Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of contract termination due to indefinite duration and competition law violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision rejecting the termination of a ten-year car dealership contract. The appellant argued the contract was indefinite and violated competition laws, but the court found these claims based on false premises regarding the contract's nature and the applicability of specific regulations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appellees' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 18 of Law 703/1977; Article 81(1) of the EC Treaty; Regulation 1475/1995: The Supreme Court holds that appeals based on alleged violations of competition law or indefinite contract duration are inadmissible if they rest on false factual premises or misinterpretations of established case law regarding the validity of such contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1739 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1739/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΑΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΑΕΒΕ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ν1, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Σύμβουλο, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Γρηγορίου.
Των αναιρεσιβλήτων:1. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΧΙΟΥΝΤΑΙ ΕΛΛΑΣ Π&Ρ ΔΑΒΑΡΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Νέο Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα 2. ....και 3...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Πελεκάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1865/2004 του ιδίου δικαστηρίου και 961/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Απριλίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 440/3-4-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 961/21.2.2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 440/3-4-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 961/21-2-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 133421/8232/8-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις απορρέουσες από την άκαιρη καταγγελία της φερομένης ως συνομολογηθείσης ορισμένης, δεκαετούς, διάρκειας μικτής συμβάσεως, εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής, με αντικείμενο την πώληση αυτοκινήτων και ανταλλακτικών "HYUNDAI" και την παροχή υπηρεσιών συνεργείου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 1865/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κρίση, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 2262/15-3-2005 εφέσεως της εναγομένης, με τους με ιδιαίτερο δικόγραφο, 1252/19-9-2005, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 961/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με την εν λόγω απόφαση η αγωγή έγινε μερικά δεκτή κατά την απεύθυνσή της κατά της πρώτης των εναγομένων για την προβλεπόμενη από την διάταξη 9 του π.δ. 219/1991 αποζημίωση, αντίθετα δε απορρίφθηκε κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών εναγομένων - αναιρεσίβλητων και της ανώνυμης "Hyundai Motor Company", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική διαδικασία, την κρίση της δε αυτή στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικού παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. "α.
Η ενάγουσα ιδρύθηκε τον Ιούνιο του έτους 1999 και δραστηριοποιήθηκε σε πρώτο στάδιο ως εμπορική αντιπρόσωπος και υποδιανομέας της εταιρίας "ΑΟΥΤΟΝΤΗΛ Ελλάς Π & Ρ Δάβαρη Ανώνυμος Βιομηχανική & Εμπορική Εταιρία", αποκλειστικής αντιπροσώπου των κορεατικής προελεύσεως προϊόντων (οχημάτων και ανταλλακτικών) "ΚΙΑ".
Η ενάγουσα είχε ως έδρα τη Μεταμόρφωση Αττικής (στη συμβολή των οδών Τατοΐου και Δροσίνη), όπου είχε μισθώσει για εννέα έτη οικόπεδο, εκτάσεως 1.039,89 τ.μ., με οικοδομή που αποπεράτωσε με δική της δαπάνη και διαμόρφωσε σε έκθεση και συνεργείο αυτοκινήτων καθώς και σε αποθήκη ανταλλακτικών. β. Περί τις αρχές Απριλίου 2001 η ενάγουσα ατύπως συμβλήθηκε ως εμπορική αντιπρόσωπος και διανομέας με την πρώτη εναγόμενη (μέσω του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας Ν1 και του δεύτερου και τρίτης εναγομένης, Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου αντίστοιχα της πρώτης εναγομένης), η οποία από τον Απρίλιο 1991 είναι αποκλειστικός εισαγωγέας και διανομέας στην ελληνική αγορά των προϊόντων (οχημάτων και ανταλλακτικών) "Hyundai" της κορεατικής εταιρίας "Hyundai Motor Company" (τέταρτης εναγομένης).
Προς εκπλήρωση των σκοπών της εμπορίας και προωθήσεως στην ελληνική αγορά των προϊόντων της, η πρώτη εναγόμενη δημιούργησε δίκτυο διανομής στην ελληνική επικράτεια με τοπικούς μη αποκλειστικούς διανομείς/εμπορικούς αντιπροσώπους, οι οποίοι διαμεσολαβούσαν για λογαριασμό της προς πώληση των προϊόντων της.
