Supreme Court dismisses appeal for vague legal errors without specific statutory interpretation or application facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a consumer contract dispute. The appellant alleged violations of substantive civil law articles but failed to specify the exact legal error or interpretation issue. The court ruled that such vague grounds do not meet the requirements for a valid annulment request under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 12 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and statutory interpretation failure, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1739 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1739/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " PROTON TΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" κατόπιν απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη και κατόπιν εγκρίσεως της τροποποίησης της επωνυμίας και της έδρας της εταιρείας από "PROTON ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπατσίκη, ο οποίος δήλωσε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 9250/9-10-11 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, ιδρύθηκε νέο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΝΕΑ PROTON TΡAΠEZA AE" που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "PROTON TΡAΠEZA AE" ως εκ του νόμου ειδική διάδοχος αυτής, στα οποία (δικαιώματα και υποχρεώσεις) συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη συμβατική σχέση.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άρη Γεωργιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3017/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3018/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του έκτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοσθείσης διατάξεως ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 28/1997, Ολ.Α.Π. 30/1997).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ.: "Όποιος ζημιώσει άλλον, παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό τις διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του Α. Κ. (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας. 'Οταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνον όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου, προς ενέργεια της παραληφθείσης πράξεως, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, επιβάλλουσα λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου (ΑΠ 1167/2004).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα την προσγενομένη ζημία (Α.Π. 290/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε σε αυτήν, μεταξύ των άλλων και τα εξής: "... Στις 22-6-2005 ο Α. Χ. (διευθυντής της αναιρεσειούσης) ενημέρωσε και πάλι την ενάγουσα ότι θα εκδιδόταν νέο επενδυτικό προϊόν με τον τίτλο "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5" με όρους παρόμοιους με το προηγμένο.
Ειδικότερα το ομόλογο θα ήταν δεκαετές με επιτόκιο 6%, μετά δε την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου (ποσοστού 20%), η μέγιστη καθαρή του απόδοση θα ήταν 4,8%, όπως δε και το προηγούμενο θα ανακαλούνταν σύντομα. Για τους λοιπούς όρους του προϊόντος της δόθηκαν προφορικά από τον ανωτέρω υπάλληλο οι ίδιες πιο πάνω διαβεβαιώσεις που της είχαν δοθεί και για το προηγούμενο.
Μετά ταύτα η ενάγουσα έδωσε την τηλεφωνική εντολή να επενδυθεί στο νέο αυτό προϊόν το ποσό των 90.000 ευρώ. Και πάλι δεν της δόθηκαν γραπτοί όροι του ανωτέρω επενδυτικού προϊόντος αν και τους ζήτησε, της δόθηκε δε η διαβεβαίωση ότι θα τους παραλάμβανε όταν θα μετέβαινε στο κατάστημα Γλυφάδας της αρχικώς εναγομένης για να υπογράψει τη σχετική αίτηση συμμετοχής. 'Όταν όμως η ενάγουσα μετέβη στο πιο πάνω κατάστημα της αρχικώς εναγομένης για να υπογράψει την αίτηση και πάλι δε της παραδόθηκαν οι όροι [παρά το γεγονός ότι στη σχετική αίτηση αναγράφεται "Όροι και Προϋποθέσεις (όπως συνημμένοι Όροι Έκδοσης)"] και για το λόγο αυτό κάτω από την αίτηση συμπλήρωσε ιδιοχείρως το εξής κείμενο: "Η εντολή για την αγορά του προϊόντος δόθηκε τηλεφωνικώς, κατόπιν συνεννοήσεως με τον κ.
Χ.. Δεν μου παραδόθηκαν οι όροι του προϊόντος". 'Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, κατά τις δύο πρώτες τριμηνιαίες περιόδους εκτοκισμού του ανωτέρω ομολόγου, ήτοι από 22-6-2005 έως 22-9-2005 και από 22-9-2005 έως 22-12-2005, προέκυψαν υπέρ της ενάγουσας τόκοι ανερχόμενοι στα ποσά των 1.350 ευρώ για καθεμία από τις περιόδους αυτές και μετά την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου (1.350 Χ 20% = 270), της καταβλήθηκε, με πίστωση του προαναφερθέντος λογαριασμού της, το ποσό των 1.080 ευρώ για καθεμία από τις τριμηνιαίες αυτές περιόδους.
