Appeal partially allowed; Supreme Court remands case to Court of Appeals regarding competition law clauses in settlement agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Court of Appeals' decision rejecting the appeal. The appellants argued that specific clauses in a settlement agreement violated competition law, while the respondent contended the terms were freely agreed upon to resolve prior civil and criminal disputes. The Court found the appeal admissible regarding three specific grounds, rejecting the others as unfounded, and remanded the case for retrial by a different panel of the Court of Appeals.
Legislator headnote
AI generatedArt. 871 para. 1 A.C.; Art. 178 para. 1, 183, 191 para. 2 C.P.D.: A settlement agreement resolving prior disputes does not violate competition law if terms are freely agreed upon and do not constitute an abuse of necessity or an unjustified restriction of professional activity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1738 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1738/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό -Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... S.A.", που εδρεύει στο ..., Βιομηχανικό Πάρκο Σχιστού και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ι. Π. του Σ., κατοίκου .... Η 1η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μηλιαράκη και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-4-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βασαρδάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3740/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1407/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2016 αίτησή τους και τους από 16-3-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως προσβάλλεται η, κατά την τακτική διαδικασία και κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδοθείσα υπ’ αριθ. 1407/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που είχε δεχθεί εν μέρει την κατ’ αυτών αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου.
Επειδή, κατά το άρθρο 871 εδ.α Α.Κ. "με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλήν άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ των φιλονικίας η αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Φιλονικία είναι η αμφισβήτηση των συμβαλλομένων σχετικά με τη γένεση, το αντικείμενο, την ύπαρξη, την έκταση, τα πρόσωπα και τις έννομες συνέπειες εννόμου σχέσεώς των, υπάρχει δε, όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, ακόμη και αν αυτό γίνεται από απλή κακοβουλία, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν αμφιβολία σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές.
Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ’ ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι’ αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.
Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ.
Α.Π. 578/1980). Ο συμβιβασμός ενδέχεται να έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα της υφιστάμενης ήδη παλαιάς ενοχής, οπότε αυτή διατηρεί τη φύση και τις ασφάλειές της, ενδέχεται όμως να έχει δημιουργικό ή ανανεωτικό χαρακτήρα, εφόσον πάντως από το περιεχόμενο της σχετικής συμβάσεως, συνάγεται σαφώς σκοπός ανανεώσεως, δηλαδή κατάργηση της υφισταμένης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστωμένη με το συμβιβασμό νέα τοιαύτης.
Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού (Α.Π.617/2016).
Ο συμβιβασμός, ως αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Α.Κ.. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 178 του Α.Κ. "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών αποτελούν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 του Α.Κ., το οποίο αποτελεί ειδικότερα περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ιδίου Κώδικος: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του Α.Κ. για να χαρακτηρισθεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητος ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.
Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητος ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δευτέρας από τις ως άνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός εξ αυτών. Απειρία είναι η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.
Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την, ως άνω, κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
ΑΠ 714/1973). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ ΑΠ 714/1973, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, 820/2014, 2095/2009). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δήχθηκε κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος της τα εξής: " Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη αναιρεσίβλητος) συστάθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../19-07-1983 απόφασης του Νομάρχη ... Αθηνών... Σύμφωνα δε με το καταστατικό της σκοπός ήταν η ίδρυση και εκμετάλλευση βιομηχανίας ή βιοτεχνίας για την βιομηχανική ή βιοτεχνική παραγωγή ή συναρμολόγηση πινάκων ζεύξεως, μετασχηματιστών κινητήρων, υλικών ζεύξης χαμηλής και υψηλής τάσης, καλωδίων, στροβίλων, μειωτήρων, γερανών, υλικών εξοπλισμού πλοίων και γενικώς κάθε φύσης ηλεκτρολογικού ή και μηχανολογικού εξοπλισμού κλπ.
Στη συνέχεια, την 1η.9.1988 καταχωρήθηκε στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών η με αριθμ. .../1988 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση στην ενάγουσα της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ....Σύμφωνα με το νέο καταστατικό, η επωνυμία της ενάγουσας άλλαξε σε "... Α.Ε.", ενώ στους σκοπούς της προστέθηκε η διενέργεια εργασιών που έχουν σχέση με τις επισκευές κάθε φύσης μηχανολογικού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού πλοίων ευρισκομένων σε ελεύθερη ζώνη και η μελέτη και εκτέλεση παντός είδους και κάθε φύσης τεχνικών έργων και εγκαταστάσεων, ιδίως ηλεκτροτεχνικών και συναφών έργων ....
Η ενάγουσα εταιρεία ανήκει στον Όμιλο Επιχειρήσεων ... ο οποίος ασχολείται με τον τομέα της ενεργειακής τεχνολογίας και του αυτοματισμού. Ο όμιλος αυτός διαθέτει μεγάλο μερίδιο στην παγκόσμια αγορά κατασκευής και πώλησης προϊόντων, ολοκληρωμένων συστημάτων και υπηρεσιών σε βιομηχανίες χημικών διεργασιών, επεξεργασίας πετρελαίου, τσιμεντοβιομηχανίες, χαλυβουργίες, χαρτοβιομηχανίες, εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, εταιρείες κοινής ωφέλειας, κατασκευαστές και χρήστες κτηριακών έργων, καθώς και σιδηροδρομικών και ναυτιλιακών εφαρμογών.