Για την εγκυρότητα της ως άνω συμβάσεως δεν ήταν αναγκαίος ο έγγραφος τύπος (όπως ήδη έχει προαναφερθεί), σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συνακόλουθα δε ο σχετικός ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. γ. Επί της συμβάσεως διανομής των συμβαλλόμενων μερών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (στη μείζονα σκέψη), θα εφαρμοσθούν αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές του ΠΔ 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 του ενλόγω ΠΔ), κατά το μέρος τους που είναι προσαρμοσμένες στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως διανομής, εφόσον αποδείχθηκε ότι:
αα) Η ενάγουσα ως υποδιανομέας ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργανώσεως της πρώτης αντιδίκου της, ββ) συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της αντισυμβαλλόμενης αντιδίκου της (εισφέροντας 2.400 νέους πελάτες), γγ) το πελατολόγιο της ενάγουσας ήταν σε γνώση της πρώτης εναγομένης, δδ) γενικώς η οικονομική δράση της ενάγουσας ως υποδιανομέα και τα οικονομικά της οφέλη είναι όμοια με εκείνα της πρώτης εναγομένης ως αντιπροσώπου.
δ. Η συναφθείσα σύμβαση ήταν μικτή, με αντικείμενο συνιστάμενο, αφενός στην εμπορική αντιπροσωπεία και αφετέρου στη διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα, βάσει της παραπάνω συμβάσεως η ενάγουσα ανέλαβε να ενεργεί ως εμπορική αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, δηλαδή να μεριμνά για τις υποθέσεις της, να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις πωλήσεως των προϊόντων επ' ονόματι και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης έναντι προμηθείας, αλλά (ανέλαβε να ενεργεί) και ως υποδιανομέας, δηλαδή να προβαίνει σε προ αγορές των προϊόντων της πρώτης εναγομένης ιδίω ονόματι και για λογαριασμό της, με έκπτωση επί της τιμής αγοράς και ακολούθως μεταπωλούσε αυτά προς τρίτους καταναλωτές αποκομίζοντας το εμπορικό κέρδος που συνίστατο στην ανακύπτουσα διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τελικής τιμής πωλήσεως.
Η ενάγουσα, στο πλαίσιο της ενλόγω συνεργασίας, ανέλαβε την υποχρέωση να επεκτείνει, εντός εξάμηνης περιόδου από τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, το υφιστάμενο συγκρότημα κάθετης οργανώσεως τριών σημείων, δηλαδή της εκθέσεως αυτοκινήτων - συνεργείου αυτοκινήτων - αποθήκης ανταλλακτικών, που ικανοποιούσε μέχρι τότε αποκλειστικά τις ανάγκες των προϊόντων ΚΙΑ, ώστε να ικανοποιεί παράλληλα, τις ανάγκες και τους σκοπούς της εμπορικής πολιτικής προβολής και προωθήσεως και των προϊόντων "Hyundai".
ε. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι η ενάγουσα διέθετε χώρους κατάλληλους για την έκθεση, πώληση και συντήρηση των αυτοκινήτων καθώς και ότι μετά την εμπορική της συνεργασία με την πρώτη εναγόμενη προέβη πράγματι σε επενδύσεις στο ήδη υπάρχον κατάστημα της, προκειμένου να ανταποκριθεί στην άσκηση των δραστηριοτήτων της.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενλόγω επενδύσεις έγιναν αποκλειστικώς για τη διεξαγωγή της συνεργασίας με την πρώτη εναγόμενη ούτε ότι οι ενλόγω χώροι είχαν τέτοιες ιδιαιτερότητες, ώστε να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλες δραστηριότητες της ενάγουσας παρεμφερείς με την πώληση άλλων ανταγωνιστικών σημάτων.
Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη προμηθεύτρια εταιρία απαγόρευε στο δίκτυο της -συνακόλουθα και στην ενάγουσα- να δραστηριοποιείται, υπό προϋποθέσεις, και με άλλα ανταγωνιστικά σήματα, διότι δεν υπήρχε κανενός είδους αποκλειστικότητα ούτε οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή, όπου η ενάγουσα ασκούσε την παραπάνω εμπορική της δραστηριότητα.
Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα τηρούσε αποθέματα σε αυτοκίνητα και ανταλλακτικά, ώστε να κριθεί αν υπήρχε ορισμένος επιχειρηματικός κίνδυνος. Ενόψει των ανωτέρω, οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα για την πραγματοποίηση των προαναφερόμενων επενδύσεων πρέπει να θεωρηθούν ως ανακτήσιμες δαπάνες.
