Supreme Court dismisses appeal against administrative disqualification decision as inadmissible due to lack of appeal remedy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance court's rejection of an administrative disqualification notice. The appellant argued that the disqualification protocol violated specific laws, but the court held that the appeal remedy was procedurally inadmissible. Consequently, the court ruled that the appeal request must be rejected as inadmissible, resulting in the appellant's condemnation for legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 263/1968, 561, 577, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final decision on an administrative disqualification protocol is inadmissible because the specific provisions of the relevant law do not permit the appeal remedy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1739 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1739/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μαρινίδη, 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε" (όπως μετονομάσθηκε με τα άρθρα 2 παρ. 1 περ. δ' του Ν. 3270/2004 ΦΕΚ/187/Α/10-11-2004), η εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" πρώην επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Μόραλη και 3. Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "ΛΟΥΤΡΑ ΚΥΛΛΗΝΗΣ Α.Ε", που εδρεύει στο Κάστρο - Κυλλήνης - Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Βγόντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2001 ανακοπή κατά των α) Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) και β)της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." που άσκησε ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων και ζήτησε την ακύρωση του υπ' αριθμ. 50501627/11-10-2001 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Προέδρου του πρώτου των καθών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2002 του Ειρηνοδικείου Βαρθολομιού και 109/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 9/28-12-2005 αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται η 109/5-11-2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 36/2001 ανακοπή, απευθυνομένη κατά Ι. του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) και
ΙΙ. της α.ε. με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", εδιώκετο από τον ανακόπτοντα να ακυρωθεί το 501627/11-10-2001 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Προέδρου του πρώτου των καθών, με το οποίο αποβλήθηκε από τα περιγραφόμενα μίσθια καταστήματα. Επί της εν λόγω ανακοπής, συνεκδικασθείσης μετά της πρόσθετης υπέρ των καθών παρεμβάσεως της α.ε.
με την επωνυμία "ΛΟΥΤΡΑ ΚΥΛΛΗΝΗΣ Α.Ε.", εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η 14/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βαρθολομιού, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, και σε δεύτερο βαθμό, μετά από την 4/11-4-2003 έφεση του ανακόπτοντος, απευθυνομένη κατά των καθών η ανακοπή και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάσης, κατά την αυτή διαδικασία, η 109/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, με απορριπτική ομοίως επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια, προεχόντως το τυπικά παραδεκτό αυτής. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 22 του ν. 2819/2000, α. "Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν.δ. 4109/1960 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ελληνικού Τουρισμού Νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων" (ΦΕΚ 153Α), ισχύουν από τη δημοσίευση του παρόντος και χωρίς καμμία άλλη διατύπωση για όλα τα ακίνητα που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2636/1998 "Σύσταση εταιριών για τη διοργάνωση καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και για τη διαχείριση της περιουσίας του Ε.Ο.Τ., σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Τουρισμού και τροποποιήσεις της νομοθεσίας για τον τουρισμό" (ΦΕΚ 198Α) είχαν χαρακτηρισθεί ως "Τουριστικά Δημόσια Κτήματα" και η διοίκηση και διαχείρισή τους είχε ανατεθεί στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12α του ν.δ. 180/1946 "Περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν.δ.
της 6 Μαΐου περί Τουριστικών Τόπων, οργανώσεως και διοικήσεως αυτών", όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 827/1948". Για τη διοίκηση και τη διαχείριση των ακινήτων αυτών ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 13 του ν. 2663/1998" (παρ. 1). Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.δ. 4109/1960, στο οποίο αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 2819/2000, "'Απασα η ακίνητος περιουσία του Δημοσίου, πλην των αιγιαλών, η τελούσα υπό την διοίκησιν και διαχείρισιν του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και χρησιμοποιουμένη δια τουριστικούς σκοπούς, ως και πάντα τα περιουσιακά στοιχεία, τα κτηθέντα υπό του Οργανισμού τούτου εκ των εις την διάθεσιν αυτού τεθέντων, καθοιονδήποτε τρόπον, κεφαλαίων της Αμερικανικής Διοικήσεως Οικονομικής Συνεργασίας (Α.Δ.Ο.Σ.) ή του κρατικού προύπολογισμού δημοσίων επενδύσεων, περιέχονται δυνάμει του παρόντος ν.δ.