Μέλος του ως άνω ομίλου είναι η εταιρεία με την επωνυμία "... Ltd", που εδρεύει στην πόλη ..., η οποία είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες στην Ευρώπη στο χώρο της κατασκευής, πώλησης και εμπορίας τουρμπινών πλοίων και ανταλλακτικών τους. Η ενάγουσα...από το έτος 1987 μέχρι σήμερα είναι η μοναδική, επίσημη και αποκλειστική αντιπρόσωπος αυτής στην Ελλάδα και στην Κύπρο και έχει κυρίαρχη θέση στην εμπορία βιομηχανικού - ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, εξοπλισμού κλιματισμού-αερισμού και υλικών ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, στην κατασκευή πινάκων μέσης και χαμηλής τάσης υψηλών απαιτήσεων, καθώς και στη συντήρηση και πώληση υπερπληρωτών για μηχανές πλοίων άνω των 500KW, δεδομένου ότι κατέχει πολύ υψηλό μερίδιο στην ελληνική αγορά στους προαναφερόμενους τομείς προϊόντων και τους υπερπληρωτές.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα διαθέτει απόθεμα εμπορευμάτων ... και εξοπλισμό για τη συντήρηση προϊόντων ... τα οποία είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές της εταιρείας "... Ltd", επιπλέον δε διατηρεί εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό αναλαμβάνοντας την ευθύνη των επισκευών που εκτελεί, οι οποίες, επίσης, ακολουθούν τη συγκεκριμένη τεχνογνωσία του ομίλου.
Η ενάγουσα από το έτος 1987 και καθ’ όλο το διάστημα της συνεργασίας της με την ανωτέρω εταιρεία χρησιμοποιεί συνεχώς στις συναλλαγές της το διακριτικό της τίτλο "..." και το διακριτικό γνώρισμα ... το οποίο αναγράφεται στις προσόψεις των κτιρίων της, σε έντυπο υλικό που χρησιμοποιεί, ήτοι τιμολόγια, δελτία αποστολής, αλληλογραφία, κάρτες κλπ, στα αυτοκίνητά της και σε διαφημίσεις των προϊόντων της.
Το διακριτικό αυτό γνώρισμα συνίσταται στην απλή λεκτική ένδειξη ... στην λεκτική ένδειξη ... σε μαύρο χρώμα με έντονα γράμματα και τον διακριτικό σταυρό επί των γραμμάτων αλλά και σε κόκκινο χρώμα με έντονα γράμματα και τον διακριτικό σταυρό επί των γραμμάτων, με τις παραλλαγές δε αυτές έχει κατοχυρωθεί και ως σήμα.
Πλέον συγκεκριμένα, η εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... είναι δικαιούχος των ακόλουθων αλλοδαπών και διεθνών σημάτων: 1) του υπ’ αριθμ. ... αλλοδαπού σήματος που κατατέθηκε στις 26-07-1988 στο Υπουργείο Εμπορίου... ισχύει μέχρι τις 26-07-2018 και διακρίνει προϊόντα των κλάσεων ... 2) του υπ’ αριθμ. ... αλλοδαπού σήματος που κατατέθηκε στις 26-07-1988 στο Υπουργείο Εμπορίου ...
ισχύει μέχρι τις 26-07-2018... 3) του υπ’ αριθμ. ... αλλοδαπού σήματος που κατατέθηκε στις 07-07-1993 στο Υπουργείο Εμπορίου .... ισχύει μέχρι τις 07-07-2023... 4) του υπ’ αριθμ. ... αλλοδαπού σήματος που κατατέθηκε στις 07-07-1993 στο Υπουργείο Εμπορίου ... ισχύει μέχρι τις 07-07-2023 ... 5) του υπ’ αριθμ. ... διεθνούς σήματος που καταχωρήθηκε στις 17-03-2004 στο Υπουργείο Εμπορίου ...
ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι τις 27-03-2012 (διεθνώς ισχύει μέχρι τις 27-03-2022)...6) του υπ’ αριθμ. ... διεθνούς σήματος που καταχωρήθηκε στις 17-03-2004 στο Υπουργείο Εμπορίου... ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι τις 27-03-2012 (διεθνώς ισχύει μέχρι τις 27-03-2022) ... 7) του υπ’ αριθμ. ... διεθνούς σήματος που καταχωρήθηκε στις 17-03-2004 στο Υπουργείο Εμπορίου...ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι τις 27-03-2012 (διεθνώς ισχύει μέχρι τις 27-03-2022) ...
Η ενάγουσα, σύμφωνα με την από 24-09-2007 σύμβαση παροχής απλής άδειας χρήσης που έχει υπογράψει με την πιο πάνω εταιρεία, η οποία ισχύει από 01-01-2008 για μια αρχική περίοδο δέκα (10) ετών και, στη συνέχεια, θα ανανεώνεται χωρίς άλλες διατυπώσεις κάθε φορά για περίοδο πέντε (5) ετών...και τις από 30-06-2006 εταιρικές οδηγίες χρήσης, χρησιμοποιεί, έναντι καταβολής ελάχιστου κατ’ αποκοπή ποσού ως τέλη χιλίων (1.000) ελβετικών φράγκων ανά ημερολογιακό έτος και ποσοστού 1% των εσόδων της μείον των ενδοεταιρικών αγορών, τα ανωτέρω αλλοδαπά και διεθνή σήματα.
Πλην όμως, για την προαναφερόμενη σύμβαση απλής άδειας χρήσης των σημάτων, που υπογράφηκε μεταξύ της εταιρείας "..." και της ενάγουσας, δεν εκδόθηκε απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, η οποία αποτελεί όρο του ενεργού της εν λόγω δικαιοπραξίας, και καταχώρισή της στο βιβλίο σημάτων, και, για το λόγο αυτό η εν λόγω σύμβαση λειτουργεί κατά μετατροπή, σύμφωνα με το άρθρο 182 ΑΚ, ως άδεια χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος εμπορεύματος κατά το ουσιαστικό σύστημα, δεδομένου ότι το διακριτικό γνώρισμα ...