Τούτο διότι, τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας (κτίρια, έκθεση, εγκαταστάσεις συνεργείου, αποθήκη κλπ.) μπορούσαν ευχερώς να χρησιμοποιηθούν από αυτήν σε εναλλακτικές παρεμφερείς δραστηριότητες, όπως και πράγματι χρησιμοποιήθηκαν, αφού η ενάγουσα παρείχε ήδη τεχνική εξυπηρέτηση σε άλλα ανταγωνιστικά σήματα (από το έτος 2002 συνεργάζεται ως διανομέας αυτοκινήτων "Daewoo" στις ίδιες εγκαταστάσεις της).
Ακολούθως, προέκυψε ότι η ενάγουσα δεν είχε αποκλειστική συνεργασία με την πρώτη εναγόμενη τόσο υπό την έννοια της γεωγραφικής αποκλειστικότητας όσο και υπό την έννοια της υποχρεωτικότητας να αντιπροσωπεύει μόνον τα προϊόντα της, η ίδια δε ενάγουσα λειτουργούσε ουσιαστικά - όπως και οι λοιποί αντιπρόσωποι και υποδιανομείς του δικτύου - ως ενδιάμεσοι αντιπρόσωποι για τη λήψη παραγγελιών οχημάτων και ανταλλακτικών (λαμβάνοντας προμήθεια), τα οποία ανήκαν στην κυριότητα της πρώτης εναγομένης, η οποία διατηρούσε το δικαίωμά της να καθορίζει τις τιμές τους (σε εξαιρετικές περιπτώσεις μόνον ενεργούσε ως μεταπωλητής).
Ακόμη, η ενάγουσα ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ήταν ενταγμένη στο δίκτυό της και ενεργούσε για λογαριασμό της, χωρίς να είναι πλήρως ανεξάρτητη, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 81 της ΣυνθΕΚ και του άρθρου 1 του Ν. 703/1977. Επίσης, το περιθώριο της δράσεως της ενάγουσας ήταν σαφώς οριοθετημένο, σύμφωνα με τις επιχειρηματικές επιλογές της πρώτης εναγομένης.
Συνεπώς, η ενάγουσα ούτε σε αυτήν την περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επιχείρηση (υπό την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 81 της ΣυνθΕΚ) και τούτο διότι: Ναι μεν αυτή αναλάμβανε κάποιον εμπορικό κίνδυνο, πλην όμως αυτός ήταν περιορισμένος, αφού από τη δραστηριότητά της (ως μεταπωλητή) δεν μπορούσε να προκύψει αισθητός περιορισμός του ανταγωνισμού ενόψει μάλιστα του ύψους των πωλήσεων ως αντιπροσώπου της πρώτης εναγομένης.
Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των προμηθευτριών εταιριών (της πρώτης εναγομένης ή της αλλοδαπής τέταρτης εναγομένης) και του δικτύου των αντιπροσώπων τους. Ενόψει των ανωτέρω καθώς επίσης του είδους και του μεγέθους της συνεργασίας της ενάγουσας εταιρίας με την πρώτη εναγόμενη εταιρία, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι δύο ενλόγω εταιρίες και το δίκτυο, το οποίο εκτείνεται σε όλη την επικράτεια αποτελούν μια ενιαία οικονομική μονάδα ως προς την οποία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 81 § 1 της ΣυνθΕΚ και το άρθρο 1 του Ν. 703/1977.
Κατόπιν αυτών, η επίμαχη σύμβαση είναι σύμβαση γνήσιας αντιπροσωπείας (σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη) και συνεπώς εκφεύγει της εφαρμογής τόσο του άρθρου 81 § 1 της ΣυνθΕΚ και 1 του Ν, 703/1977 όσο και του υπ' αριθμ. 1475/1995 Κανονισμού (βλ. ΔΕφΑθ. 1935/2006, που ακύρωσε την υπ' αριθμ. 288/IV/2005 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού).
στ. Η επίδικη σύμβαση είχε αόριστη διάρκεια και στερείτο συγκεκριμένου και ορισμένου χρονικού ορίζοντα, διότι: Πριν από το έτος 2002 ήδη ήταν γνωστό - βάσει συζητήσεων που είχαν λάβει μεγάλη δημοσιότητα - τόσο στους κατασκευαστές αυτοκινήτων όσο και στους αντιπροσώπους και διανομείς των κατασκευαστριών εταιριών-συνακόλουθα δε και στην πρώτη εναγομένη - ότι κατά την 30.9.2002 έληγε η ισχύς του υπ' αριθμ. 1475/1995 Κανονισμού της Επιτροπής της 28ης Ιουνίου 1995 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85 § 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής, πωλήσεως και εξυπηρετήσεως μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων (Επίσημη Εφημερίδα αριθ.