Στις αρχές Μαρτίου του έτους 2006, δηλαδή λίγες ημέρες πριν από τη λήξη του τρίτου τοκομεριδίου που θα λάμβανε χώρα στις 22-3-2006, η αρχικώς εναγομένη, μέσω του διευθυντή του καταστήματός της στη Γλυφάδα ονόματι Μ., έκανε γνωστό στην ενάγουσα ότι κατά την τρέχουσα τριμηνία (από 22-12-2005 έως 22-3-2005) το προαναφερθέν ομόλογο δεν θα απέδιδε τόκο και ότι συνεπεία τούτου αυτό δεν θα είχε καμία απόδοση μέχρι τη λήξη του, δηλαδή μέχρι τις 22-6-2015.
Η ενάγουσα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Α. Χ. και εκείνος την πληροφόρησε ότι σύμφωνα με έναν από τους όρους του ομολόγου "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5", οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε δεν της είχαν γνωστοποιηθεί, αν κατά την ημερομηνία λήξεως οποιουδήποτε τοκομεριδίου, το διατραπεζικό επιτόκιο Euribor του ευρώ εμφάνιζε απόκλιση από το προκαθορισμένο για την περίοδο του τοκομεριδίου αυτού όριο, τότε ο υποκείμενος τίτλος (ομόλογο) θα έπαυε εφεξής και μέχρι τη λήξη του να αποδίδει τόκους και ότι αυτό θα συνέβαινε ακόμα και αν καθ' όλη τη διάρκεια των επομένων περιόδων εκτοκισμού ο δείκτης Euribor βρισκόταν μέσα στα προκαθορισμένα για τις περιόδους αυτές όρια.
Τον ανωτέρω ουσιωδέστατο όρο, ο οποίος καθιστούσε το επενδυτικό προϊόν "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5" ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη επένδυση, δεν είχε γνωστοποιήσει στην ενάγουσα η αρχικά εναγομένη από βαριά αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων της (προστηθέντων αυτής). Τούτο προκύπτει και από το ότι σε δύο εσωτερικές εγκυκλίους της αρχικά εναγομένης με τις επικεφαλίδες ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 3" και "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5", τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, αναγράφονται κατά λέξη στη μεν πρώτη "Σε περίπτωση που για κάποιο διάστημα το Euribor ξεπεράσει το ανώτατο όριο, ο πελάτης δεν θα εισπράττει απόδοση για το διάστημα αυτό.
Όταν η τιμή του επιτοκίου επανέλθει στα απαιτούμενα όρια, η απόδοση του πελάτη συνεχίζεται κανονικά να υπολογίζεται με 5% ετήσια", στη δε δεύτερη "Διευκρινίζουμε λοιπόν ότι η απόδοση του πελάτη, υπολογίζεται βάσει των ημερών του τριμήνου που το επιτόκιο του τριμήνου Euribor κυμαίνεται στα όρια που περιγράφονται παραπάνω.
Σε περίπτωση που για κάποιο διάστημα το επιτόκιο Euribor ξεπεράσει το ανώτατο όριο, ο πελάτης δεν θα εισπράττει απόδοση για το διάστημα αυτό. Όταν η τιμή του επιτοκίου επανέλθει στα απαιτούμενα όρια, η απόδοση του πελάτη συνεχίζεται κανονικά να υπολογίζεται σύμφωνα με την παραπάνω περιγραφή". Δηλαδή ακόμα και στις εγκυκλίους αυτές (με τις οποίες η αρχικώς εναγομένη επεξηγούσε στους συναλλασσομένους με τους πελάτες υπαλλήλους της τους όρους των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων, προκειμένου αυτοί με την σειρά τους να τους ανακοινώσουν στους πελάτες), όχι μόνο δεν γίνεται αναφορά στον πιο πάνω ουσιωδέστατο όρο αλλά παρατίθεται εντελώς αντίθετη προς την αληθή ερμηνεία του.
