Supreme Court allows appeal against appeal dismissal, remanding case for retrial due to insufficient facts on debt origin.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court's dismissal of the seizure notice. The appellant argued the notice was vague regarding the debt's origin and the damages caused by the defendant's failure to declare the creditor's claim. The court found the lower court's reasoning insufficient on these specific points and ordered a retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 176, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against the dismissal of a seizure notice is admissible if the lower court fails to substantiate the grounds for inadmissibility regarding the debt's origin and the causal link to damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1738 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1738/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Βρυσηίδα Θωμάτου Γεώργιο Σχοινοχωρίτη Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2024 με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΠΑΞΤΕΡ ΕΛΛΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "BAXTER" που εδρεύει στο Νέο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Κλουκίνα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8296/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1603/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/11/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμ. 1603/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η οποία δέχθηκε μεν τύποις αλλά απέρριψε κατ` ουσία την έφεση της τότε εκκαλούσας-ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ 8296/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της ως αόριστη η ανακοπή της τελευταίας κατά του καθ'ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου με αιτήματα α) να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη αρνητική δήλωση του καθ'ου στα πλαίσια της επιβληθείσας από την ανακόπτουσα αναγκαστικής κατάσχεσης ως ανειλικρινής β) να αναγνωριστεί η κατασχεθείσα απαίτηση της οφειλέτριας της ανακόπτουσας σε βάρος του καθ'ου γ) να υποχρεωθεί το καθ' ου να της καταβάλει το ποσό της κατασχεθείσας απαίτησης των 577. 484, 05 ευρώ, άλλως 70. 727, 21 ευρώ δ) να υποχρεωθεί το καθ' ου να της καταβάλει σωρευτικά το ως άνω ποσό των 577. 484, 05 ευρώ άλλως 70. 727, 21 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της ζημίας που υπέστη από την από μέρους του παράλειψη υποβολής της ανωτέρω δηλώσεως, νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552 553, 556, 558 564 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 985 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ 988 ΚΠολΔ διαφορετικά αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1261/2019) Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Συνακόλουθα τούτων αντικείμενο της σχετικής δίκης το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).
Η δήλωση του τρίτου, όπως ήδη αναφέρθηκε συνιστά υποχρέωσή του που καθιερώνεται από το νόμο προς ειλικρινή απάντηση έναντι του κατασχόντος για τη διασφάλιση της έννομης τάξης η δε υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει ορισμένη σαφή και ειλικρινή αναφορά των σχέσεων του τρίτου με τον καθ` ου η εκτέλεση Δηλαδή ο τρίτος οφείλει να δηλώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια εάν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση και τη δικαιογόνο σχέση τις ενστάσεις ή λόγους αδυναμίας καταβολής αυτής καθώς και την ανταπαίτησή που τυχόν έχει κατά του καθ` ου η εκτέλεση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση από ποιόν και για ποιό χρόνο Εάν η οφειλή του τρίτου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης έχει αποσβεστεί ή έπαψε να υπάρχει έναντι του καθ` ου η εκτέλεση ως δανειστή ή έναντι του ίδιου του δηλούντος ως οφειλέτη έχει υποχρέωση να αναφέρει στη δήλωσή του περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή την κατάργηση της ενοχής Η δε ανακριβής δήλωση εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση του τρίτου Αν δε λόγω της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των συναλλαγών του με τον οφειλέτη καθ` ου η κατάσχεση αδυνατεί προς το παρόν να εξάγει συμπεράσματα ο τρίτος οφείλει να εκθέσει τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αδυναμία του άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ανακριβής.
Επομένως στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα) αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 1364/2021 ΑΠ 1236/2021 666/2021 287/2020, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019 ΑΠ 1500/2017 ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).
Το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017)
Σε περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξη της απαίτησης αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).
Εξάλλου επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης.
Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαίτησης αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 259/2020 ΑΠ 1132/2019 ΑΠ 480/2012).
Περαιτέρω προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο περιλαμβάνει δε η αποζημίωση κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου.
Έτσι δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη ως αιτίου ζημιώθηκε ο κατασχών (ΑΠ 1424/2023, ΑΠ 1364/2021, ΑΠ 259/2020 ΑΠ 1132/2019 ΑΠ 663/2017 ΑΠ 448/2016).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να το λάβει υπόψη "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής, ανακοπής ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ενώ δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ3/1997 ΑΠ 1588/2017) Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003 ΑΠ 431/2019 ΑΠ 250/2014). Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες απαράδεκτα και εκπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές ανακοπές κ.