L 145 της 29/06/1995 σ. 0025 - 0034), δηλαδή ο ενλόγω Κανονισμός ρύθμιζε συμφωνίες σχετικά με την προώθηση της διανομής, της πωλήσεως και της εξυπηρετήσεως μετά την πώληση ορισμένων προϊόντων του τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων σε καθορισμένη περιοχή. Έτσι, έλαβε χώρα σχετική τροποποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας με τη θέση σε ισχύ του νέου υπ' αριθμ. 1400/2002 Κανονισμού της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 85 § 3 της ΣυνθΕΚ σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας (Επίσημη Εφημερίδα αριθ.
L 203 της 01/08/2002 σ. 0030 - 0041), με επακόλουθο η κατασκευάστρια εταιρία "Hyundai Motor Company" την 25.9.2002 εξαιτίας της λήξεως του παραπάνω Κανονισμού να καταγγείλει τη σύμβασή της με την πρώτη εναγόμενη.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συναλλακτική πρακτική οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι και διανομείς αλλοδαπών κατασκευαστριών εταιριών οχημάτων, όπως η πρώτη εναγόμενη, δεν επεδίωκαν την κατάρτιση εντός του δικτύου τους συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας ή διανομής ορισμένης διάρκειας πέραν των χρονικών ορίων ισχύος του παραπάνω υπ' αριθμ. 1475/1995 Κανονισμού, συνακόλουθα δε δεν μπορούσε η επίδικη σύμβαση να είχε ορισμένη διάρκεια (δεκαετία μέχρι το έτος 2009), αφού η συνέχιση της συνεργασίας της πρώτης εναγομένης με την κατασκευάστρια εταιρία δεν ήταν δεδομένη.
Επιπλέον, αν η επίδικη σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου (δεκαετούς διαρκείας) προς διασφάλιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αμφότερων των συμβαλλόμενων μερών θα είχε περιβληθεί τον έγγραφο τύπο. ζ. Η επίμαχη σύμβαση διήρκεσε μέχρι την 25.7.2002, όταν η πρώτη εναγόμενη με εξώδικη δήλωση κατήγγειλε την ενλόγω σύμβαση, τα έννομα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν την 25.10.2002.
Η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη, διότι: 1. Δεν απαιτείτο η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, εφόσον η σύμβαση των διαδίκων είχε αόριστη διάρκεια. 2. Η πρώτη εναγόμενη τήρησε τους όρους και τις προθεσμίες της διατάξεως του άρθρου 8 §§3, 4 του ΠΔ 219/1991. 3. Στην επίμαχη μικτή σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας και της διανομής εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την εμπορική αντιπροσωπεία και η οποία, ελλείψει ειδικών διατάξεων στον Ε.Ν., ρυθμίζεται από τις περί παραγγελίας διατάξεις του Ε.Ν. (άρθρα 90 επ.) και, συμπληρωματικώς από τις διατάξεις περί εντολής (άρθρα 713 επ.
Α.Κ.) και αντιπροσωπείας (άρθρα 210 επ. Α.Κ.)" όπως έχει προπαρατεθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 724 Α.Κ. είναι επιτρεπτή η συνομολόγηση συμφωνίας με την οποία καταργείται ή περιορίζεται το δικαίωμα του εντολέα να ανακαλεί την εντολή, εφόσον η τελευταία αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου. Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, σε περίπτωση συμβάσεως αόριστου χρόνου, οποτεδήποτε, με την τήρηση των όρων του άρθρου 8 §§ 3, 4 του ΠΔ 219/1991, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. 4.
Η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, καθόσον αποδείχθηκε ότι: Η επενδυτική δαπάνη της ενάγουσας για την ένταξη της στο δίκτυο διανομής της πρώτης εναγομένης συνδέεται με τις αναγκαίες δαπάνες, στις οποίες οφείλει να υποβληθεί για την οργάνωση της επιχειρήσεως της εμπορικής αντιπροσωπείας της.
Πέραν αυτών οι εγκαταστάσεις και ο λοιπός εξοπλισμός της που προέκυψε από την επενδυτική της δαπάνη χρησιμοποιούνται από την ενάγουσα σε παρεμφερείς οικονομικές δραστηριότητες (επαγγελματική συνεργασία με άλλες αντιπροσωπείες εισαγωγής αυτοκινήτων, π.χ. "Daewoo" κλπ.). 5. Η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως με την παραπάνω τρίμηνη προειδοποίηση είναι νόμιμη, δοθέντος ότι δεν εφαρμόζεται ο ως άνω υπ' αριθμ. 1475/1995 Κανονισμός και συνακόλουθα οι προθεσμίες που αυτός προβλέπει (αρθρ. 5 § 2).