Η κρίση του δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται από το υπ' αριθμ. πρωτ. 24306/10-3-2006 υπηρεσιακό σημείωμα της αρχικώς εναγομένης προς τους υπαλλήλους της (διευθυντές - υποδιευθυντές καταστημάτων κ.λ.π.), όπου αναγράφονται, σχετικά με το προϊόν "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5", τα εξής "Ρεαλιστικό σενάριο: το 3μηνο Euribor να μην επανέλθει ποτέ εντός των ορίων, μηδενίζοντας το κουπόνι για όλη την υπόλοιπη διάρκειά του (λήξη 22/6/2015), αφού εάν ένα κουπόνι είναι μηδενικό τότε και όλα τα υπόλοιπα μηδενίζονται".
Αυτό γιατί το πιο πάνω υπηρεσιακό σημείωμα, το οποίο ερμηνεύει τον επίμαχο όρο τελείως αντίθετα από τις προηγούμενες δύο εγκυκλίους, εκδόθηκε στις 10-3-2006, δηλαδή μετά τις αρχές Μαρτίου του ίδιου έτους, οπότε όπως προαναφέρθηκε, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αρχικώς εναγομένης γνωστοποίησαν για πρώτη φορά στην ενάγουσα τον επίμαχο όρο και το γεγονός ότι επέκειτο η πραγμάτωσή του ...".
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά την μη γνωστοποίηση, εκ μέρους των προστηθέντων αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσειούσης στην αναιρεσίβλητη του όρου περί παύσεως της τοκοφορίας του επιδίκου ομολόγου, συνεπεία του οποίου καθίστατο "ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη" η επένδυση ως προς την απόδοση τόκων.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 Α.Κ. και οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι πρώτος λόγος αναιρέσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του και τρίτος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ: Αν εκείνος που ζημιώθηκε, συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της".
Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει μεταξύ άλλων υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε σε υπαίτια αθέτηση της συμβάσεως που προϋπήρχε (υπερημερίας, υπαίτιας αδυναμίας προς παροχή), είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία (Α.Π. 201/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, πλέον των εκτεθεισών ανωτέρω παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του και τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω ... αποδείχτηκε ότι όταν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αρχικώς εναγομένης γνωστοποίησαν στην ενάγουσα τον ανωτέρω ουσιώδη όρο και ότι επέκειτο η πραγμάτωση του, της πρότειναν τρεις λύσεις του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί:
α) να ρευστοποιήσει το ομόλογο με απώλεια του κεφαλαίου 30% περίπου και να επανατοποθετήσει το προϊόν της ρευστοποιήσεως σε κλειστό καταθετικό λογαριασμό διαρκείας 9,25 ετών με μικτό ετήσιο επιτόκιο 8% ή β) να εμμείνει στο προϊόν στο οποίο είχε επενδύσει, εισπράττοντας κατά τη λήξη του αυτούσιο το κεφάλαιό της χωρίς όμως οποιαδήποτε απόδοση ή γ) να ρευστοποιήσει το ομόλογο χωρίς να το επανατοποθετήσει σε προϊόν αυτής, ήτοι της αρχικώς εναγομένης ...
Η ενάγουσα επέλεξε, όπως αποδείχθηκε, την τρίτη λύση και, με την από 17.4.2006 εξώδικη πρόσκληση - απάντησή της ... έδωσε εντολή στην τελευταία να ρευστοποιήσει, εντός πέντε εργασίμων ημερών από της κοινοποιήσεως, το προϊόν "στην καλύτερη δυνατή τιμή". Κατόπιν τούτου η αρχικώς εναγομένη προέβη στην πώληση του ομολόγου της εναγούσης με τον τίτλο "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5", στην τιμή των 62.010 ευρώ, που της γνωστοποίησε η εκδότρια τράπεζα, ήτοι με απώλεια ποσού 27.990 ευρώ επί του αρχικώς επενδυθέντος κεφαλαίου και πίστωσε με το ποσό αυτό, των 62.010 ευρώ, τον τηρούμενο στην ίδια λογαριασμό καταθέσεων της εναγούσης ...
