Legislator Case Law & Legislation
1739/2007 AI generated

Supreme Court reverses appeal court for failing to order evidence on document authenticity under Civil Procedure Code.

Case Number 1739/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the appeal court's decision because it failed to order specific evidence regarding the authenticity of a disputed document. The parties argued over the document's genuineness, but the lower court made extensive findings without formally setting a subject of proof as required by law. Consequently, the court remanded the case to the same court of first instance for further proceedings with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 341(1)-(2) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The court must formally set a subject of proof containing the essential disputed claims, and a failure to do so constitutes a ground for cassation requiring remand.

Keywords

AI generated
subject of proof authenticity of document cassation appeal Civil Procedure Code remand for retrial evidence procedure court error

Cited Legislation

AI generated
Article 341(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 2915/2001
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1739 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1739/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. ..... χας Χ1 , 2. ..... θυγ. Χ1 και 3. ......, το γένος Χ1 , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δαούτη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...., το γένος Χ2 και 2. ...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-1991 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/1996, 485/1997 προδικαστική, 384/1999 οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και 532/2001, 361/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31-10-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 28-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31-10-2005 αιτήσεως αναιρέσεως της 361/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι 28 Μαϊου1993, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα πολυμελή δικαστήρια δεν εκδίδουν αμέσως οριστική απόφαση, τα δικαστήρια αυτά εκδίδουν πράξη, με την οποία τάσσουν αποδείξεις. Η ανωτέρω πράξη, που δεν περιέχει αιτιολογία ούτε οριστικές διατάξεις και περιλαμβάνει τα στις προηγούμενες διατάξεις αναφερόμενα στοιχεία, ορίζει και το θέμα αποδείξεως, το οποίο πρέπει να διαλαμβάνει τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι αμφισβητούνται και δεν έχουν εισέτι αποδειχθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001, ο οποίος (νόμος) κατάργησε, μεταξύ άλλων, και τις διατάξεις των άρθρων 341 έως 345 ΚΠολΔ, αι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη της ισχύος των σχετικών διατάξεων, ενώ στις υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του αντιστοίχου κεφαλαίου, καθώς και στις λοιπές, εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του κεφαλαίου τούτου, δίκες, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν μέχρι την ισχύ του παραπάνω νόμου.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι την τροποποίησή του με τον ανωτέρω ν. 2915/2001 (άρθρ. 17 παρ. 2, σε συνδ. με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001), ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, πράγμα, που συμβαίνει και όταν λαμβάνει υπόψη προσκομισθείσες αποδείξεις, καίτοι δεν συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής λήψεως υπόψη αυτών (αποδείξεων), χωρίς προηγουμένη απόφαση ή πράξη αποδείξεων.

Η παράβαση αυτή συντελείται και όταν, κατά την τακτική διαδικασία, αμφισβητείται η γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, οπότε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 457, 336 παρ. 3, 339, 340 και 395 ΚΠολΔ, δεν είναι δυνατή η χρησιμοποίηση αυτού χωρίς διάταξη σχετικής αποδείξεως, ούτε προς άμεση απόδειξη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον προϋπόθεση τούτου είναι το βέβαιο και αναμφισβήτητο του γεγονότος, το οποίο αποτελεί τη βάση του τεκμηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπό κρίση υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την, από 22 Αυγούστου 1991, αγωγή (ένδικη), κατά του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, για διανομή του στην αγωγή αυτή ακινήτου.

Η πρώτη συζήτηση της αγωγής αυτής είχε ορισθεί και έγινε στις 6 Οκτωβρίου 1992. Στη συζήτηση εκείνη ο αρχικός εναγόμενος Χ1 (δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών) προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία και της καταχρηστικής, εκ μέρους της ενάγουσας, ασκήσεως του δικαιώματός της για διανομή του ακινήτου αυτού.

Προς απόδειξη δε των ενστάσεών του αυτών προσκόμισε και επικαλέσθηκε, εκτός άλλων, και την "από 10-8-1959 επιστολή (έγγραφο) του Χ2 (δικαιοπαρόχου της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης) προς αυτόν". Η ενάγουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη προσέβαλε το ανωτέρω "έγγραφο" ως πλαστό, κατονόμασε ως πλαστογράφο τον πρώτο εναγόμενο (δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών) και επικαλέσθηκε τα σχετικά αποδεικτικά μέσα, σε κάθε δε περίπτωση αρνήθηκε τη γνησιότητα του "εγγράφου" αυτού.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου εξέδωσε καταρχάς την 185/1992 πράξη, με την οποία διέταξε αποδείξεις. Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε: α) την 490/1996 απόφαση, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής (που έγινε στις 28-5-1996), β) την 485/1997 απόφαση, με την οποία χορηγήθηκε νέα προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων, που είχαν διαταχθεί με την προαναφερομένη 185/1992 πράξη του γ) την 384/1999 απόφαση, με την οποία έκανε κατ' ουσία δεκτή την αγωγή και διέταξε την δια πλειστηριασμού πώληση του επιδίκου ακινήτου.

Ο αρχικός εναγόμενος (δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών) άσκησε την, από 14-1-2000, έφεση ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, η οποία συζητήθηκε το πρώτο στις 9-3-2001, μετά την οποία εκδόθηκε η 532/2001 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως "μέχρι την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως των Ποινικών Δικαστηρίων στη δίκη με κατηγορούμενο τον Χ1 (δικαιοπάροχο των αναιρεσειουσών) για πλαστογραφία μετά χρήσεως (του προαναφερομένου εγγράφου)".

Στη συνέχεια εκδόθηκε από το Εφετείο Λάρισας η προσβαλλομένη, με την κρινομένη αίτηση, 361/2005 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών. Και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου Λάρισας οι διάδικοι επανέλαβαν τους ισχυρισμούς τους ο μεν δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών περί γνησιότητας του επικαλουμένου από αυτόν εγγράφου (από 10-8-1959), η δε πρώτη αναιρεσίβλητη περί πλαστότητας (νοθεύσεως) του εγγράφου αυτού.

Για τους ουσιώδεις αυτούς ισχυρισμούς των διαδίκων δεν τέθηκε, πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, σχετικό θέμα αποδείξεως. Παρά ταύτα το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αναφέρθηκε, με εκτενή σκέψη, στο προαναφερόμενο έγγραφο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "το ανωτέρω έγγραφο φέρει πράγματι τη γνησία υπογραφή του Χ2 , δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης, πλην αυτή τέθηκε σε έντυπο, με την αναγραφή της επωνυμίας και της επιχειρήσεως των αδελφών , στο άνω μέρος αυτού, ασυμπλήρωτο (λευκό) είτε εν γνώσει του άνω υπογράψαντος, για να χρησιμοποιηθεί για τις τρέχουσες ανάγκες της επιχειρήσεως, είτε εν αγνοία του, πράγμα, που δεν διευκρινίσθηκε από τις αποδείξεις".

Επομένως το Εφετείο Λάρισας υπέπεσε στην προαναφερομένη πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ. και πρέπει να αναιρεθεί η άνω οριστική του απόφαση, κατά παραδοχή του συναφούς πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 361/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές. Και,

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Μαϊου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 10 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