είχε καθιερωθεί στην ελληνική αγορά, κατά το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 146/1914..., λόγω της συνεχούς χρήσης του από την ενάγουσα από το 1987 που ξεκίνησε η εμπορική συνεργασία της με τον όμιλο εταιρειών .... Εξαιτίας δε του αυξημένου βαθμού καθιέρωσης στις συναλλαγές του διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας ... πέρα από το σχετικό κύκλο των καταναλωτών με την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, του βαθμού ιδιοτυπίας που εμφανίζει στην εκφραστική του δύναμη, της ύπαρξης μίας θετικής εκτίμησης του κοινού σχετικά με τα προϊόντα που διακρίνει, της κάλυψης πολύ μεγάλου μεριδίου της ελληνικής αγοράς και της πραγματοποίησης σημαντικών επενδύσεων για την προβολή του, δεδομένου ότι επί εικοσαετίας διαφημίζονταν συνεχώς και εντατικά τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που διακρίνει, έχει αποκτήσει φήμη με αποτέλεσμα να προστατεύεται και η διαφημιστική λειτουργία την οποία επιτελεί.
Κάθε προϊόν που φέρει το ανωτέρω διακριτικό γνώρισμα θεωρείται από το καταναλωτικό κοινό ότι παράγεται και εισάγεται από την ενάγουσα και για το λόγο αυτό επιλέγεται, αφού η ποιότητα του είναι κοινώς αποδεκτή. Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... S.A." δραστηριοποιείται στον χώρο κατασκευής - εμπορίας ανταλλακτικών μηχανών και πλοίων, καθώς και παροχής υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης τέτοιων εξαρτημάτων, τόσο δικής της κατασκευής, όσο και καινούργιων ή μεταχειρισμένων κατασκευής άλλων εταιρειών...Οι εναγόμενοι από το 2002 είχαν ξεκινήσει να εκμεταλλεύονται τη φήμη της ενάγουσας.
Ειδικότερα, περί τα τέλη του έτους αυτού η ενάγουσα είχε ενημερωθεί από πελάτες της ... ότι στις 24-10-2002, 29-10-2002 και 25-10-2002 ... τους είχε αποσταλεί στα γραφεία τους, μέσω τηλεομοιοτυπίας, επιστολή κάποιας εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", η οποία παρουσιαζόταν ότι είχε αναλάβει την εμπορική και τεχνική διεύθυνση μίας εταιρείας με την επωνυμία "...)", στον τομέα των ...s σε παγκόσμιο επίπεδο, και ότι στόχος της ήταν η προμήθεια ανταλλακτικών υψηλής ποιότητας σε χαμηλές τιμές (transit) με το χαμηλότερο δυνατό κόστος μεταφορικών ...
Μετά από έρευνα που διενήργησε η ενάγουσα ... διαπίστωσε, ότι η ανωτέρω εταιρεία που είχε αποστείλει τις προαναφερόμενες επιστολές, είχε συσταθεί ...με την μορφή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία"... ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "... LTD"...σκοπός της ήταν α) οι μελέτες εγκαταστάσεων στροβίλων ναυτιλίας και βιομηχανίας, β) οι επιθεωρήσεις, συντηρήσεις και εμπόριο ανταλλακτικών και γ) οι αντιπροσωπείες υπερπληρωτών και στροβίλων ναυτιλίας και βιομηχανίας, διαχειριστής δε και νόμιμος εκπρόσωπός της ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, Ι.
Π. ... Ακολούθως, η εταιρεία αυτή ... λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, ενώ εκκαθαριστής ορίστηκε ο δεύτερος εναγόμενος...επίσης, διαπίστωσε...ότι ο αναγραφόμενος στις προαναφερόμενες επιστολές της ανωτέρω εταιρείας αριθμός τηλεφώνου "..." δεν ανήκε στην ίδια, αλλά στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, η οποία τότε ....
ονομαζόταν "... ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και είχε ως διακριτικό τίτλο "... SA", της οποίας Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν και εξακολουθεί να είναι... ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ η επωνυμία έχει τροποποιηθεί σε "..."...Από τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος ασκούσε τον ουσιαστικό έλεγχο τόσο στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία όσο και στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "...
ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", οι οποίες είχαν κοινή διοίκηση και εκπροσώπηση, κοινή δραστηριότητα και κοινούς αριθμούς τηλεφώνου. Με τις παραπάνω αθέμιτες ανταγωνιστικές πράξεις του ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ως δραστηριοποιούμενος στον ίδιο επαγγελματικό χώρο γνώριζε ότι η ενάγουσα αποτελούσε την μοναδική επίσημη και αποκλειστική αντιπρόσωπο της εταιρείας "...
Ltd", προσπάθησε, μέσω των πιο πάνω εταιρειών του, να παραπλανήσει τις προαναφερθείσες ναυτιλιακές εταιρείες, παρουσιάζοντας ότι η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με τον διακριτικό τίτλο "... LTD" έχει αναλάβει την αποκλειστική εμπορική και τεχνική εκπροσώπηση μιας εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.",η οποία εμπεριείχε αυτούσιο το διακριτικό τίτλο της ενάγουσας και συνιστούσε δουλική απομίμηση της επωνυμίας της συγγενούς της εταιρείας "...
