Supreme Court dismisses appeal where appealants failed to appear and the lower court correctly rejected the tort claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision that rejected a tort claim as inadmissible. The appellant, G.K., argued that the defendants' failure to obtain a building permit constituted a tort independent of their contract, but the lower court found the alleged fault was merely a breach of the construction contract. The Court upheld this reasoning, noting the appealants did not appear at the hearing, and confirmed the lower court's finding that the claim lacked independent tortious elements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; A tort claim based solely on a breach of contract is inadmissible if the alleged fault is inextricably linked to the contractual obligation and no independent tortious act is proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1738 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1738/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. και 2) Ε. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8085/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1317/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. 276/23-9-2020 και 275/23-9-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-1-2022), ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 7-7-2020 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν των αναιρεσιβλήτων.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω αναφερόμενη δικάσιμο (17.1.2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Γ.
Κ. άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Χ. Μ. και Ε. Χ., την από 4.4.2012 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι τον Νοέμβριο του 2007 αγόρασε ένα οικόπεδο στην περιοχή της ... των ..., προκειμένου να κατασκευάσει εκεί επαγγελματικό χώρο συγκεκριμένων προδιαγραφών για να στεγάσει την επιχείρησή του.
Ότι για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στον πρώτο των εναγομένων, πολιτικό μηχανικό, στον οποίο εξέθεσε ότι επιθυμούσε την κατασκευή ενός κτιρίου, αποτελούμενου από υπόγειο (από μπετόν αρμέ), ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικού ύψους 8-9 μέτρων. Ότι ο πρώτος των εναγομένων, έχοντας ειδίκευση στα μεταλλικά κτίρια, θα αναλάμβανε τη μελέτη για την κατασκευή του κτιρίου, ενώ ως προς το αρχιτεκτονικό μέρος του κτιρίου θα συνεργαζόταν με την δεύτερη των εναγομένων, αρχιτέκτονα μηχανικό.
Ότι στις 9.7.2009 ανέθεσε στον πρώτο των εναγομένων και ο τελευταίος ανέλαβε την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και των εγκρίσεων που θα προέκυπταν για το προαναφερόμενο κτίριο και στις 13.7.2009 κατέβαλε ως προκαταβολή σε τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου των εναγομένων το ποσό των 3.000 ευρώ.
Ότι στη συνέχεια πραγματοποίησε πολλές επαφές με τους εναγόμενους και με διάφορα άλλα πρόσωπα (τεχνικούς κλπ), καθώς και επισκέψεις σε δημόσιες υπηρεσίες, για την έκδοση των απαραίτητων αδειών και το Μάιο πλέον του 2011 όλα ήταν έτοιμα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας από την Πολεοδομία ώστε να αρχίσει η ανέγερση της οικοδομής, μέχρι τότε δε είχε καταβάλει ως αμοιβές των εναγομένων το ποσό των (περιλαμβανομένης της προκαταβολής) 17.271,70 ευρώ στον πρώτο και το ποσό των 34.636,74 ευρώ στη δεύτερη και για ως έξοδα για την έκδοση διαφόρων αδειών το ποσό των 1.769,09 ευρώ και συνολικώς το ποσό των 52.077.53 ευρώ.
Ότι, ωστόσο, η Πολεοδομία διαπίστωσε, κατά τον έλεγχο του σχετικού φακέλου, ότι έλειπε από αυτόν απαραίτητο έγγραφο της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), για την έγκριση του ύψους της οικοδομής, το οποίο είχαν παραλείψει να ζητήσουν οι εναγόμενοι. Ότι οι τελευταίοι υπέβαλαν σχετική αίτηση στη Δ.Ε.Η.
στις 20.5.2011 και αρχικώς τον καθησύχασαν ότι επρόκειτο απλώς για τυπική διαδικασία, πλην όμως, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, επικοινώνησαν θορυβημένοι με τον ενάγοντα και τον πληροφόρησαν ότι το ύψος του κτιρίου δεν θα μπορούσε να ξεπερνά τα 5,50 μέτρα, ότι ενδέχεται μάλιστα να μην επιτρεπόταν καν η οικοδόμησή του με βάση νεότερα δεδομένα της Δ.Ε.Η., ότι έπρεπε να βιαστούν για την κατοχύρωση της βεβαίωσης με τα 5,50 μέτρα και ότι οι ίδιοι (εναγόμενοι) είχαν ήδη ξεκινήσει τον επανασχεδιασμό του κτιρίου με βάση το ύψος αυτό.
Ότι, επίσης, σε συνάντησή τους οι εναγόμενοι τον ενημέρωσαν ότι θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνσή του ποσού των 10.000 ευρώ περίπου για το κόστος της νέας μελέτης και των νέων σχεδίων, κάτι που αυτός δεν ενέκρινε επειδή τέτοιο κτίριο δεν κάλυπτε τις ανάγκες στέγασης της επιχείρησής του, καθώς μάλιστα η Δ.Ε.Η.