Με βάση όλα τ' ανωτέρω αποδειχθέντα οι προστηθέντες υπάλληλοι της αρχικώς εναγομένης τράπεζας ενήργησαν πράγματι αμελώς, ήτοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που ο μέσος συνετός εντολοδόχος, βάσει αντικειμενικών και αφηρημένων κριτηρίων, επιδεικνύει στον κύκλο των σχετικών υποχρεώσεων του έναντι του εντολέως, υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς τους (προστηθέντων υπαλλήλων της αρχικώς εναγομένης) και της ως άνω ζημίας της εναγούσης, αφού αυτοί την διαβεβαίωσαν ότι το κεφάλαιο που επένδυσε (ενάγουσα) ήταν εγγυημένο κατά ποσοστό 100% κατά τη λήξη του, ενώ υπαιτίως παρέλειψαν να την ενημερώσουν για τον κίνδυνο της ανωτέρω επενδύσεως να παραμείνει το κεφάλαιό της δεσμευμένο επί πολλά έτη (μέχρι τις 22.6.2015) χωρίς να αποδίδει τόκους, τον οποίο (κίνδυνο) αν γνώριζε η ενάγουσα δεν θα επένδυε το άνω ποσό στο εν λόγω ομόλογο.
Ακολούθως των αμέσως ανωτέρω αποδειχθέντων οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι η ενάγουσα γνώριζε τον προαναφερόμενο κίνδυνο κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα υπέστη ζημία από δικό της πταίσμα (;aρθρ. 300 ΑΚ) αφού ανέλαβε πρόωρα το ποσό του ομολόγου.
Τούτο διότι, με βάση τα προεκτεθέντα, πρόωρη ανάληψη του ποσού αυτού ήταν η μία από τις τρεις (επαχθείς αλλά αναγκαίες) λύσεις που προτάθηκαν στην ενάγουσα από την αρχικώς εναγομένη ενόψει της επικείμενης πραγματώσεως του ανωτέρω μέχρι τότε αγνώστου σε αυτήν (την ενάγουσα) επαχθούς όρου ...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς δεν εφάρμοσε και επομένως δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ.
Ειδικότερα, εν όψει της αναλυθείσης ανωτέρω άδικης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσειούσης, συνεπεία της οποίας η αναιρεσίβλητη υπέστη οικονομική ζημία, ήταν αντικειμενικώς εύλογο να έχει απωλέσει η τελευταία την εμπιστοσύνη της στην Τράπεζα και να μην είναι πλέον διατεθειμένη να εξακολουθήσει να εμπιστεύεται το κεφάλαιό της σε αυτήν για διάστημα πλέον των εννέα ετών, μέχρι την λήξη του ομολόγου, χωρίς μάλιστα να εισπράττει τόκους.
Ούτε, εν όψει αυτών, ήτο αντικειμενικώς εύλογο να αξιώσει κανείς από την αναιρεσίβλητη, αφού αναλάβει, με πρόωρη πώληση του ομολόγου, μειωμένο το κεφάλαιό της, να συνάψει νέα σύμβαση με την αναιρεσείουσα, τοποθετώντας και πάλι τα χρήματά της στην ίδια Τράπεζα, σε κλειστό, τοκοφόρο καταθετικό λογαριασμό διαρκείας 9,25 ετών.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος έκτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.: "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
απαράδεκτος (Α.Π. 24/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως τα εξής: "Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την κοινή συναλλακτική πρακτική, οποιοδήποτε επενδυτικό προϊόν συνοδεύεται από την εγγύηση ότι ανεξαρτήτως της τοκοφορίας ή κερδοφορίας αυτού, ο επενδυτής επ' ουδενί δεν θα απολέσει το επενδυόμενο κεφάλαιο του, κατατάσσεται στα προϊόντα μηδενικού επενδυτικού κινδύνου, ακριβώς για το λόγο της παρεχόμενης εγγύησης περί διατηρήσεως αυτούσιου του επενδυόμενου κεφαλαίου, όπως διαλαμβάνεται στους ειδικότερους όρους του προϊόντος.
