Legislator Case Law & Legislation
1739/2012 AI generated

1739/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1739/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Οι αποφάσεις του Ειρηνοδικείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό λόγο του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου στην κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. ποσοτική πλημμέλεια της αοριστίας της αγωγής.

Legislator headnote

AI generated

1739/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 95/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/2/ 2011 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1739 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ερημοδικία αναιρεσιβλήτων

Οι αποφάσεις του Ειρηνοδικείου δεν υπόκειται σε αναιρετικό λόγο του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου στην κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ. ποσοτική πλημμέλεια της αοριστίας της αγωγής.

-Άρθρ. 4 παρ. 1 Συντάγματος, άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2738/1999 περί συλλογικών διαπραγματεύσεων

- Οι αναπληρωτές καθηγητές δικαιούνται το επίδομα του άρθρου 14 παρ. 2 και 3 του ν. 3016/2002. Δεν συμψηφίζεται σ΄ αυτό το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 2470/1997

Αριθμός 1739/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Κ. και 2) Λ. Σ. του Ι., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 95/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/2/ 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 3122/12.7.2011 και 3121/12.7.2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τριπόλεως ..., ακριβές αντίγραφο της από 4.2.2011 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες, μετά από παραγγελία της πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και παραστάσας, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔικ, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔικ).

Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 216 ΚΠολΔικ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, γιατί αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔικ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο, σε περίπτωση που το δικόγραφο σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική βάση είναι αόριστο, δεν απορρίπτει την αγωγή, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, στην οποία όμως δεν υπόκεινται οι αποφάσεις του Ειρηνοδικείου.

Ο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔικ και του ταυτόσημου αριθμού 1 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως δημιουργείται στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔικ (ΑΠ 1495/2009, ΑΠ 571/2004).

Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί και συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (ΑΠ 1330/2002).

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, είτε νομική, είτε ποιοτική (ποσοτική) πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔικ, για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο. (ΑΠ 1459/2009, ΑΠ 1676/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη και εκδοθείσα επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, απόφαση, η αιτίαση ότι κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 216 και 111 ΚΠολΔικ δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, μολονότι στην ιστορική της βάση δεν περιείχοντο τα απαιτούμενα από τα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 14 παρ.2 και 3 του Ν. 3016/2002 επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που στήριζαν το αίτημα για αναγνώριση οφειλής της μισθολογικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.

Η αοριστία αυτή, που είχε προταθεί και στο δικαστήριο της ουσίας, όπως τούτο αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως λόγος αναιρέσεως πληροί το πραγματικό του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ήτοι της παραλείψεως κηρύξεως ακυρότητας, με τον οποίο όμως δεν προσβάλλονται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων και οι επί εφέσεων κατ' αυτών εκδιδόμενες αποφάσεις των Πρωτοδικείων.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτήν κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ.1 και 2, 93 παρ.4 και 120 παρ.2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Αν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", γιατί ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 32/2009, ΟλΑΠ 28/1992, ΟλΑΠ 13/91, ΑΠ 93/2009, ΑΠ 574-575-576/2009).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 2738/1999 (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των 176 Ευρώ 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές που υπολείπονται του ποσού των 176 Ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών κα λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης.

γ) κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων - όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ.1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 - εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), γύρω στις εβδομήντα με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 Ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 Ευρώ από 1.7.2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις".

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους ως άνω μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετουμένους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. 'Ολες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ είχαν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο.

Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 Ευρώ από 1.1.2002 και σε 176 από 1.7.2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κυήσεως κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιουμένους της παροχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους, ενώ και κατ' άρθρο 1 παρ.13 του ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στη βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Εξάλλου με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1.1.2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.

και αρθρ. 28 παρ.4 του ίδιου νόμου). Επομένως η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. 'Ετσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1.1.2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 304/2011, 306/2011, 588/2011, 754/2010, 1723/2010, 93/2009, 574 - 575 - 576/2009).

Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος τη φύση και τις συνθήκες παρεχόμενης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής.

Έτσι, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κλπ) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας, έναντι της συνήθους απασχόλησής τους, εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (αρθρ. 8 του ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του ν. 3205/2003).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.4 του ν. 2470/1997 χορηγήθηκε τακτικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οριζόμενο στα εκεί αναφερόμενα ποσά και αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στην ίδια διάταξη τρόπο.