εις την πλήρη κυριότητα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, προστιθέμενα εις την λοιπήν περιουσίαν αυτού". Αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη διατυπώνεται στο άρθρο 4 παρ. 11 του ν. 3139/2003, κατά τους ορισμούς της οποίας "Ακίνητα που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2636/1998 (ΦΕΚ 1984) χαρακτηρίστηκαν ή χαρακτηρίζονται εφεξής ως "Τουριστικά Δημόσια Κτήματα", σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12α του ν.δ. 180/1946, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 827/1948, περιέρχονται κατά κυριότητα στον Ε.Ο.Τ.
και η διοίκηση και διαχείρισή τους παραμένει, όπου έχει ήδη ανατεθεί ή ανατίθεται εφεξής στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 2819/2000 (η οποία αναφέρεται στη συνέχεια) εφαρμόζεται και επί των ακινήτων αυτών" β. "Οι μισθώσεις των ακινήτων της παραγράφου 1 ή τμημάτων αυτών δεν υπάγονται στις διατάξεις της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς τους" (παρ. 2), γ. "Οι μισθώσεις που έχουν συναφθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος μεταξύ του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και τρίτων, με τις οποίες παραχωρήθηκε η χρήση τμήματος ακινήτου της προηγούμενης παραγράφου, καταγγέλλονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, η οποία επιδίδεται στον μισθωτή, εφόσον η συνέχισή τους είναι ασυμβίβαστη προς την τουριστική αξιοποίηση του συνόλου του ακινήτου για το οποίο πρόκειται.
το ασυμβίβαστο της συνέχισης της μίσθωσης τμήματος ακινήτου τεκμαίρεται, στην περίπτωση που ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού προβαίνει στην ανάθεση της τουριστικής αξιοποίησης του συνόλου του ακινήτου ύστερα από δημόσιο διαγωνισμό για την επιλογή μισθωτή. Ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει την χρήση του μισθίου με την επίδοση της καταγγελίας.
Σε περίπτωση καθυστερήσεως της αποδόσεως για χρονικό διάστημα πέραν των πέντε (5) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας εκδίδεται από τον Γενικό Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και πρωτόκολλο αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσης. Κατά των πρωτοκόλλων αυτών επιτρέπεται ανακοπή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοσή τους.
Η προθεσμία της ανακοπής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση των πρωτοκόλλων" (παρ. 3). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι μισθώσεις ακινήτων ή τμημάτων αυτών κυριότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των οποίων έχει ήδη η δεύτερη τούτων (άρθρο 13 παρ. 1β του ν. 2636/1998), δεν υπάγονται στις διατάξεις της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις, ανεξαρτήτως χρόνου μισθώσεώς τους.
Παράλληλα παρέχεται το δικαίωμα καταγγελίας τους εφόσον η συνέχισή τους είναι ασυμβίβαστη προς την τουριστική αξιοποίηση του συνόλου του ακινήτου, τούτο δε τεκμαίρεται στην περίπτωση που ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων προβαίνει στην ανάθεση της τουριστικής αξιοποιήσεως του συνόλου του ακινήτου ύστερα από δημόσιο διαγωνισμό για την επιλογή του.
Σε περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτής δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή του αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου σε χρονικό διάστημα πέντε (5) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιτρέπεται η έκδοση σε βάρος του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, ως και αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως, κατά των οποίων επιτρέπεται ο τελευταίος να εναντιωθεί με ανακοπή μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από την επίδοσή τους.