στη συνέχεια, το Σεπτέμβριο του 2011, με έγγραφό της, καθόρισε τελικώς το ύψος του κτιρίου σε 4 μέτρα και η πρόταση των εναγομένων μετά από αυτό ήταν η ανέγερση κτιρίου ύψους 3,50 μέτρων. Ότι οι εναγόμενοι μηχανικοί επέδειξαν βαριά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και τον ζημίωσαν κατά το άνω ποσό, αφού πριν την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας για τον σχεδιασμό του κτιρίου και την έκδοση των απαραίτητων αδειών, έπρεπε, ενόψει του ότι εκείνοι (εναγόμενοι) είχαν πραγματοποιήσει αυτοψία στο οικόπεδο και γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι από αυτό διέρχονταν γραμμές μεταφοράς ρεύματος πολύ υψηλής τάσης, να απευθυνθούν προηγουμένως στη Δ.Ε.Η.
για τον καθορισμό του ύψους του κτιρίου που μπορούσε να ανεγερθεί, το οποίο (ύψος) ήταν κρίσιμο για την απόφασή του να προβεί στη συγκεκριμένη επένδυση. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από παραδεκτή πρωτοδίκως διόρθωση και περιορισμό του αιτήματος, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - "ένεκα της αδικοπραξίας τους", όπως αναφέρει στην αγωγή - να του καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό των 52.077,53 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επικουρικώς, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του, κατά τα παραπάνω ποσά των αμοιβών που κατέβαλε σε αυτούς και ζήτησε να υποχρεωθεί ο πρώτος των εναγομένων να του καταβάλει το ποσό των 17.271,70 ευρώ και η δεύτερη το ποσό των 34.636,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 8085/2018 οριστική απόφασή του, εκτιμώντας ότι στην αγωγή περιγράφεται ευθύνη από σύμβαση μίσθωσης έργου μεταξύ ενάγοντος και εναγομένων, έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη ως προς την αξίωση του κονδυλίου της αποζημίωσης (άρθρ. 52.077,53 ευρώ), στηριζόμενη κατά τούτο στις διατάξεις των άρθρων 330, 340, 346, 383-385, 681, 690 ΑΚ, απορριπτέα δε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης (20.000 ευρώ), με την αιτιολογία ότι η υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων που περιγράφεται στην αγωγή διαπράχθηκε στα πλαίσια σύμβασης μίσθωσης έργου μεταξύ ενάγοντος και εναγομένων και στοιχειοθετεί περίπτωση αντισυμβατικής και όχι αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, αφού ταυτίζεται κατά το πραγματικό της περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης, χωρίς ο ενάγων να επικαλείται περιστατικά που να θεμελιώνουν πέραν της ενδοσυμβατικής ευθύνης και αδικοπρακτική ευθύνη.
Ακόμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την αιτιολογία ότι στηριζόταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά της κύριας βάσης της αγωγής. Ερευνώντας δε στη συνέχεια την αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης έργου δεν καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων αλλά μεταξύ του ενάγοντος και της ανώνυμης εταιρείας ....
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 1317/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την Ολ.ΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).
Τέλος, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013).
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 192 του ΑΚ, η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του, κατά δε το άρθρο 195 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της, ενώ κατά το άρθρο 196 του ίδιου Κώδικα, αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 185, 189, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.
Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης, χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ` αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή, αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1587/2018, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, προκύπτει ότι και η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης έργου.
Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη, δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο (άρθ. 694 ΑΚ), να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (ΑΠ 130/2021, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 535/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "O ενάγων απέκτησε κατά κυριότητα, το Νοέμβριο του 2007, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στην περιοχή της ...
των ..., επί της οδού ..., επιφάνειας 823,20 τετραγωνικών μέτρων. Ο ενάγων επιθυμούσε να ανεγείρει στο εν λόγω οικόπεδο κτίριο υγειονομικού χαρακτήρα με μεταλλική κατασκευή, αποτελούμενο από υπόγειο (από μπετόν αρμέ), ισόγειο και πρώτο όροφο, προκειμένου να μεταφέρει εκεί την επιχείρηση παραγωγής, συσκευασίας και εμπορίας πρώτων υλών βιομηχανίας τροφίμων που εκείνος διατηρούσε τότε στο ....
Για το λόγο αυτό ο ενάγων ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας και για την έκδοση των σχετικών εγκρίσεων. Ειδικότερα, η ανάθεση αυτή έγινε με το ημερομηνίας 9.7.2009 έγγραφο, το οποίο φέρει την υπογραφή του ενάγοντος και τη σφραγίδα της ατομικής επιχείρησής του (με το διακριτικό τίτλο ...) και στο κείμενο αυτού αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι o ενάγων "...αναθέτει την εκπόνηση της μελέτης στο μελετητικό γραφείο του πολιτικού μηχανικού Χ.