Ltd"... σκοπός του δεύτερου εναγομένου ήταν να δημιουργήσει σύγχυση στο πελατειακό της κοινό ότι η εταιρεία του ήταν επίσημη αντιπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρείας "... Ltd", ότι ανήκε στο δίκτυο διανομής αυτής και, επομένως, ότι τα προϊόντα του ήταν της ίδιας ποιότητας με τα δικά της. ... Κατόπιν όλων αυτών, η ενάγουσα επέδωσε στην πρώτη εναγομένη στις 22-1-2004...την από 12-01-2004 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση και πρόσκληση, με την οποία ως μοναδική επίσημη και αποκλειστική αντιπρόσωπος της εταιρείας "...
Ltd" διαμαρτυρόταν για την προαναφερθείσα αθέμιτη συμπεριφορά της και την καλούσε να σταματήσει να χρησιμοποιεί το σήμα της και ιδίως σε οποιοδήποτε διαφημιστικό της υλικό (σε έντυπη ή όχι μορφή), δηλώνοντας ότι θα λάμβανε όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη και προάσπιση των νομίμων δικαιωμάτων της.
Ακολούθως, η ενάγουσα στις 19-10-2004 κατέθεσε την από 19-10-2004 έγκληση κατά του δεύτερου εναγόμενου ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών..., δυνάμει της οποίας ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για την πράξη της απόπειρας απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ’ εξακολούθηση, που αφορούσε την αποστολή των προαναφερόμενων τριών επιστολών στις ανωτέρω εταιρείες, παραπέμφθηκε δε για να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Μετά από αναβολές, ορίστηκε δικάσιμος για τις 08-05-2009. Ακόμα, η ενάγουσα στις 17-12-2004 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 17-12-2004 αγωγή της κατά α) της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία"... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "... LTD", β) της πρώτης εναγόμενης και γ) του δεύτερου εναγόμενου ατομικά και με την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εταιρείας και του διευθύνοντα συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εταιρείας, με την οποία, επικαλούμενη τα ανωτέρω περιστατικά, ήτοι την αποστολή επιστολών μέσω τηλεομοιοτυπίας στις προαναφερόμενες εταιρείες - πελάτες της και την κυκλοφορία του διαφημιστικού εντύπου από την δεύτερη εναγόμενη, ζητούσε να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των τριακοσίων εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι (374.320) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 22-01-2004 που επέδωσε την από 12-01-2004 ανωτέρω εξώδικη διαμαρτυρία της, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση, να απαγγελθεί κατά του τρίτου εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών, για την οποία, μετά από αναβολές, ορίστηκε δικάσιμος η 15η-05-2009...Τις παραμονές της δίκης του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ο δεύτερος εναγόμενος επικοινώνησε με την ενάγουσα ζητώντας να έλθουν σε συμβιβασμό διαβεβαιώνοντάς την ότι στο εξής θα απείχε τόσο αυτός όσο και η εταιρεία του από...
ανταγωνιστικές ενέργειες. Η ενάγουσα πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του αυτές και προχώρησε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό μαζί του. Για το σκοπό αυτό α) η ενάγουσα β) η πρώτη εναγόμενη, γ) η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "... LTD", η οποία βρισκόταν σε εκκαθάριση και εκπροσωπείτο νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, δεύτερο εναγόμενο και δ) ο δεύτερος εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του διευθύνοντα συμβούλου, βασικού μετόχου, εταίρου και διαχειριστή των πιο πάνω εταιρειών αντίστοιχα, αλλά και ατομικά, κατήρτησαν στην Αθήνα στις 07-05-2009 ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "1.
Η ..., η ... και ο Ι. Π. ατομικά και για κάθε άλλη υπάρχουσα ή μελλοντική εταιρεία συμφερόντων του δεσμεύονται: Α) Να μην χρησιμοποιούν στο μέλλον με οποιοδήποτε τρόπο το σήμα της ... αυτούσιο ή παραποιημένο. Σε κάθε περίπτωση εάν υπάρξει αναφορά στο όνομα της ... στο μέλλον σε έντυπά τους τούτο θα γράφεται με μαύρα και όχι έντονα (bold) γράμματα και χωρίς τον χαρακτηριστικό σταυρό στη μέση των τριών γραμμάτων.
Β) Να μην δηλώνουν με οποιοδήποτε τρόπο (άμεσο ή έμμεσο) ότι ήταν ή είναι συνεργάτες ή αντιπρόσωποι/εκπρόσωποι εταιρείας του ομίλου ... ή γενικώς ότι είχαν ή έχουν οποιοδήποτε εμπορικό ή οικονομικό δεσμό με εταιρεία του ομίλου .... Γ) Να μην δηλώνουν με οποιοδήποτε τρόπο (άμεσο ή έμμεσο) ότι εμπορεύονται προϊόντα/ανταλλακτικά ....
Δ) Να μην δηλώνουν ότι αποτέλεσαν ή αποτελούν εξουσιοδοτημένο συνεργείο οποιωνδήποτε προϊόντων ... αλλά να δηλώνουν ρητώς στην περίπτωση που επισκευάζουν προϊόντα ... ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) συνεργείο για προϊόντα .... Ε) Να μην ανταγωνίζονται αθέμιτα με οποιοδήποτε τρόπο (άμεσο ή έμμεσο) την ...
στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. ΣΤ) Να δημοσιεύσουν με έξοδά τους στο φύλλο Παρασκευής 8 Μαΐου 2009 της εφημερίδας ... και στο επόμενο τεύχος των ναυτιλιακών περιοδικών ... σχετική ανακοίνωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και η οποία θα πρέπει να επιδοθεί στην ... ως τις 9:00 π.μ. την Παρασκευή 8 Μαΐου 2009. (Η κατάθεση της σχετικής ανακοίνωσης στα ανωτέρω περιοδικά θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί την Πέμπτη 7 Μαΐου 2009). 2.
