέρου δε θα προκαλούσε ανυπέρβλητες και χωρίς ουσιαστικό λόγο δυσχέρειες στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005, ΑΠ 68/2013, ΑΠ 70/2013). Αν αποδίδεται στην απόφαση το σφάλμα ότι ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε κάποια διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, η διάταξη πρέπει να καθορίζεται, συγκεκριμένα, καθώς και πού έγκειται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, με βάση πάντοτε τα περιστατικά που έγιναν δεκτά (ΑΠ 103/2013).
ΙV) Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν ερμήνευσε ουδέ εφήρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων περί έκταξης, των άρθρων 25 έως 34 του ν. δ/τος 17.7./13.8.1923, τους μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντες όρους και τους εφαρμοζόμενους, κατόπιν κοινής συμφωνίας με τον αναιρεσίβλητο, "Ομοιόμορφους Κανόνες και Συνήθειες" του ΔΕΕ και ειδικά τα άρθρα 3, 13 Α, 13 Β, 13 Γ, και 27 αυτών, με το να δεχθεί ότι η ζημία του αναιρεσιβλήτου είναι απότοκος της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας.
Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων έχει επιχείρηση, η οποία ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων. Στις αρχές Δεκεμβρίου 2002 ο Ν. Β., πωλητής της πρώτης των εναγομένων, της οποίας ο δεύτερος και η τρίτη είναι ομόρρυθμα μέλη, επισκέφθηκε τα γραφεία του, εκτελώντας εντολές της εργοδότριάς του πρώτης των εναγομένων, του δήλωσε ότι αυτή αντιπροσώπευε εταιρία με την επωνυμία "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL" με έδρα το ...
του Πακιστάν και ότι αυτή παράγει τζην υφάσματα για παντελόνια. Του επέδειξε δε δείγμα (κομμάτι) από βαμβακερό ύφασμα τζην 14,5 ουγγιών, το οποίο διατίθετο προς πώληση στην Ελλάδα από την πακιστανική εταιρία δια μέσου της αντιπροσώπου της, πρώτης των εναγομένων και επί πλέον του δήλωσε ότι ήδη είχε έτοιμο προς εξαγωγή στο τελωνείο στο λιμάνι του ...
του Πακιστάν 21.600 μέτρα υφάσματος σε συμφέρουσα τιμή (1,05 ευρώ ανά μέτρο υφάσματος), ενώ η προμήθεια που θα εισέπραττε η πρώτη των εναγομένων για τη διαμεσολάβηση θα ανερχόταν σε ποσοστό 5%, επί της αξίας των εμπορευμάτων που αυτός θα αγόραζε. Επειδή η τιμή ήταν πράγματι συμφέρουσα ο ενάγων συμφώνησε να προβεί στην αγορά του υφάσματος.
Η πληρωμή συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν με τραπεζική ενέγγυα πίστωση. Ειδικότερα συμφώνησαν ότι η πώληση θα γίνει σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονταν στο με στοιχεία ... προτιμολόγιο. Το εν λόγω προτιμολόγιο είχε εκδοθεί στις 11-12-2002 και αφορούσε 21.600 μέτρα υφάσματος τύπου Denim Indigo Color-Standard quality, ποιότητας 14 oz πάχους 63 χιλ.
προς ένα ευρώ και πέντε λεπτά (1,05) το μέτρο, συνολικής αξίας των εμπορευμάτων 22.680,00 ευρώ, στο οποίο ποσό περιλαμβανόταν προμήθεια 5% της αντιπροσώπου εταιρίας, ήτοι της πρώτης των εναγομένων, ποσού 1134,00 ευρώ. Η φόρτωση των εμπορευμάτων θα γινόταν στο πλοίο M. C. και σε χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος της ενέγγυας πίστωσης και το αργότερο μέχρι τις 28-12-2002 με επιπλέον προθεσμία 21 ημερών για την εμφάνιση των εγγράφων και θα αποστέλλονταν από το ...
του Πακιστάν στην Αθήνα μέσω Ντουμπάι. Στη συνέχεια στις 18-12-2002 ο ενάγων απευθύνθηκε στην τέταρτη των εναγομένων τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΒΑΝΚ" στο υποκατάστημα αυτής στην Αθήνα (Αθηνάς αρ. 16) και ζήτησε το άνοιγμα τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης. Ανοίχθηκε πίστωση με αριθμούς 3947 με χρέωση του λογαριασμού ...
που τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα για το ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία των εμπορευμάτων του προτιμολογίου, ήτοι για ποσό 21.546,00 ευρώ και της προμήθειας της πρώτης των εναγομένων, ήτοι 1134,00 ευρώ, με δικαιούχο την εταιρία "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL". Η πίστωση ήταν υπό τον όρο της προσκομιδής στην τράπεζα εκ μέρους της πωλήτριας εταιρίας των παρακάτω εγγράφων:
α) πρωτότυπου εμπορικού τιμολογίου και έξι αντιγράφων αυτού που θα συμπεριλάμβανε δήλωση της δικαιούχου ότι το εμπόρευμα είναι σύμφωνο με αυτό που περιγράφεται στο προτιμολόγιο, β) πλήρη σειρά φορτωτικής θαλάσσιας μεταφοράς εις διαταγήν της τέταρτης των εναγομένων με την ένδειξη "ναύλος προπληρωμένος" και γ) πιστοποιητικό προέλευσης Πακιστάν, άδεια εξαγωγής (EXPORT licence), κιβωτολόγιο (Packing list), τιμοκατάλογο (price List) και πιστοποιητικό FORM A καθώς και δ) ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταφοράς των εμπορευμάτων.
Στις 16 Ιανουαρίου 2003 η τέταρτη των εναγομένων ειδοποίησε τον ενάγοντα για την άφιξη των αποσταλέντων από την πωλήτρια εταιρία εγγράφων δια μέσου της ανταποκρίτριας πακιστανικής τράπεζας SONERI BANK σχετικά με την 3947 ενέγγυα πίστωση, τα οποία έγγραφα ήταν τα εξής: 1) το με στοιχεία ... εμπορικό τιμολόγιο της εταιρίας "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL", που αφορούσε ποσότητα 21.600 μέτρων υφάσματος, ποιότητας Denim 14 oz, όπως περιγράφεται στο προαναφερόμενο προτιμολόγιο, προς 1,05 ευρώ το μέτρο, συνολικής καθαρής αξίας του υφάσματος 21.546, 00 ευρώ, επιβαρυνόμενο με 5% προμήθεια της αντιπροσώπου εταιρίας (1134,00) ευρώ και συνολικής αξίας 22.680,00 ευρώ 2) η με ...
με ημερομηνία 28-12-2002 φορτωτική της βρετανικής εταιρίας "LLOYDS MARITIME & TRADING L.T.D" για τη μεταφορά των εμπορευμάτων του προαναφερόμενου προτιμολογίου από το ... του Πακιστάν προς το λιμάνι του Πειραιά με το πλοίο M. C.-..., 3) το ... πιστοποιητικό προέλευσης (certificate of origin) του Γραφείου του Αναπληρωτή Δ/ντή Προώθησης Εξαγωγών της Κυβέρνησης του Πακιστάν για τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο ίδιο προτιμολόγιο και αφορούν την ...
ενέγγυα πίστωση, 4) το από τον Δεκέμβριο 2002 έγγραφο για τη συσκευασία των εμπορευμάτων (PACKING LIST) που περιγράφονται στο ίδιο προτιμολόγιο και 5) η PK/DE/1/03/00621/31-12-2002 άδεια εξαγωγής του Γραφείου του Αναπληρωτή Δ/ντή Εξαγωγών της Κυβέρνησης του Πακιστάν που αφορά τα εμπορεύματα του ίδιου προτιμολογίου. Η τέταρτη των εναγομένων διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι όλα τα έγγραφα είχαν αποσταλεί νομίμως και κατόπιν αυτού ο ενάγων προέβη σε ασφάλιση της μεταφοράς των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις υποδείξεις της τέταρτης των εναγομένων στη θυγατρική της εταιρία "ΑLΡΗΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη των πάσης φύσεως κινδύνων της μεταφοράς τους.