Ν. Μ. ... που εδρεύει στο ......". Το έγγραφο αυτό αποτελούσε την πρόταση (άρθρ. 185 ΑΚ) του ενάγοντος προς την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία για την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης έργου (άρθρ. 681 ΑΚ) ... την οποία (πρόταση) αποδέχθηκε (άρθρ. 192 ΑΚ) για λογαριασμό της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ο πρώτος των εναγόντων ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, με σχετική προφορική δήλωσή του προς τον ενάγοντα και έτσι καταρτίσθηκε η προαναφερόμενη σύμβαση, η οποία και δεν υπόκειται από το νόμο σε έγγραφο συστατικό τύπο...
Το γεγονός ότι η σύμβαση μίσθωσης έργου καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος (ως εργοδότη) και της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας (ως εργολάβου) - και όχι αντιστοίχως μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων - δεν αναιρείται από το ότι διάφορες καταβολές του ενάγοντος έγιναν σε ατομικούς λογαριασμούς των εναγομένων και όχι της εταιρείας, ούτε από το ότι οι εναγόμενοι μηχανικοί εξέδωσαν φορολογικά παραστατικά στο όνομά τους, ζήτημα το οποίο συναρτάται με την ορθή ή μη τήρηση των φορολογικών υποχρεώσεων των ιδίων και της προαναφερόμενης εταιρείας.
Σημειώνεται ότι η δεύτερη των εναγομένων δεν ήταν μέτοχος της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας ούτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και οι ενέργειές της στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης έργου έγιναν με την ιδιότητά της ως βοηθού εκπλήρωσης της εργολάβου εταιρείας (άρθρ. 334 ΑΚ). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το παραπάνω με ημερομηνία 9.7.2009 έγγραφο θα έπρεπε, για να έχει ισχύ και να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, αφενός να είναι υπογεγραμμένο και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και αφετέρου να έχει θεωρηθεί από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) κατά τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ. 16 ν. 1882/1990, είναι νομικώς αβάσιμος, αφού η μεν υπογραφή όλων των συμβαλλομένων στο ίδιο έγγραφο προβλέπεται μόνο όπου ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός..., το δε το ανίσχυρο που καθιερώνει η παραπάνω διάταξη (του ν. 1882/1990) ισχύει μόνο έναντι της φορολογικής αρχής και όχι μεταξύ των συμβαλλομένων ..., πέραν του ότι η συγκεκριμένη διάταξη αφορά καταρτισμένα συμφωνητικά και όχι έγγραφα που ενσωματώνουν απλώς πρόταση για την κατάρτιση συμβάσεων.
Κατόπιν των παραπάνω, αφού δεν υπήρξε συμβατικός δεσμός μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων, ορθώς με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη η αγωγή σε βάρος των τελευταίων κατά το μέρος που στηριζόταν στη σύμβαση μίσθωσης έργου. Δεν απαιτείτο, εξάλλου, οι εναγόμενοι να προβάλουν προφορικώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε να καταχωρισθεί στα πρακτικά, τον σχετικό ισχυρισμό τους περί έλλειψης της παθητικής νομιμοποίησής τους (τον οποίο περιέλαβαν στις πρωτοβάθμιες προτάσεις τους), αφού τέτοιος ισχυρισμός δεν ήταν αυτοτελής, ήτοι μέσο επίθεσης ή άμυνας (ένσταση, αντένσταση), αλλά αρνητικός της βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή, ως προς την κύρια από τη σύμβαση βάση της, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 189, 191, 192, 195, 196, 361, 681 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παθητικής ή μη νομιμοποίησης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίδικη σύμβαση μίσθωσης έργου καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος (ως εργοδότη) και της ανώνυμης εταιρείας ... (ως εργολάβου), κατόπιν πρότασης του αναιρεσείοντος προς την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία, την οποία (πρόταση) αποδέχθηκε (άρθρ. 192 ΑΚ) για λογαριασμό της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, με σχετική προφορική δήλωσή του προς τον αναιρεσείοντα, και όχι μεταξύ του τελευταίου και των αναιρεσιβλήτων, και επομένως δε νομιμοποιούνται παθητικά οι αναιρεσίβλητοι, κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, στην άσκηση της ως άνω αγωγής, κατά την κύρια βάση της.
Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ίδιο ζήτημα της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων.
Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο α) ότι ο ενάγων ανέθεσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., την εκπόνηση της μελέτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας και για την έκδοση των σχετικών εγκρίσεων, β) ότι η ανάθεση αυτή έγινε με το από 9.7.2009 έγγραφο, το οποίο φέρει την υπογραφή του αναιρσείοντος και τη σφραγίδα της ατομικής επιχείρησής του (με το διακριτικό τίτλο ...) και στο κείμενο αυτού αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι o ενάγων "...αναθέτει την εκπόνηση της μελέτης στο μελετητικό γραφείο του πολιτικού μηχανικού Χ.