Σε περίπτωση παραβίασης οποιοσδήποτε από τις ανωτέρω Α έως ΣΤ δεσμεύσεις η ... διατηρεί το δικαίωμα επιβολής ποινικής ρήτρας ύψους πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ για κάθε παραβίαση επιφυλασσόμενη παντός άλλου δικαιώματος της. Κάθε δημοσίευση ή ανακοίνωση θα λογίζεται ως μία ξεχωριστή παραβίαση για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου. 3.
Ενόψει των ανωτέρω δεσμεύσεων των αντισυμβαλλομένων της στο παρόν Συμφωνητικό, η ... αποδέχεται ότι η αναφορά σε επιστολές της ... κατά το έτος 2002 προς διάφορες εταιρείες ότι η ... "έχει αναλάβει την εμπορική και τεχνική διεύθυνση της ... στον τομέα των ...s σε παγκόσμιο επίπεδο" και η οποία οδήγησε στις εκκρεμείς σήμερα αστική και ποινική υπόθεση, δεν οφειλόταν σε δόλο των συντακτών τους. 4.
Επιπλέον ενόψει των ανωτέρω δεσμεύσεων των αντισυμβαλλομένων της στο παρόν Συμφωνητικό, η ... αποδέχεται ότι σε σχέση με τις ανακοινώσεις στην ιστοσελίδα που διατηρεί στο διαδίκτυο η ... αλλά και σε σειρά διαφημίσεων της εταιρείας αυτής που από τον Δεκέμβριο 2003 κυκλοφορούσαν περιστασιακά ως διαφημιστικά έντυπα αλλά και δημοσιεύονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε κάποια περιοδικά του κλάδου της ναυτιλίας, δεν υπήρξε η πρόθεση να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η ...
είτε δρα ως εξουσιοδοτημένο κατάστημα επισκευών προϊόντων υπερπληρωτών (...s) ... είτε εμπορεύεται προϊόντα ... είτε λειτουργεί ως συνεργάτης και αντιπρόσωπος εταιρειών του ομίλου ... καθώς η εταιρεία ... ούτε υπήρξε ποτέ ούτε λειτουργεί σήμερα ως εξουσιοδοτημένο κατάστημα επισκευών προϊόντων ..., ούτε εμπορευόταν ή εμπορεύεται προϊόντα ..., ούτε ήταν ή είναι συνεργάτης ή αντιπρόσωπος εταιρειών του ομίλου .... 5.
Τέλος ενόψει των ανωτέρω δεσμεύσεων των αντισυμβαλλομένων της στο παρόν Συμφωνητικό, η ... επιθυμεί να δοθεί αίσιο τέλος στις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις και στα πλαίσια αυτά θα παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής της αλλά και το σχετικό δικαίωμα κατά των ..., ... και του Ι. Π. και θα δηλώσει την 8η Μαΐου ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου στην εκκρεμή υπόθεση που προέκυψε μετά από μήνυση της ...
κατά του Ι. Π. μετά τις ανωτέρω επιστολές της ... ότι δεν υπήρχε δόλος των συντακτών τους. 6. Επιπλέον η ... δηλώνει, με την επιφύλαξη τήρησης όλων των ανωτέρω δεσμεύσεων από τους αντισυμβαλλόμενους της στο παρόν Συμφωνητικό, ότι με το παρόν Συμφωνητικό, παραιτείται από το σχετικό δικαίωμά της σε σχέση με τα ακόλουθα πρόσφατα γεγονότα ανεξαρτήτως της όποιας θέσης των αντισυμβαλλομένων της στο παρόν Συμφωνητικό ως προς αυτά τα γεγονότα:
Α) Την πρόσφατη επιστολή της ... σε πελάτες της στην οποία υπάρχει αναφορά σε προσφορά φθηνότερων προϊόντων ... λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Β) Το φυλλάδιο της ... σε πρόσφατη έκθεση στο ... στο οποίο υπήρχε αναφορά στην .... Γ) Την επισκευή υπερπληρωτή στο πλοίο "..." από την ... η οποία δήλωσε ότι είναι εξουσιοδοτημένη για επισκευές προϊόντων .... 7.
Η ..., η ... και ο Ι. Π. δηλώνουν ότι αποδέχονται ανεπιφυλάκτως τις ανωτέρω παραιτήσεις της ... αλλά και την επιφύλαξη της ανωτέρω παραγράφου 6 του παρόντος. 8. Δεν επιτρέπεται η κοινοποίηση του παρόντος συμφωνητικού σε τρίτους παρά μόνο η υποβολή του ενώπιον παντός δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής σε περίπτωση οποιασδήποτε επίκλησης παραβίασης του νόμου ή οποιουσδήποτε από τους όρους του παρόντος από οποιονδήποτε από τους αντισυμβαλλόμενους. 9.
Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από το παρόν συμφωνητικό θα επιλύεται από τα δικαστήρια των Αθηνών κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου.". Σημειώνεται ότι, ερμηνεύοντας την από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, οι περιλαμβανόμενοι σε αυτήν όροι:
α) περί υποχρέωσης των εναγομένων να δηλώνουν ρητώς στην περίπτωση που επισκευάζουν προϊόντα ... ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) συνεργείο για προϊόντα ... και β) περί κατάπτωσης ποινικής ρήτρας ποσού πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ σε βάρος των εναγομένων, για κάθε εκ μέρους τους παραβίαση των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει, δεν ήταν άκυροι, ως αισχροκερδείς - καταπλεονεκτικοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 179 και 180 ΑΚ καθόσον..., δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε κάποια ανάγκη των εναγομένων....