Πέραν των ανωτέρω τούτο διότι: Ο ενλόγω Κανονισμός εφαρμόζεται μόνον επί συμβάσεων αποκλειστικής διανομής οχημάτων ή ανταλλακτικών τους, ήτοι επί συμβάσεων στις οποίες έχει προσδιορισθεί ορισμένη γεωγραφική περιοχή, στην οποία ισχύει η υποχρέωση της αποκλειστικής προμήθειας των ως άνω ειδών από τον προμηθευτή προς τον διανομέα (αρθρ. 1 § 1 και 10 § 3 του ίδιου Κανονισμού).
Στην παρούσα περίπτωση, η ενάγουσα δραστηριοποιείται στην περιοχή Αττικής (Μεταμόρφωση), δηλαδή σε μια ευρεία μη αποκλειστική περιοχή, όπου υπάρχουν και άλλα καταστήματα του δικτύου της πρώτης εναγομένης (και της τρίτης εναγομένης) που διενεργούν τις ίδιες εμπορικές πράξεις. η. Από τα ανωτέρω προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά και νομικά δεδομένα: 1.
Η αξίωση για διαφυγόντα κέρδη από το έτος 2003 μέχρι το έτος 2011 πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. 2. Η αξίωση για θετική ζημία πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, διότι: Οι επικαλούμενες στην αγωγή της ενάγουσας δαπάνες αφορούσαν την καλύτερη οργάνωση της επιχειρήσεώς της και την εντεύθεν εκπλήρωση της παροχής, βάρυναν δε αυτήν λόγω της δραστηριότητάς της ως αντιπροσώπου και δεν τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με την καταγγελία.
Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (στη μείζονα σκέψη), η θετική ζημία που θα μπορούσε η ενάγουσα να ζητήσει ήταν εκείνη για τα αδιάθετα· ανταλλακτικά αυτοκινήτων "Hyundai". 3. Δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων από την άσκηση της καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως ούτε η ενλόγω καταγγελία ήταν αθέμιτη στην κρατούσα επιχειρηματική πρακτική, με επακόλουθο η επικουρική βάση της αγωγής να κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. 4.
Με την ανωτέρω καταγγελία της ενλόγω γνήσιας συμβάσεως αντιπροσωπείας, η οποία αποτελεί κατά τα προεκτεθέντα δικαίωμα της πρώτης εναγομένης, με τις πιο πάνω συνθήκες που στην προκείμενη περίπτωση έγινε και μη συντρεχούσης αδικοπραξίας εκ μέρους των εναγομένων, δεν αποδείχθηκε ότι πλήγηκε το όνομα, η φήμη και η υπόληψη της ενάγουσας εταιρίας στον εμπορικό κόσμο.
Κατά συνέπεια, η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Β. Ως προς την αποζημίωση πελατείας. α. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι: αα. Κατά τη χρονική περίοδο από 1.5.2001 μέχρι 31.8.2002 υπήρξε εισφορά 2.400 νέων πελατών εκ μέρους της ενάγουσας εμπορικής αντιπροσώπου στο δίκτυο της πρώτης εναγομένης.
ββ. Μετά τη λύση της επίμαχης συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας υπήρξε διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από την αντιπροσωπευόμενη πρώτη εναγόμενη, που προκύπτουν από τη διαχείριση των υποθέσεων της. γγ. Η καταβολή της αποζημιώσεως είναι δίκαιη, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις εκάστης συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα την απώλεια των προμηθειών της ενάγουσας και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
δδ. Η παροχή bonus και σέρβις δεν ωφελεί ούτε διατηρείται στον αντιπροσωπευόμενο και συνακόλουθα τα ενλόγω ποσά δεν μπορούν να συνυπολογισθούν στην αποζημίωση πελατείας. β. Ειδικότερα τα ποσά των αμοιβών της ενάγουσας - που δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τους εναγόμενους - έχουν ως ακολούθως: αα. Προμήθειες πωλήσεως οχημάτων 2001:
Ποσό 36.350.000 δρχ. ββ. Προμήθειες πωλήσεως οχημάτων 2002: Ποσό 37.456.943 δρχ. γγ. Κέρδος μεταπωλήσεως οχημάτων 2001: Ποσό 5.402.000 δρχ. δδ. Κέρδος μεταπωλήσεως οχημάτων 2002: Ποσό 539.850 δρχ. εε. Κέρδος μεταπωλήσεως ανταλλακτ. 2002: Ποσό 11.310.695 δρχ.