Διαλαβούσα, ως εκ τούτου, στο σκεπτικό της η αναιρεσιβαλλομένη ότι: "Τον ανωτέρω ουσιωδέστατο όρο, ο οποίος καθιστούσε το επενδυτικό προϊόν "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5" ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη επένδυση, δεν είχε γνωστοποιήσει στην ενάγουσα η αρχικά εναγομένη από βαριά αμέλεια των αρμοδίων υπαλλήλων της (προστηθέντων αυτής), υπέπεσε, μεταξύ άλλων και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ., παραβιάσασα ευθέως τα ανωτέρω διδάγματα της κοινής πείρας". Με το περιεχόμενο αυτό, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν αναφέρεται στην ερμηνεία συγκεκριμένου κανόνος δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών, αλλά περιορίζεται σε συμπέρασμα σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Από την αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν: α') τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τρόπο σαφή και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάσθηκαν, β') ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, γ') τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση, για να κριθεί αν και πως παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά, δ') η έννοια η οποία προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας και την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη και ε') η ορθή, κατά τον αναιρεσείοντα, έννοια η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε εσφαλμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γενικώς. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν περιέχονται σε αυτόν τα ως άνω αναγκαία από τον νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτού κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Κατά το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.. ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα αναγνώσεώς του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο το οποίο αυτό πράγματι έχει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμορφώσεως αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό. Η παραμόρφωση μπορεί να λάβει χώρα και με την παράλειψη κρισίμων περικοπών του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτές μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη [Α.Π. 2236/2009].
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τρίτο ως προς το τρίτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 28-2-2005 αιτήσεως της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα Τράπεζα για συμμετοχή της στο επενδυτικό προϊόν "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 3", ως και το περιεχόμενο ομοίας αιτήσεώς της για συμμετοχή της στο επενδυτικό προϊόν "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5" και ειδικότερα ως προς το ότι στα σχετικά έντυπα αναγράφεται πράγματι ο όρος περί παύσεως της τοκοφορίας των εν λόγω ομολόγων για όλο το απομένον διάστημα της ισχύος της συμβάσεως, εάν σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο το "Euribor" (επιτόκιο της διατραπεζικής αγοράς των Βρυξελλών) υπερέβαινε τα όρια τα οποία ετίθεντο από τα ως άνω επενδυτικά προϊόντα.
Από τα προσκομιζόμενα ως άνω έγγραφα προκύπτει, ότι τέτοιος όρος δεν περιέχεται σε αυτά και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο διέλαβε τα ίδια στην απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων".
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 432, 433 και 445 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να καταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 339 ιδίου Κώδικα, θα πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 ΚΠολΔ) και να είναι γνήσιο.
Περαιτέρω ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη του, σύμφωνα με το άρθρο 443 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 15/2003). Επομένως, η προσκομισθείσα στο Εφετείο και επικαλουμένη και από την αναιρεσείουσα αίτηση της αναιρεσίβλητης προς εκείνην για συμμετοχή της στο επενδυτικό προϊόν "ΩΜΕΓΑ ΛΥΣΗ 5", η οποία φέρει την υπογραφή της αναιρεσίβλητης και των εκπροσώπων (υπαλλήλων) της αναιρεσειούσης, αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο έχον την οριζομένη από τις ως άνω διατάξεις αποδεικτική δύναμη, ακόμη και όσον αφορά την περιεχομένη στην αίτηση ιδιαίτερη δήλωση της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία "Η εντολή για την αγορά του προϊόντος δόθηκε τηλεφωνικώς, κατόπιν συνεννοήσεως με τον κ.
Χ.. Δεν μου παραδόθηκαν οι όροι του προϊόντος" και κάτω από την οποία υπάρχει και άλλη υπογραφή εκείνης. Από ουδεμία δε διάταξη νόμου επιβάλλεται για την υπόσταση και το κύρος του εν λόγω ιδιωτικού εγγράφου και ειδικότερα όσον αφορά την αναφερθείσα δήλωση, να διαλαμβάνεται σε αυτήν η ημερομηνία της συντάξεώς της, ώστε, αν λείπει αυτή να καθίσταται άκυρο ή ανυπόστατο το έγγραφο ως προς την δήλωση αυτήν.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και την ανωτέρω, χωρίς ημερομηνία, δήλωση της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ., στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ." θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικώτερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 297, 298, 330, 345, 346, 914, 922, 932, 713, 714 Α.Κ., χωρίς όμως να καθορίζει το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή εκάστης διατάξεως και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24ης Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση της εταιρίας "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3018/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