Με την προσκόμιση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου η τέταρτη των εναγομένων κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρία δια μέσου της ανταποκρίτριας τράπεζας, το ποσό των 21.546, 00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο παραπάνω τιμολόγιο. Ακολούθως η τέταρτη των εναγομένων τράπεζα παρέδωσε στον ενάγοντα όλα τα έγγραφα που είχαν αποσταλεί σ' αυτή από την ανταποκρίτρια τράπεζα του Πακιστάν για να προχωρήσει στην έκδοση αδειών εισαγωγής.
Ο ενάγων υπέβαλε την αρ. 20135/Ε3/9135/20-1-2003 αίτηση στη Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Ροών της Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Διαχείρισης πολιτικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την έκδοση άδειας εισαγωγής των παραπάνω εμπορευμάτων για να προχωρήσει στη διαδικασία εκτελωνισμού.
Η αρμόδια όμως υπηρεσία του κατέστησε γνωστό με το αρ. πρωτ. 200128/Ε3/128/4-2-2003 έγγραφό της ότι η άδεια εξαγωγής PK/DE/1/03/00621 που εκδόθηκε στις 31-12-2002 από το Γραφείο του Αναπληρωτή Δ/ντή Προώθησης Εξαγωγών της κυβέρνησης του Πακιστάν στο ... διαβιβάστηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες γνωστοποίησαν ότι δεν ήταν έγκυρη και για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατόν να χορηγήσουν άδεια εισαγωγής.
Μετά από έρευνα που διενήργησε ο ενάγων διαπίστωσε ότι η πωλήτρια εταιρία "CΟΤΤΟΝ DESIGNER INTERNATIONAL" ήταν ανύπαρκτη και στη διεύθυνση που είχε δηλωθεί δεν υπήρχε κτήριο αλλά οικόπεδο. Ανύπαρκτη ήταν και η εταιρία "World's Arrarel Stocks House", με την οποία η πρώτη των εναγομένων είχε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και η οποία φερόταν ότι αντιπροσώπευε και την πωλήτρια.
Όλα τα στοιχεία που αναγράφονταν στο προτιμολόγιο που είχε παραδώσει η πρώτη των εναγομένων, στο τιμολόγιο και το packing List ήταν ανυπόστατα και εικονικά. Οι διευθύνσεις των εταιριών Worlds Apparel Stock House (αντιπροσώπου της πακιστανικής εταιρίας), Sea Road Shipping Agencies που υπογράφει τη φορτωτική ως πράκτορας του πλοίου και "Panjang Container Line", που υπογράφει τη φορτωτική ήταν ανύπαρκτες ενώ και οι εταιρίες που φέρονταν να έχουν εκδώσει τα παραπάνω έγγραφα δεν ήταν καταχωρημένες στο επιμελητήριο του Πακιστάν.
Στα έγγραφα, που είχαν αποσταλεί από τη φερόμενη ως πωλήτρια εταιρία, υπήρχαν ορισμένες αταξίες. Ειδικότερα: α) όσον αφορά τις ποσοστώσεις στην άδεια εξαγωγής αναφέρεται PK/DE αντί PK/EL με συνέπεια να μην επιτρέπεται η εισαγωγή των εμπορευμάτων στην Ελλάδα και β) στο certificate of origin αναφέρεται ως ημερομηνία θεώρησης για την εξέταση των εμπορευμάτων, ημερομηνία μεταγενέστερη της αναγραφόμενης στη φορτωτική και συγκεκριμένα η φόρτωση των εμπορευμάτων φέρεται ότι έγινε στις 28-12-2002 ενώ στο certificate of origin αναγράφεται ημερομηνία θεώρησης η 04-01-2003.
Ο ενάγων εξαιτίας αυτού υπέστη ζημία ............. Υπαίτιοι για τη ζημία του ενάγοντος είναι οι εναγόμενοι και δη α) ............ β) η τέταρτη των εναγομένων ALPHA BANK, η οποία εκπλήρωσε πλημμελώς τις συμβατικές της υποχρεώσεις από την καταρτισθείσα σύμβαση της τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης. Συγκεκριμένα, αν και κατά τη σύμβαση η εν λόγω εναγομένη - εφεσίβλητη έπρεπε να καταβάλει το τίμημα υπό τον όρο ότι θα προσκομίζονταν σ' αυτή το τιμολόγιο, η φορτωτική, πιστοποιητικό προέλευσης, άδεια εξαγωγής και κιβωτολόγιο, η εναγομένη προβαίνοντας σε πλημμελή έλεγχο δεν επέδειξε την οφειλόμενη "λογική φροντίδα", δηλαδή την απαιτούμενη επιμέλεια και δεν διαπίστωσε, όπως όφειλε, ότι η άδεια εξαγωγής ανέφερε ως χώρα εξαγωγής τη Γερμανία ενώ το εμπόρευμα θα εισάγονταν στην Ελλάδα και η φορτωτική ανέγραφε ως τόπο προορισμού την Ελλάδα.