Συνεπώς το σύνολο αμοιβών της ενάγουσας για τη χρονική περίοδο από 1.5.2001 μέχρι την 31.8.2002 (δηλαδή για 16 μήνες λειτουργίας) ανέρχεται στο ποσό των 91.059.488 δρχ. και συνακόλουθα η αποζημίωση πελατείας αντιστοιχεί στο ποσό των 69294616 δρχ. ή 200.424,40 ευρώ (91.059.488 Χ 12/16)". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αιξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού -οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ. 2)- εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου, μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος" την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1α πδ 219/1991) και με αυτήν, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρ. 1 παρ. 2 του πδ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεων του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείει μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΑΚ 3), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.
Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας), δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ.
Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά, Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση.
Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει.
Εντεύθεν έπεται, ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της διαπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. (ΔΕΚ Υποθ.
C-85/2003, αποφ. Της 10.2.2004, ....Ο.Ε. κατά Δέλτα Εταιρία Συμμετοχών Α.Ε.). Ακόμη, το άρθρο 9 του πδ 219/1991 (άρθρα 17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), όπως διαμορφώθηκε με το πδ 312/1995, ορίζει τα εξής "1 α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".
Εξάλλου, κατά την αρχική διατύπωση του άρθρου 8 § 1α του π.δ. 219/1991, από το οποίο διέπεται η συνομολογηθείσα ατύπως περί τις αρχές Απριλίου του έτους 2001 μικτή σύμβαση, με αντικείμενο συνιστάμενο, αφενός στην εμπορική αντιπροσωπεία και αφετέρου στην διανομή των προϊόντων της εναγομένης, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "για την εφαρμογή του παρόντος π.δ.
η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως". Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως αυτής ο εμπορικός αντιπρόσωπος απολαμβάνει της παρεχόμενης από το εν λόγω π.δ. ειδικής προστασίας μόνον αν η σχετική σύμβαση καταρτιστεί εγγράφως, χωρίς η νομική αυτή παραδοχή να διαφοροποιείται από την διάταξη του άρθρου 8 § 1β του αυτού π.δ/τος, κατά τους ορισμούς της οποίας "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο, που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της", αντιθέτως δε η ορθότητά της επιβεβαιώνεται από την ιστορική εξέλιξη της νομοθετικής αυτής ρυθμίσεως.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 της 86/653 Οδηγίας του Συμβουλίου, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το π.δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.
Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§ 1). Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως" (§ 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της οδηγίας ευχέρεια ο έλληνας νομοθέτης με το άρθρο 8 § 1α του π.δ. 219/1991 όρισε τον έγγραφο τύπο ως προϋπόθεση για την άσκηση των παρεχομένων από το εν λόγω π.δ/μα δικαιωμάτων του εμπορικού αντιπροσώπου.
Παρέλειψε όμως να περιλάβει αρχικά στο π.δ. 219/1991 την πρόβλεψη περί παροχής εγγράφου με το περιεχόμενο και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεως της συμβάσεως, όπως όριζε η διάταξη του άρθρου 13 § 1 της οδηγίας, λόγο για τον οποίο περιέλαβε στο άρθρο 8 § 1 του π.δ. 219/1991 με το άρθρο 6 του π.δ. 312/1995 αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη, η οποία δημιουργεί κατ' αρχάς αντίφαση προς τον απαιτούμενο έγγραφο τύπο για την παροχή της προβλεπόμενης από το π.δ. 219/1991 στον εμπορικό αντιπρόσωπο ειδικής προστασίας, έγγραφος τύπος ο οποίος απαιτείται να τηρείται, κατά μείζονα λόγο, και επί της συμβάσεως διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ' αυτής του π.δ. 219/1991.
Η νομική αυτή παραδοχή ενισχύεται και από την επελθούσα με την μη έχουσα αναδρομική ισχύ διάταξη του άρθρου 14 § 3α του ν. 3555/2007 αντικατάσταση του άρθρου 8 § 1α του π.δ. 219/1991, ορίζοντας "(α) Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τούτου", με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 § 1 β του π.δ. 219/1991 της φράσεως "Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα" (άρθρο 14 § 3 β του π.δ. 3555/2007).
Επομένως, σε συνέπεια με την ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η θεμελιωτική των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής καταρτίστηκε ατύπως, η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται τα παρεχόμενα από το π.δ. 219/1991 δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και η προβλεπόμενη από το άρθρο 9 αυτού αποζημίωση, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε με βάση τις προμήθειες της αναιρεσείουσας από τις πωλήσεις οχημάτων και τις μεταπωλήσεις ανταλλακτικών κατά την από 1-5-2001 έως 31-8-2002, διάρκεια της συμβάσεως, χωρίς τον συνυπολογισμό της παροχής επιτεύξεως στόχων (bonus) και υπηρεσιών συνεργείου.