Ούτε εξάλλου προέκυψε η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης....Όσον αφορά τον όρο να δηλώνουν ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο συνεργείο για προϊόντα ... τέθηκε για να αποφευχθεί περαιτέρω σύγχυση στους πελάτες της ενάγουσας...δεν κατέλυε τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και της ανάπτυξης της οικονομικής και επαγγελματικής δράσης αυτών, ούτε περιείχε υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας τους...Επίσης, η επιβολή της πιο πάνω μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, για την περίπτωση παραβίασης, εκ μέρους των εναγομένων, των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει με τη σύμβαση του εξώδικου συμβιβασμού ...
παρίσταται επαρκώς δικαιολογημένη. Σύμφωνα με τα παραπάνω όλοι οι όροι που περιλαμβάνονται στην από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού είναι έγκυροι και δεσμευτικοί για τους εναγόμενους και για το λόγο αυτό οι σχετικοί τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγος της κρινόμενης έφεσης με τους οποίους οι εναγόμενοι επικαλούνται ότι είναι άκυροι...πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.
Ακολούθως, σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού η πρώτη εναγόμενη, με την από 06- 05-2009 ανακοίνωσή της, η οποία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "..." και στα ναυτιλιακά περιοδικά "..." των μηνών Ιουνίου 2009 και Απριλίου- Μαϊου 2009 αντίστοιχα, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι "... 1. Η εταιρεία ... ΑΕ, η εταιρεία ...
Ltd αλλά και οποιαδήποτε άλλη εταιρεία συμφερόντων του Ι. Π., ουδέποτε αποτέλεσαν ούτε αποτελούν συνεργάτη ή αντιπρόσωπο εταιρειών του ομίλου ..., ουδέποτε εμπορεύονταν ούτε εμπορεύονται προϊόντα ... και ουδέποτε ανήκαν ούτε ανήκουν στο δίκτυο των εξουσιοδοτημένων συνεργείων για προϊόντα .... 2. Ουδέποτε στο παρελθόν έχει υπάρξει ούτε υφίσταται οποιοσδήποτε εμπορικός ή οικονομικός δεσμός μεταξύ εταιρειών του ομίλου ...
και εταιρειών συμφερόντων του Ι. Π....". Αντίστοιχα, η ενάγουσα στις 15-05-2009 κατά τη συζήτηση της από 17-12-2004 αγωγής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά παραιτήθηκε από το δικόγραφό της, ενώ στις 10-12-2009...παραιτήθηκε και από το συγκεκριμένο δικαίωμα που ασκήθηκε με την εν λόγω αγωγή. Επίσης, η ενάγουσα στις 08-05-2009, δια των νομίμων εκπροσώπων της, δήλωσε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που εκκρεμούσε σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου, κατόπιν...της...
έγκλησής της, ότι δεν υπήρχε δόλος των συντακτών τους, σε σχέση με τις ανωτέρω επιστολές..., με αποτέλεσμα αυτός να κηρυχθεί αθώος. Ακολούθως, τον Δεκέμβριο του 2010 ένας πελάτης της ενάγουσας της παρέδωσε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο για την προώθηση των προϊόντων και των υπηρεσιών της πρώτης εναγόμενης, το οποίο είχε διανεμηθεί στη Διεθνή Έκθεση Ναυτιλίας "..." με διάρκεια από τις 07-06-2010 έως 11-06-2010, ομοίου περιεχομένου με το φυλλάδιο που είχε διανεμηθεί στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2008 και για το οποίο είχε υπογράφει η από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού.
Στο φυλλάδιο αυτό το διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας παρουσιαζόταν με έντονη γραφή σε κόκκινο χρώμα και κεφαλαία γράμματα ... χωρίς τον λεπτό λευκό σταυρό στην μέση των τριών γραμμάτων, ώστε να παραπέμπει στην γνωστή χαρακτηριστική λεκτική ένδειξη της ... που φέρει ακριβώς το ίδιο έντονο κόκκινο χρώμα, και το οποίο ήταν τοποθετημένο κάτω από την φράση γραμμένη στην αγγλική γλώσσα "...", που σημαίνει στην ελληνική γλώσσα "σταθμός επισκευής-ανταλλακτικά για τουρμπίνες/υπερπληρωτές και αριστερά από την λεκτική ένδειξη της εταιρείας κατασκευής με την επωνυμία "...", που ήταν γραμμένη σε έντονο μαύρο χρώμα.
Μετά από αυτό, η ενάγουσα διενεργώντας έρευνα στο διαδίκτυο διαπίστωσε, ότι το προαναφερθέν διαφημιστικό φυλλάδιο κυκλοφορούσε και στο διαδίκτυο, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: .../... ... Εκτός δε από το προαναφερόμενο διαφημιστικό φυλλάδιο, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η πρώτη εναγόμενη στην ιστοσελίδα .... ....gr αναφορικά με τα προϊόντα που παρείχε υπό την λεκτική ένδειξη "...", ανέφερε ότι "Καινούρια ή μεταχειρισμένα ανταλλακτικά και complete ...s όλων των τύπων και κατασκευαστών ...-...
παρέχονται άμεσα και σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές και σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών...", ενώ σε ότι αφορούσε τις υπηρεσίες που παρείχε, υπό την λεκτική ένδειξη "...", ανέφερε ότι: "Το έμπειρο και άρτια εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό μας μπορεί και επισκευάζει, στο κατάλληλα και τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμένο μας μηχανουργείο, όλα τα ανταλλακτικά για όλους τους τύπους των ... ... ...