λ. π. ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019 ΟλΑΠ 25/2008 ΑΠ 1383/2021) Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001 ΑΠ 933/2019) Ειδικότερα με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001 ΑΠ 480/2020 ΑΠ 175/2019 ΑΠ 1496/2017) Επίσης η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή όταν η απόφαση κατά παράβαση του νόμου έκρινε επαρκή ή ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στα ανωτέρω εισαγωγικά δικόγραφα προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 669/2007) υπό την προϋπόθεση πάντως πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1236/2021, ΑΠ 1399/2011).
Επομένως όταν η αγωγή η ανακοπή κλπ είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση τις πιο πάνω διατάξεις από τους αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1399/2011 1816/2008) και αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1273/2018). 3. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένες στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε αόριστη την ένδικη ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι δεν προσδιορίζονταν σ'αυτήν η δικαιογόνος αιτία και τα παραγωγικά αίτια της οφειλής του καθ'ου η ανακοπή προς την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας και ως προς τη σωρευόμενη βάση της ότι δεν εκτίθενται περιστατικά που βρίσκονται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ένδικη ανακοπή που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) η ανακόπτουσα(ήδη αναιρεσείουσα), ιστορούσε τα εξής:Ότι κατά της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "DIOPHAR Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμακευτικών Προϊόντων" εκδόθηκε κατόπιν της από 16-2-2015 αίτησής της(ανακόπτουσας) η υπ'αριθμ. 3142/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για απαίτησή της έναντι αυτής, από επιταγές, ποσού 445. 000 ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων.
Ότι η ως άνω οφειλέτρια της ανακόπτουσας συνεργαζόταν επί σειρά ετών με το καθ'ου η ανακοπή ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ"(ήδη αναιρεσίβλητο), στο οποίο πωλούσε και μεταβίβαζε φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικά προϊόντα, αναλώσιμα κλπ. , για την κάλυψη των αναγκών των ασθενών του, κατόπιν παραγγελιών του τελευταίου και ότι από την αιτία αυτή διατηρεί έναντι του καθ'ου χρηματικές αξιώσεις.
Ότι δυνάμει του από 26-7-2018 κατασχετηρίου εγγράφου προέβη στην κατάσχεση εις χείρας του καθ'ου η ανακοπή ως τρίτου των οφειλομένων προς την οφειλέτριά του εταιρεία με την επωνυμία "DIOPHAR Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμακευτικών Προϊόντων" ποσών που απορρέουν από χρηματικές απαιτήσεις της τελευταίας εναντίον του καθ'ου η ανακοπή ή έναντι χρηματικών απαιτήσεων που πρόκειται να προκύψουν από την μεταξύ της οφειλέτριας εταιρείας και του καθ' ου η ανακοπή έννομη σχέση μελλοντικώς, μέχρι του ποσού των 577. 484, 05 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στην ανακοπή.
Ότι το καθ'ου η ανακοπή παρέλειψε να προβεί σε δήλωση σχετικά με την ύπαρξη απαίτησης της οφειλέτριας εταιρείας σε βάρος του, καθώς και την ύπαρξη και έτερης κατάσχεσης, η οποία παρέμενε ακόμα ισχυρή και είχε επιβληθεί με το από 27-11-2013 κατασχετήριο, εις χείρας του από την ανακόπτουσα και εναντίον της ίδιας οφειλέτριας εταιρείας για το ποσό των 21. 561. 410, 44 ευρώ, βάσει της υπ'αριθμ. ...
διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας (έτερης κατάσχεσης), το καθ'ου, προέβη στην από 12-12-2013 δήλωσή του, με την οποία δήλωσε ότι η οφειλέτρια της ανακόπτουσας διατηρεί εναντίον του απαίτηση ποσού 70. 727, 21 ευρώ, προερχόμενη από ανεξόφλητα τιμολόγια, η οποία(απαίτηση) κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανακοπή δεν έχει εκχωρηθεί στη Άλφα Τράπεζα δυνάμει συμβάσεως factoring.