Το ορθό κατά τούτο, κατ' αποτέλεσμα διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς δυνατότητα αντικαταστάσεως της διάφορης κατά τούτο αιτιολογίας της, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του δεύτερου, κατά σειρά λόγου (ούτος εντεύθεν απορριπτέου ως αλυσιτελούς), με τον οποίο, με αναφορά στο κεφάλαιο τούτο, προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 (βλ.
Ολ. ΑΠ 8/1993, 37/1996). Σημειώνεται ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτης προτάσεως του λόγου αυτού αναιρέσεως κατά το μέρος που έγινε δεκτή η εν λόγω αξίωση της αναιρεσείουσας, με εφαρμογή του άρθρου 562 § 4 ΚΠολΔ, εφόσον τούτο αποβαίνει σε βάρος της. Απομένουν προς έρευνα και εξετάζονται στη συνέχεια οι λόγοι αναιρέσεως που συνδέονται με την θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας σε εκτός του π.δ. 219/1991 διατάξεις.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της απόφασης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, ο Κανονισμός 1475/95 εφαρμόζεται μόνο αν υπάρχει συνδυασμός αποκλειστικότητας και επιλεξιμότητας της διανομής. Τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των αιτιολογικών σκέψεων 1 και 4 του εν λόγω Κανονισμού. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 1: "Πρόκειται για συμφωνίες ορισμένης ή αορίστου διάρκειας με τις οποίες ο συμβαλλόμενος προμηθευτής αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο μεταπωλητή την προώθηση της διανομής, της πώλησης και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση ορισμένων προϊόντων του τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων σε καθορισμένη περιοχή και ο προμηθευτής αναλαμβάνει έναντι του διανομέα την υποχρέωση να διαθέτει τα προϊόντα της συμφωνίας, στη συμφωνημένη περιοχή, μόνο στο διανομέα, εκτός αυτού σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων του δικτύου διανομής, με σκοπό τη μεταπώληση τους.
Εξάλλου στην αιτιολογική σκέψη 4 αναφέρεται: "Οι ρήτρες που αφορούν την αποκλειστική και επιλεκτική διανομή". Από το επεξηγηματικό φυλλάδιο του μετέπειτα Κανονισμού (ΕΚ) 1400/02, όπου αναφέρεται ότι ο εν λόγω Κανονισμός βασίζεται στην "απαγόρευση του συνδυασμού αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής που επέτρεπε ο Κανονισμός 1475/95" συνάγεται αβιάστως, ότι ο Κανονισμός 1475/95 εφαρμόζεται όταν υπάρχει συνδυασμός αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη θεωρία του δικαίου των εμπορικών συμβάσεων, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι η διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχή, με την οποία μια ανεξάρτητη επιχείρηση (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που καλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής τη, με σταθερό και διαρκή τρόπο επιμέλεια των υποθέσεων μιας άλλης επιχείρησης (φυσικού ή νομικού προσώπου) που καλείται κύριος της υπόθεσης ή αντιπροσωπευόμενος.
Εξάλλου, ως προς τη διάκριση του διανομέα από τον εμπορικό αντιπρόσωπο εφαρμόζεται το κριτήριο της κατανομής του κινδύνου της υπόθεσης. Ενόψει τούτου, η κρίση, κάθε φορά αν ένας εμπορικός αντιπρόσωπος είναι επιχείρηση στα πλαίσια εφαρμογής των ανωτέρω, εξαρτάται αν αυτός φέρει τόσο τους κινδύνους της υπόθεσης όσο και κινδύνους άσχετους με αυτούς της υπόθεσης όπως είναι η παροχή υπηρεσιών μετά την πώληση, οι ειδικές επενδύσεις και τέλος αν αυτός είναι ενσωματωμένος στην επιχείρηση του αντιπροσωπευόμενου.
Περαιτέρω, στη γνήσια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος δεν φέρει κανέναν ή φέρει ασήμαντο μόνο κίνδυνο ως προς τις συμβάσεις που συνάπτει ή και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου και ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στις συγκεκριμένες αγορές για αυτό το είδος της δραστηριότητας.