κ.α. Όλες οι επισκευές που γίνονται, είναι πάντοτε σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών και συνοδεύονται από τα κατάλληλα πιστοποιητικά..." και, τέλος, υπό την λεκτική ένδειξη "...", ανέφερε ότι "...Το άρτια καταρτισμένο προσωπικό μας είναι σε θέση να επισκευάζει ζημίες στα κελύφη των ..., οποιοσδήποτε τύπου, (... ..., ...
κ.α.) καθώς και να αναπαράγει τα τοιχώματα και να τα επαναφέρει στην αρχική τους διάσταση, σύμφωνα πάντα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή...". Μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις της η ενάγουσα στις 16-12-2010 επέδωσε στους εναγόμενους την από 16-12-2010 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία διαμαρτυρόταν για τις πιο πάνω παραβιάσεις του ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε διαπιστώσει, ότι είχαν λάβει χώρα και τους καλούσε εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την επίδοσή της:
A) i) να αποσύρουν από την δεύτερη σελίδα του διαφημιστικού φυλλαδίου της πρώτης εναγόμενης (είτε αυτό ήταν σε έντυπη, είτε σε ηλεκτρονική μορφή), καθώς και από οπουδήποτε αλλού αυτό είχε δημοσιοποιηθεί στο κοινό, το παραποιημένο λογότυπο ... το οποίο ήταν τοποθετημένο κάτω από την λεκτική ένδειξη "... ...", αντικαθιστώντας αυτό με το όνομα ...
σε μαύρα και όχι έντονα (bold) γράμματα και χωρίς τον χαρακτηριστικό λευκό σταυρό στην μέση των τριών γραμμάτων, συμμορφούμενοι προς την επιταγή του όρου Α του από 07-05-2009 ιδιωτικού τους συμφωνητικού, ii) σε κάθε περίπτωση, να μην δηλώνουν ή να μην δημιουργούν την εντύπωση με οποιονδήποτε τρόπο ότι δήθεν εμπορεύονται ανταλλακτικά (spare parts) ... iii) να δηλώνουν ρητώς ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) σταθμό επισκευής, όταν δηλώνουν ότι επισκευάζουν προϊόντα ...
και ίν) να αποσύρουν από τον διαδικτυακό τους τόπο (.... ....gr) τις φράσεις "σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών" και "πάντοτε σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών και συνοδεύονται από τα κατάλληλα πιστοποιητικά", όταν αναφέρονται σε πώληση, ή επισκευή προϊόντων/ανταλλακτικών .... Β) Να της καταβάλουν για τις προαναφερόμενες παραβιάσεις του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού που είχαν υπογράψει, ως ποινική ρήτρα συνολικά το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τον όρο 2 αυτού...
Οι εναγόμενοι σε σχετική τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με εκπροσώπους της ενάγουσας τους πληροφόρησαν ότι η πρώτη εξ αυτών εταιρεία επρόκειτο να λυθεί και ο δεύτερος εναγόμενος σκόπευε να ασχοληθεί με τον τομέα των βιολογικών προϊόντων. Παρά ταύτα, οι ανταγωνιστικές πράξεις των εναγομένων, οι οποίες παραβίαζαν τη μεταξύ τους συμφωνία, δεν σταμάτησαν καθώς, η ενάγουσα ενημερώθηκε εκ νέου από πελάτες της, ότι στο τεύχος Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2011 του περιοδικού "...", που εξειδικεύεται σε ειδήσεις που αφορούν τη ναυτιλία στην Ελλάδα, εμφανιζόταν εκτενές άρθρο για την πρώτη εναγόμενη, η οποία δήλωνε μάλιστα ότι αποτελεί "...
ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ... ..., ...", αναφέροντας ότι: "...Οι επισκευές, που παρέχονται πραγματοποιούνται από εκπαιδευμένους τεχνικούς, είναι πάντα σύμφωνες με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή και μπορούν να συνοδεύονται από διεθνώς αναγνωρισμένα πιστοποιητικά ποιότητας, κατόπιν αιτήσεως του πελάτη...". Το επίμαχο διαφημιστικό φυλλάδιο της πρώτης εναγόμενης κυκλοφορούσε σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο, τουλάχιστον μέχρι την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής, ενώ οι ανωτέρω αναφορές της στην ενάγουσα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στην ιστοσελίδα της τουλάχιστον μέχρι τις 30-04-2012 και 28-05-2012...
Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι με πρόθεση παραβίασαν τους όρους της ρήτρας μη ανταγωνισμού, που είχαν συμφωνήσει με την ενάγουσα κατά τη σύναψη της από 07.5.2009 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, με αποτέλεσμα να καταπέσει η περιλαμβανομένη σε αυτή ποινική ρήτρα, ενώ, επιπροσθέτως, η πρώτη εναγόμενη παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 13 του Ν. 146/1914, καθότι χρησιμοποίησε αντίθετα στα χρηστά ήθη και με σκοπό τον ανταγωνισμό το διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας ...
κατά τρόπο που προσέβαλε την διαφημιστική του λειτουργία και μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, και προέβη σε ανακριβείς δηλώσεις, που αφορούσαν εμπορεύματα και εργασίες της, υπό τη μορφή των δημόσιων ανακοινώσεων που ήταν ικανές να επηρεάσουν με οποιονδήποτε τρόπο την αγοραστική συμπεριφορά των αποδεκτών των διαφημίσεων.