Ότι η ανωτέρω παράλειψη εξομοιούται με αρνητική δήλωση, η οποία όμως είναι ανακριβής και ως εκ τούτου άκυρη, διότι υφίσταται απαίτηση της ως άνω οφειλέτριας της ανακόπτουσας κατά του καθ'ου η ανακοπή, ύψους 70.727, 21 ευρώ, καθώς και έτερη κατάσχεση εις χείρας του επιβληθείσα από την ανακόπτουσα και εναντίον της ίδιας οφειλέτριας εταιρείας, η οποία παρέμενε ακόμα ισχυρή Τέλος, ότι το καθ'ου η ανακοπή παρέλειψε να προβεί στην κατά νόμο δήλωση για την ύπαρξη απαίτησης της οφειλέτριας εις βάρος του και συνακόλουθα παρέλειψε να δεσμεύσει υπέρ της ανακόπτουσας το ποσό της εν λόγω απαίτησης και τα αντίστοιχα ποσά που υφίστανται εις χείρας του και μέχρι του ποσού της κατάσχεσης ήτοι του ποσού των 577.484, 05 ευρώ, νομιμότοκα, ματαιώνοντας κατ'αυτόν τον τρόπο την ικανοποίηση της απαίτησης της ανακόπτουσας και ζημιώνοντας κατ'αυτόν τον τρόπο παρανόμως την ανακόπτουσα κατά το ποσό της οφειλόμενης απαίτησης, ήτοι κατά το ποσό των 577.484, 05 ευρώ με τους νομίμους τόκους, καθόσον δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση της ανακόπτουσας από την εμφανή κινητή και ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να ακυρωθεί η τεκμαιρόμενη αρνητική δήλωση του καθ'ου στα πλαίσια της επιβληθείσας από την ανακόπτουσα αναγκαστικής κατάσχεσης ως ανειλικρινής β) να αναγνωριστεί η κατασχεθείσα απαίτηση της οφειλέτριας της ανακόπτουσας σε βάρος του καθ'ου γ) να υποχρεωθεί το καθ' ου να της καταβάλει το ποσό της κατασχεθείσας απαίτησης των 577.484, 05 ευρώ, άλλως 70.727, 21 ευρώ δ) να υποχρεωθεί το καθ' ου να της καταβάλει σωρευτικά το ως άνω ποσό των 577.484, 05 ευρώ άλλως 70.727, 21 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της ζημίας που υπέστη από την από μέρους του παράλειψη υποβολής της ανωτέρω δηλώσεως, νομιμοτόκως Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αιτήματα η ανακοπή με τη σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά αληθή υποτιθέμενα αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της ανακόπτουσας- αναιρεσείουσας για την ακύρωση της τεκμαιρόμενης αρνητικής δήλωσης του καθ'ου-αναιρεσιβλήτου ως ανειλικρινούς και για την υποχρέωση του καθ' ου να της καταβάλει σωρευτικά το ως άνω ποσό των 577.484, 05 ευρώ άλλως 70.727, 21 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω της ζημίας που υπέστη από την από μέρους του παράλειψη υποβολής της ανωτέρω δηλώσεως, με την επίκληση ότι α)η ως άνω οφειλέτρια της ανακόπτουσας συνεργαζόταν επί σειρά ετών με το καθ'ου η ανακοπή ΝΠΔΔ στο οποίο πωλούσε και μεταβίβαζε φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικά προϊόντα αναλώσιμα κλπ για την κάλυψη των αναγκών των ασθενών του, κατόπιν παραγγελιών του τελευταίου και ότι από την αιτία αυτή διατηρεί έναντι του καθ'ου χρηματικές αξιώσεις β)ότι υφίσταται απαίτηση της ως άνω οφειλέτριας της ανακόπτουσας κατά του καθ'ου η ανακοπή ύψους 70.727, 21 ευρώ καθώς και έτερη κατάσχεση εις χείρας του επιβληθείσα από την ανακόπτουσα και εναντίον της ίδιας οφειλέτριας εταιρείας η οποία παράμενε ακόμα ισχυρή και γ)το καθ'ου η ανακοπή, με το να παραλείψει να προβεί στην κατά νόμο δήλωση για την ύπαρξη απαίτησης της οφειλέτριας εις βάρος του και να δεσμεύσει υπέρ της ανακόπτουσας το ποσό της εν λόγω απαίτησης και τα αντίστοιχα ποσά που υφίστανται εις χείρας του και μέχρι του ποσού της κατάσχεσης ήτοι του ποσού των 577.484, 05 ευρώ ματαίωσε την ικανοποίηση της απαίτησης της ανακόπτουσας ζημιώνοντας κατ'αυτόν τον τρόπο παρανόμως την ανακόπτουσα κατά το ποσό της οφειλόμενης απαίτησης, ήτοι κατά το ποσό των 577.484, 05 ευρώ με τους νομίμους τόκους, καθόσον δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση της ανακόπτουσας από την εμφανή κινητή και ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας Επομένως το Εφετείο, το οποίο επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι η ανακοπή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι στο δικόγραφό της δεν εκτίθεται:
η δικαιογόνος αιτία και τα παραγωγικά αίτια της οφειλής του καθ'ου η ανακοπή προς την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας και αναφορικά με την σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης τα πραγματικά περιστατικά που βρίσκονται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημία, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, μη συντρεχούσης περίπτωσης μείωσης των δικαστικών εξόδων, μολονότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ απολαμβάνει των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου, διότι η νομική του υπηρεσία δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ 3 του άρθρ 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Αναιρεί την υπ' αριθ 1603/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.
-Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτήν
Και
-Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3. 000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