Η γνήσια σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, σε αντίθεση με τη μη γνήσια, δεν εμπίπτει στο αρθρ. 81 παρ. 1 της Συνθ. ΕΟΚ και αντίστοιχα στο άρθρο 1 του ν. 703/1977. Τέλος, καθόσον αφορά τους Κανονισμούς Ομαδικής Απαλλαγής, υπό την εμβέλεια πάντα του Κανονισμού 1475/95, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπαγωγή της συγκεκριμένης περίπτωσης στο καθεστώς της ομαδικής απαλλαγής, δεν είναι υποχρεωτική.
Αντιθέτως, συνιστά μια ευχέρεια του επιχειρηματία η οποία κατευθύνεται από δικές του επιχειρηματικές επιλογές και εκτιμήσεις χωρίς να μπορεί να του καταλογισθεί ως παράβαση του κοινοτικού δικαίου, χωρίς να εξετασθεί αν ισχύουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 81 της Συνθ. ΕΚ και ακόμα χωρίς την εξέταση του ζητήματος αν τελικά η συγκεκριμένη συμπεριφορά υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του, ότι αυτή συνιστά απαγορευμένη συμφωνία.
Περαιτέριο κατά τη νομολογία του ΔΕΚ (80 απόφαση 18-12-96, VAG France 10/86 Συλλογή σελ. 4071 σκ. 12) "οι διατάξεις ταιν κανονισμών περί απαλλαγής δεν επιβάλλουν στους επιχειρηματίες τη χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων. Ούτε και έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του περιεχομένου αυτής της συμφωνίας ή την ακυρότητά της σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι όροι των εν λόγω Κανονισμών".
Εξ' αυτού συνάγεται ότι όταν μια συμφωνία δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπει ένας Κανονισμός περί απαλλαγής, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθ. 81 παρ. 1 της ΕΚ μόνον αν έχει ως σκοπό τον αισθητό περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και αν μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών - μελών.
Οι σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνουν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί του ότι (α) η θεμελιωτική των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας σύμβαση ήταν αόριστης διάρκειας, χωρίς η εκτίμηση αυτή να διαφοροποιείται από το ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού αυτού πορίσματός του το δικαστήριο της ουσίας άντλησε επιχείρημα από την επικείμενη, στις 30-9-2002, λήξη της ισχύος του 1475/1995 κανονισμού, με τη θέση, στη συνέχεια του νέου 1400/2002 κανονισμού, (β) ότι η επίμαχη σύμβαση είναι σύμβαση γνήσιας αντιπροσωπείας, χωρίς το στοιχείο της αποκλειστικότητας, και ότι οι συμβληθέντες δι' αυτής εταιρείες και το δίκτυο, το οποίο επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια, αποτελούν μια ενιαία οικονομική μονάδα, αποκλείοντας παράλληλα την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας τους για τη συμπεριφορά τους στην αγορά και την υπαγωγή τους στο καθεστώς της ομαδικής απαλλαγής, με παραπομπή στις όμοιες περί τούτου παραδοχές της έχουσας ισχύ δεδικασμένου, κατά το άρθρο 18 του ν. 703/1977, 1395/2006 αποφάσεως του ΔΕφΑθηνών, με την οποία ακυρώθηκε η 288/IV/2005 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι οποίες αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 81 της ΣυνθΕΚ, του ν. 703/1977 και του 1475/1995 Κανονισμού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και στην περίπτωση εφαρμογής τους η οριζόμενη πενταετής τουλάχιστον διάρκεια της συμβάσεως και η προειδοποιητική προθεσμία, διετής ή ενός έτους, και την υπαγωγή τους στο καθεστώς της ομαδικής απαλλαγής, δεν καθιστά την κατά παράβαση αυτών καταγγελία άκυρη, αλλά έχει ως συνέπεια την απώλεια της απαλλαγής.
Επομένως οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος κατά σειρά λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται οι αναιρετικές από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της παραληφθείσης να αναφερθεί διατάξεως κατά την αιτιολογία της περί της καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως για αόριστο χρόνο και της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 81 § 1 ΣυνθΕΚ, 1 § 1 του ν. 703/1977 και του 1475/1995 κανονισμού, ελέγχονται, ερειδόμενες επί αναληθούς, από νομική άποψη, προϋποθέσεως, ως αβάσιμες.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος ο απορρέων προς έρευνα πέμπτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της ότι οι εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας αποτελούν μη ανακτήσιμη δαπάνη, ο οποίος ερευνήθηκε και δεν έγινε αποδεκτός, με την αντίθετη περί τούτου ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή της.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 440/3-4-2008 αίτηση για αναίρεση της 961/21-2-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