Το επίδομα αυτό (εξωδιδακτικής απασχόλησης) είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης από τους εκπαιδευτικούς εργασίας, που είναι η διδασκαλία και η προετοιμασία της, διατηρηθέν, προδήλως, για το λόγο αυτό, με το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 3205/2003 (που όρισε το ύψος σε 302 Ευρώ), αλλά στη συνέχεια και με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 3833/2010 (με το οποίο απλά καταργήθηκε η προβλεπομένη αναπροσαρμογή του), ενώ η επίδικη παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, που δεν συναρτάται κατά τα προεκτεθέντα με ειδικές συνθήκες εργασίας, συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, η οποία χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους και μη, ως εκ τούτου δε οι δύο αυτές παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης και επομένως δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ή η καταβολή αυτής μειωμένης κατά το μέρος που καλύπτεται από το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, αφού έτσι εισάγεται αδικαιολόγητη εξαίρεση και άνιση μεταχείριση των εκπαιδευτικών που, αν και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, δεν λαμβάνουν την ειδική ως άνω παροχή, έναντι των υπαλλήλων που την λαμβάνουν, καθόσον με την αντίθετη εκδοχή θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας με την αυθαίρετη εξομοίωση κατηγοριών υπαλλήλων που παρέχουν την εργασία τους κάτω από διαφορετικές συνθήκες (ΑΠ 304/2011, ΑΠ 306/2011).

Εξάλλου, με την υπ' αρ. ΙΒ/348ια/28-5-1997 απόφαση του Υπουργού Παιδείας και την υπ' αριθμ. 2034033/5025/0022/27.5.1977 απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους "για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2470/1977 στους προσωρινούς αναπληρωτές εκπαιδευτικούς" οι διατάξεις του ειδικού μισθολογίου εφαρμόζονται και στους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς των οποίων η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου.

Ανάλογη ΥΑ είχε εκδοθεί και μετά το Ν. 3205/2003, ενώ μετά τον Ν. 4024/27.10.2011 περί "... ενιαίου μισθολογίου - βαθμολογίου ..." έχει εκδοθεί η ΚΥΑ 2/13917/0022/17.2.2012, που ομοίως επεκτείνει το ενιαίο μισθολόγιο και επί των αναπληρωτών εκπαιδευτικών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητες είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος Δημοσίου και συγκεκριμένα εκπαιδευτικοί, που έχουν εργασθεί αρχικά ως αναπληρώτριες εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και από 1.9.2005 η πρώτη και από 1.9.2006 η δεύτερη, ως μόνιμες υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αμειβόμενες σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως τούτο καθιερώθηκε και ίσχυσε από 1.1.1984 και εντεύθεν με το Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 και εντεύθεν με το Ν. 1470/1997, από δε 1.1.2004 και μέχρι σήμερα με το Ν. 3205/2003.

Ότι οι προαναφερθείσες εργαζόμενες δεν έλαβαν την ένδικη μισθολογική παροχή του άρθρου 14 παρ.2 και 3 του ν. 3016/2002, που μετά την κατάργηση του νόμου αυτού διατηρήθηκε από 1.1.2004 ως προσωπική διαφορά, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.2 του ν. 3205/03, της οποίας η χορήγηση έχει προσλάβει τον χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαύξησης των αποδοχών των υπαλλήλων, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου και δεν συναρτάται με καμμιά άλλη προϋπόθεση ως προς το είδος και το εύρος της παρεχομένης εργασίας με αποτέλεσμα η μη χορήγησή της να συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ενώ περαιτέρω η γέννηση της αξιώσεως αυτής δεν παρεμποδίζεται από το ότι οι εν λόγω εργαζόμενες λαμβάνουν ειδικό επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, γιατί η παροχή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και τυγχάνει απολύτως ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και συνεπώς οι παροχές αυτές είναι ανεπίδεκτες αλληλοεπικαλύψεως και συμψηφισμού.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου λόγο της εφέσεως, σχετικά με την εκ των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 μερική παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, εξαφάνισε στο σύνολό της και για το ενιαίο της κρίσεως την εκκαλουμένη και αφού δίκασε και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε για την αμέσως πιο πάνω αιτία, την οφειλή των αναφερομένων ειδικότερα στην απόφαση αυτή χρηματικών ποσών και δη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι 21.6.2005 που αυτή ήταν ήδη μόνιμη υπάλληλος, για δε την δεύτερη για τα διαστήματα από 1.1.2005 μέχρι 21.6.2005 και από 26.9.2005 μέχρι 21.6.2006, κατά τα οποία αυτή ήταν ακόμη αναπληρώτρια εκπαιδευτικός, ήτοι συνδεόταν με το αναιρεσείον Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ.2 και 3 του ν. 3016/2002, 4 παρ.1 και 80 παρ.1 του Συντάγματος, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναπληρωτών εκπαιδευτικών και οι αντίθετοι από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔικ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητες, που είναι οι νικήσαντες διάδικοι δεν παραστάθηκαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.2.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