Έτσι στα δύο αυτά έγγραφα υπήρχε αντίφαση την οποία έπρεπε να επισημάνει. Επίσης, η ημερομηνία θεώρησης του εμπορεύματος στο πιστοποιητικό εξαγωγής ανέγραφε ως ημερομηνία την 04-01-2003, ήτοι ημερομηνία μεταγενέστερη της φορτώσεως, που ήταν 28-12-2002, το οποίο είναι αντίθετο με την κοινή πείρα, διότι δεν μπορεί η θεώρηση του φορτίου να γίνει μεταγενέστερα της φορτώσεώς του.
Τις παραπάνω αταξίες των εγγράφων που αντιφάσκουν μεταξύ τους αλλά και με την κοινή πείρα όφειλε να ελέγξει και να επισημάνει η εν λόγω εναγομένη τράπεζα και να ενημερώσει τον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης -εναγομένης τράπεζας ότι ενημερώθηκε ο ενάγων με επιστολή για την ατέλεια των εγγράφων δεν αποδείχθηκε, καθόσον, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της επιστολής, που απέστειλε στον ενάγοντα, ενημέρωσε αυτόν μόνο για τη διαφορά στα έγγραφα ως προς τη διεύθυνση αυτού και όχι για τις παραπάνω αταξίες που παρουσίαζαν τα έγγραφα.
Συνεπώς η εν λόγω εναγομένη δεν ενήργησε σύμφωνα με τα επιτασσόμενα από τους Ομοιόμορφους κανόνες και συνήθειες και δεν επέδειξε την ανάλογη στις συναλλαγές επιμέλεια, εφόσον οι υπάλληλοί της με πλημμελή έλεγχο δεν εντόπισαν τις παραπάνω αταξίες των εγγράφων, δεν ενημέρωσαν σχετικά μ' αυτές τον ενάγοντα και τελικά κατέβαλαν το τίμημα του εμπορεύματος χωρίς να πληρούνται οι όροι που είχαν τεθεί για την καταβολή του. Οι παραπάνω ατέλειες ήταν σημαντικές και με έλεγχο "κατόψιν" έπρεπε να εντοπισθούν αν ο έλεγχος ήταν επιμελής. Ούτε μπορούν να θεωρηθούν επουσιώδεις και ότι δεν αποτελούσαν λόγο απορρίψεως των εγγράφων, όπως έκρινε περί αυτού εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο...".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις, ούτε άλλες διατάξεις δια της μη εφαρμογής τους, καθόσον (με βάση τις παραδοχές του Εφετείου) αν η αναιρεσείουσα Τράπεζα (4η εναγομένη) ήλεγχε όλα τα καθορισμένα από την πίστωση έγγραφα "με λογική φροντίδα" θα διαπίστωνε κατά τον κατ' όψη έλεγχο ότι ορισμένα δεν συμφωνούσαν με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης, δεδομένου ότι ούτε η Γερμανία ήταν, σύμφωνα με την άδεια εξαγωγής, η χώρα εξαγωγής, ούτε ήταν δυνατόν λογικά ο έλεγχος των εμπορευμάτων να γίνει μετά τη φόρτωση αυτών Οι αταξίες δε αυτές ήταν σημαντικές, ενώ από την αναγραφή στο πιστοποιητικό εξαγωγής ως ημερομηνία θεώρησης του εμπορεύματος την 4-1-2003, δηλαδή μεταγενέστερη της φόρτωσης, που ήταν η 28-12-2002, θα μπορούσε εύκολα να υποθέσει κάποιος ότι τουλάχιστον δεν είχε προηγηθεί έλεγχος των εμπορευμάτων πριν τη φόρτωσή τους, με οτιδήποτε αυτό μπορεί να συνεπάγεται (εμπορεύματα μη ανταποκρινόμενα στα συμφωνηθέντα κλπ.).
Επίσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αγοραστής, δεν ενημερώθηκε για τα παραπάνω από την Τράπεζα, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο κατά την ανέλεγκτο κρίση του, αλλά η τελευταία προχώρησε στην καταβολή των αναφερόμενων στην προσβαλλομένη απόφαση ποσών για τίμημα ανύπαρκτων εμπορευμάτων προκαλώντας έτσι ζημία στον ενάγοντα.
Κατ' ακολουθίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. V) Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις, που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.
Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους.
Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ` αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί, όμως, παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/1983).
Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί (Ολ.
ΑΠ 927/1982, ΑΠ 988/2012, ΑΠ 1271/2012). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν ερμήνευσε ουδέ εφήρμοσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, με το να μη δεχθεί τον ισχυρισμό της περί μείωσης του ποσού της οφειλής της προς τον αναιρεσίβλητο κατά ποσοστό 99,9%, διότι ο τελευταίος από δικό του πταίσμα (αμέλεια) συνετέλεσε στη ζημία του συνάπτοντας μία διεθνή εμπορική συμφωνία (αγορά υφασμάτων) χωρίς να προβεί προηγουμένως στον απαιτούμενο έλεγχο ως προς την αξιοπιστία και φερεγγυότητα της αντισυμβαλλομένης πωλήτριας εταιρείας, παραβαίνοντας έτσι την επιβαλλόμενη από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη υποχρέωσή του.
Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ένσταση που πρότεινε πρωτοδίκως η τέταρτη των εναγομένων και επαναφέρει νομίμως με τις προτάσεις της περί απορρίψεως της αγωγής και επικουρικά μειώσεως κατά το άρθρο 288 του ΑΚ του ποσού της αποζημιώσεως του ενάγοντος διότι από δικό του πταίσμα, κατά το άρθρο 300 του ΑΚ, συνετέλεσε στη ζημία του και συγκεκριμένα διότι δεν ήλεγξε την αντισυμβαλλόμενη εταιρία και την ανταποκρίτρια της ώστε να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και τη φερεγγυότητά τους ιδίως επειδή προσέφερε εμπορεύματα σε εξευτελιστικές τιμές αλλά αντί αυτού έσπευσε να τα αγοράσει είναι μη νόμιμη και απορριπτέα.
Τούτο διότι η ζημία του ενάγοντος επήλθε (εκτός από την αμελή συμπεριφορά των εκπροσώπων της πρώτης των εναγομένων) και διότι οι δικοί της υπάλληλοι δεν προέβησαν στον έλεγχο των εγγράφων όπως έπρεπε και είχαν υποχρέωση να προβούν πριν καταβάλουν το τίμημα των εμπορευμάτων και όχι διότι ο ενάγων δεν προέβη σε έλεγχο της εταιρίας από την οποία αγόρασε, εφόσον για την καταβολή του τιμήματος τέθηκαν όροι, οι οποίοι δεν τηρήθηκαν από την πλευρά της".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, διότι η ζημία που υπέστη ο αναιρεσίβλητος οφείλεται σε "αταξίες" που υπήρχαν σε έγγραφα των οποίων την κανονικότητα κατ' όψη έπρεπε, σύμφωνα με όρο της τραπεζικής ενέγγυας σύμβασης, να ελέγξει η Τράπεζα.
Οι δε αταξίες που υπήρχαν, σύμφωνα με την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, φαίνονταν κατ' όψη και μπορούσαν να διαπιστωθούν αν προηγείτο επιμελής έλεγχος, οπότε, μετά τη διαπίστωσή τους, και δεδομένου ότι ήταν ουσιώδεις, δεν θα έπρεπε να καταβληθεί το τίμημα αγοράς των εμπορευμάτων (υφασμάτων) αλλά να ενημερωθεί σχετικά ο αναιρεσίβλητος, οπότε θα αποφεύγονταν η ζημία.
Κατ' ακολουθία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου πλημμέλεια και πρέπει ο σχετικός λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2013 αίτηση της εταιρείας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" για αναίρεση της 5604/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