Ν. Μ. ... που εδρεύει στο ......", και γ) ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε την πρόταση (άρθρ. 185 ΑΚ) του ενάγοντος προς την παραπάνω ανώνυμη εταιρεία για την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης έργου, την οποία (πρόταση) αποδέχθηκε για λογαριασμό της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ως διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, με σχετική προφορική δήλωσή του προς τον ενάγοντα και έτσι καταρτίσθηκε η προαναφερόμενη σύμβαση, αιτιολογημένα έκρινε κατ` ουσίαν περί της έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο έμμεσα τον (αρνητικό) ισχυρισμό των τελευταίων ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης έργου καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ανώνυμης εταιρείας ...
και όχι των ιδίων, ώστε να καταφάσκεται, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής κατά την κύρια βάση της. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Εξάλλου, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Η παραβίαση, όμως, ενοχικής σύμβασης εκ μέρους κάποιου από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή γίνεται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προσώπων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, δεν συνιστά, αυτή καθ` εαυτή, αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 επ.
ΑΚ και δεν γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά τις άνω διατάξεις, εκτός εάν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο υπό του δικαίου και δη υπό των άνω άρθρων επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 727/2019, ΑΠ 920/2018).
Κατά συνέπεια όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 725/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ερειδόμενη στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων βάση της ένδικης αγωγής, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη και επαναφέρθηκε από τον αναιρεσείοντα με σχετικό λόγο εφέσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής αγωγή πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση τυχόν συρρέουσας ευθύνης των εναγομένων από αδικοπραξία, αφού η φερόμενη υπαίτια παράλειψή τους να απευθυνθούν στη ΔΕΗ για τον καθορισμό του ύψους της οικοδομής, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη σύμβαση έργου, στα πλαίσια της οποίας φέρονται, επίσης κατά την αγωγή, ότι ενήργησαν οι εναγόμενοι.
Επομένως, ορθώς με την εκκαλούμενη αττόφαση απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά τη συγκεκριμένη βάση της και το αντίστοιχο αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Σημειώνεται ότι ο ενάγων ισχυρίζεται στην έφεσή του ότι με την αγωγή είχε επιλέξει να στηρίξει την ευθύνη των εναγομένων μόνο στην αδικοπραξία και όχι και στη σύμβαση.
O ισχυρισμός αυτός δεν επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της ευθύνης από αδικοπραξία - ούτε ενισχύει ούτε αποκλείει τέτοια ευθύνη - ακριβώς επειδή η τελευταία υπάρχει όταν η συμπεριφορά μπορεί να νοηθεί αυτοτελώς ως παράνομη και υπαίτια, εκτός του τυχόν συμβατικού δεσμού.
Σε κάθε περίπτωση, ο νομικός χαρακτηρισμός από τον ενάγοντα, των επικαλούμενων με την αγωγή πραγματικών περιστατικών, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των περιστατικών αυτών στον κανόνα δικαίου, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων..., στην προκείμενη δε περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, είναι σαφές ότι γίνεται επίκληση της ευθύνης των εναγομένων και από τη σύμβαση μίσθωσης έργου...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την αγωγή, κατά την αδικοπρακτική της βάση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και τούτο διότι, με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το οποίο κυριαρχικά κρίνεται από το δικαστήριο, χωρίς δέσμευση από το νομικό χαρακτηρισμό του διαδίκου, δεν περιέχονται σ' αυτήν στοιχεία ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αποζημιωτική από αδικοπραξία ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, δοθέντος ότι το επικαλούμενο πταίσμα τους, που επέφερε την επικαλούμενη ζημιά του αναιρεσείοντος, δηλαδή η παράλειψη των αναιρεσιβλήτων να λάβουν την απαιτούμενη άδεια από τη ΔΕΗ για τον καθορισμό του ύψους του κτιρίου, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη σύμβαση έργου, για την εκπόνηση των σχετικών μελετών και έκδοση αδειών για ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδό του αναιρεσείοντος, στα πλαίσια της οποίας φέρεται να ενήργησαν οι αναιρεσίβλητοι, και ταυτίζεται κατά το πραγματικό του περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης, ενώ στο αγωγικό δικόγραφο δεν αναφέρονται άλλα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θα συνιστούσαν, καθ` εαυτά, αδικοπραξία, χωρίς την ύπαρξη της, ως άνω, επικαλούμενης παράβασης συμβατικής υποχρεώσεως των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, ορθώς το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά την αδικοπρακτική της βάση και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο, από τους αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησής του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Λόγω δε του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, δεν πρέπει να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Ιουλίου 2020 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1317/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