Η ελλειμματική ρύθμιση ως προς την διαδικασία προσβολής του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής δικαιολογεί την εκτίμηση ότι ο νομοθέτης είχε υπόψη του τις διατάξεις του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, η εφαρμογή των οποίων δικαιολογείται και από το γεγονός ότι πρόκειται για δημόσια κτήματα. Η αναφορά στην άσκηση ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής έγινε για τον καθορισμό προς τούτο προθεσμίας (15) ημερών έναντι εκείνης των (30) ημερών, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3, 6 παρ. 1 του α.ν. 263/1968.
Επομένως, το προέχον προς εξέταση θέμα του επιτρεπτού της ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως θα ερευνηθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968.
Ειδικότερα, στο άρθρο 2 παρ. 3 του α.ν. 263/1968, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 23 Ιανουαρίου 1968 (ΦΕΚ 12/τ. α' ) ορίζεται, πλην άλλων, ότι, κατά του αναφερομένου στην παρ. 1 του άρθρου αυτού πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, από δημόσιο κτήμα, που συντάσσεται από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο και κοινοποιείται στον αποβαλλόμενο επιτρέπεται ανακοπή, ενώπιον του Ειρηνοδίκη, ασκούμενη εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της κοινοποιήσεως και εκδικαζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΨΖ'/1911 "περί προσωρινών μέτρων εν ταις περί διακατοχής διαφοραίς", αναλόγως εφαρμοζόμενες (εδάφια α' και γ' της παρ. 3, όπως το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 3 του α.ν. 317/1968), ότι κατά της απόφασης του Ειρηνοδίκη, επιτρέπεται έφεση ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών, ασκούμενη εντός προθεσμίας τριάντα ημερών και εκδικαζόμενη κατά την ειδική διαδικασία που καθορίζεται στην Πολιτική Δικονομία για τις περιπτώσεις του άρθρου 634 αυτής, χωρίς όμως να επιτρέπεται η κατά το άρθρο 635 περ.
β' παραπομπή (εδαφ. ζ' της παρ. 3), ότι "κατά της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών ουδέν ένδικον μέσον χωρεί" (εδ. θ' της παρ. 3) και ότι η απόφαση που εκδίδεται με την διαδικασία του ανωτέρου άρθρου δεν παρακωλύει την επιδίωξη ικανοποιήσεως των τυχόν δικαιωμάτων κάθε διαδίκου κατά την τακτική διαδικασία (εδ.
τελευταίο της παρ. 3). Οι προαναφερόμενες διαδικαστικές διατάξεις και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 εδ. θ' του α.ν. 263/1968, η αποκλείουσα την προσβολή με οποιοδήποτε ένδικο μέσο, συνεπώς και με αίτηση αναιρέσεως, της αποφάσεως που εκδίδεται, για την έφεση, από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών (ήδη, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ.
του ΚΠολΔ), όπως και η διάταξη ζ' της αυτής παραγράφου, η επιτρέπουσα έφεση, μόνο, κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδίκη, δεν καταργήθηκαν με το άρθρο 4 του ΕισΝΚΠολΔ ούτε, ειδικώς, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 εδ. θ' και ζ' του α.ν. 263/1968 έχουν καταργηθεί ως προς το ανεπίτρεπτο αιτήσεως αναιρέσεως, με το άρθρο 1 στοιχ.
ε', στ' του ΕισΝΚΠολΔ, συνδυαζόμενο με το άρθρο 552 ΚΠολΔ, περί των υποκειμένων σε αίτηση αναιρέσεως αποφάσεων. Διότι η διάταξη του άρθρου 4 του ΕισΝΚΠολΔ, ως διάταξη του α.ν. 44/1967, που είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 26η Ιουνίου 1967 (ΦΕΚ 706/τ. α'), είναι προγενέστερη, υπό την κρίσιμη άποψη του χρόνου αποκτήσεως τυπικής νομικής ισχύος, των διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, που δημοσιεύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 23η Ιανουαρίου 1968 (από την οποία άρχισε και ουσιαστικά να ισχύει, κατά το άρθρο 11 αυτού), και παρά την έναρξη της ουσιαστικής ισχύος της την 16η Σεπτεμβρίου 1968 (άρθρο ακροτελεύτιο του α.ν. 44/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 72 του ν.δ. 958/1771), δεν έχει, συνεπώς, καταργητική των νεότερων διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, δύναμη.
Οι δε διατάξεις του άρθρου 1 στοιχ. ε', στ' του αυτού Εισαγωγικού Νόμου, όπως έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 70 παρ. 1 του ν.δ. 958/1971, προϋποθέτουν, σύμφωνα με την έννοιά τους, για την οριζόμενη κατάργηση, από της εισαγωγής του ΚΠολΔ, δηλαδή από της 16ης Σεπτεμβρίου 1968 (κατά το ακροτελεύτιο άρθρο του α.ν. 44/1967, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 72 του ν.δ. 958/1971), αν ελλείπει διάφορος ειδικός ορισμός, διατάξεων που αντίκεινται στον Κώδικα ή αφορούν θέματα που ρυθμίζονται με αυτόν και είναι ασυμβίβαστες προς τις διατάξεις του, ότι πρόκειται διατάξεις άλλου νόμου που είχαν ήδη αποκτήσει τυπική ισχύ στο χρόνο ενάρξεως της τυπικής ισχύος του α.ν. 44/1967, δηλαδή στις 26 Ιουνίου 1967, όχι και διατάξεις που την απέκτησαν κατά το μεταξύ της 26ης Ιουνίου 1967 και 16ης Σεπτεμβρίου 1968 χρονικό διάστημα της ουσιαστικής αδρανείας του.
Η διάταξη τέλος του άρθρου 552 του ΚΠολΔ, η οποία, όπως διαμορφώθηκε με αντικατάσταση του άρθρου 570 ΚΠολΔ, υπό την διατύπωση του α.ν. 44/1967, στο άρθρο 42 παρ. 1 του ν.δ. 958/1971, απέκτησε τυπική δύναμη στις 15 Σεπτεμβρίου 1971, ημέρα δημοσιεύσεως αυτού του διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Ουσιαστική την 1η Οκτωβρίου 1971, κατά το άρθρο 74 αυτού), ως διάταξη γενική, δεν είχε καθεαυτή δύναμη καταργήσεως των ειδικών, για το ανεπίτρεπτο αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της επί της εφέσεως ή της ανακοπής εκδιδομένης αποφάσεως, διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 3 εδ.
θ', ζ' του α.ν. 263/1968, εφόσον από την διάταξη αυτή δεν προκύπτει νομοθετική βούληση καταργήσεως ειδικών διατάξεων, οι οποίες σκοπούσες, όπως οι προκείμενες την ταχεία επίλυση διοικητικής διαφοράς, υπαχθείσης στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, δεν επιτρέπουν το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατάργηση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 2 του α.ν. 263/1968, ούτε τα άρθρα 20 παρ. 1 και 111 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, συνδυαζόμενα επέφεραν, αφού οι διατάξεις αυτές (του α.ν. 263/1968), δε μπορούν, ενόψει και των υποθέσεων που αφορούν, να θεωρηθούν ως ματαιούσες ή περιορίζουσες σε τέτοιες υποθέσεις, την κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης δια την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, διασφαλιστέα, εκ μέρους της Πολιτείας, παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, για την επιβαλλόμενη ουσιαστικότητα της οποίας δεν προϋποτίθεται το προσβλητό της εκδιδόμενης αποφάσεως με αίτηση αναιρέσεως.
Συνεπώς αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, απορριπτικής ανακοπής κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, εκδιδόμενου κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 263/1968, ή η τελεσίδικη, τυχόν πρωτοβάθμια ειρηνοδικειακή απόφαση, είναι απαράδεκτη, ως προσβάλλουσα απόφαση μη υποκείμενη στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (Κ.Πολ.Δ. 577 παρ. παρ. 1, 2), λόγος για τον οποίο και πρέπει να απορριφθεί με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει για τον καθένα, αυτοτελώς παρισταμένων, στο ποσό των 1800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 9/28-12-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της 109/5-11-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ για έκαστο τούτων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