Πλέον συγκεκριμένα: 1) η πρώτη εναγόμενη χρησιμοποιώντας το διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας ... με έντονη γραφή (bold), σε κόκκινο χρώμα και κεφαλαία γράμματα, χωρίς τον λεπτό σταυρό στην μέση των τριών γραμμάτων, υπό την λεκτική ένδειξη "... ...S" στη δεύτερη σελίδα του διαφημιστικού φυλλαδίου της, το οποίο διένειμε στην Διεθνή Έκθεση Ναυτιλίας "..." με διάρκεια από τις 07-06-2010 έως τις 11-06-2010 και το οποίο εξακολουθούσε να είναι προσβάσιμο και σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδίκτυο τουλάχιστον μέχρι την κατάθεση της υπό κρίση αγωγής:
α) παραβίασε τον 1Α όρο της ως άνω σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο οι εναγόμενοι δεσμεύτηκαν να μην χρησιμοποιούν στο μέλλον με οποιονδήποτε τρόπο, το διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας ... αυτούσιο ή παραποιημένο, και σε κάθε περίπτωση που θα γίνεται αναφορά στο μέλλον στο όνομα της ... στα έντυπά τους, αυτό θα γράφεται με μαύρα και όχι έντονα (bold) γράμματα και χωρίς τον χαρακτηριστικό σταυρό στη μέση των τριών γραμμάτων, δεδομένου ότι χρησιμοποίησε παραποιημένο, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, το εν λόγω διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας στο διαφημιστικό της φυλλάδιο, β) Παραβίασε τον 1Γ όρο της ως άνω σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο οι εναγόμενοι δεσμεύτηκαν να μην δηλώνουν με οποιονδήποτε τρόπο (άμεσο ή έμμεσο) ότι εμπορεύονταν προϊόντα/ανταλλακτικά ...
καθότι με την εκ μέρους τους χρησιμοποίηση του παραποιημένου διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας, κάτω από την ανωτέρω λεκτική ένδειξη, υποδήλωναν την ύπαρξη μίας πάγιας και σταθερής εμπορικής σχέσης, βάσει της οποίας η πρώτη εναγόμενη δήθεν λειτουργούσε ως εξειδικευμένος σταθμός επισκευής υπερπληρωτών (...s) ...
εμπορευόμενη συγχρόνως και ανταλλακτικά (spare parts) ... σε μόνιμη βάση. γ) Παραβίασε τον 1Δ όρο της ως άνω σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο δεσμεύτηκαν αφενός μεν να μην δηλώνουν στο μέλλον ότι αποτελούν εξουσιοδοτημένο συνεργείο οποιωνδήποτε προϊόντων ... αφετέρου δε να δηλώνουν ρητώς στην περίπτωση που επισκεύαζαν προϊόντα ...
ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) συνεργείο για προϊόντα ... καθότι ουδεμία τέτοια δήλωση περί "μη εξουσιοδοτημένου" ("non authorized") σταθμού επισκευής γινόταν στο διαφημιστικό αυτό φυλλάδιο, όταν η πρώτη εναγόμενη αναφερόταν στην επισκευή των προϊόντων της ενάγουσας. Εξάλλου, η εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης χρήση του παραποιημένου σημείου ...
το οποίο συνιστά διακριτικό γνώρισμα φήμης της ενάγουσας, έγινε εν είδει διακριτικού γνωρίσματος, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών της συναλλαγών και είχε ως αποτέλεσμα να προσβληθεί η διαφημιστική λειτουργία του, καθόσον της προσπόρισε όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα και τη φήμη του βλάπτοντας αντίστοιχα αυτά, χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία που να δικαιολογούσε τη συμπεριφορά της, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δημιούργησε κίνδυνο σύγχυσης του κοινού, στο οποίο δημιουργούσε την εντύπωση ότι μεταξύ αυτής και της ενάγουσας υπήρχε οικονομική συνεργασία ή οργανωτική σχέση.
Με τον τρόπο αυτό η πρώτη εναγόμενη χρησιμοποιώντας κατά τον προαναφερόμενο τρόπο το διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας, αφενός προκάλεσε κίνδυνο εκμετάλλευσης της φήμης του γνωστού προγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας ... και κίνδυνο εξασθένισης (διάβρωσης) και ευτελισμού της καλής του φήμης, δεδομένου ότι προσπάθησε να αντλήσει οφέλη από τη φήμη του, αφετέρου δε δημιούργησε την πεπλανημένη εντύπωση στους καταναλωτές, ότι ήταν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της εταιρείας "...", ανήκε στο επιλεκτικό δίκτυο διανομής της στην Ελλάδα, αποτελούσε "Σταθμό Επιδιόρθωσης" και υπήρχε μεταξύ της ενάγουσας και αυτής εμπορική συνεργασία, στα πλαίσια της οποίας παρείχε υπηρεσίες επισκευής για υπερπληρωτές (...s) ...
και εμπορευόταν ανταλλακτικά (spare parts) .... Επομένως, η διαφήμιση της πρώτης εναγομένης ήταν παραπλανητική, καθόσον εμπεριείχε ανακριβή δήλωση που αναφερόταν στις συναλλαγές του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, αφορούσε εμπορεύματα και βιομηχανικές εργασίες και ήταν ικανή να επηρεάσει την αγοραστική συμπεριφορά των αποδεκτών της, δεδομένου ότι εμφανιζόταν ως σταθμός επιδιόρθωσης προϊόντων ...
και συνακόλουθα ότι ήταν εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της εταιρείας "..." και άνηκε στο επιλεκτικό δίκτυο διανομής της. Όσα δε υποστήριξαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν με την έφεσή τους περί του ότι δεν παραβίασαν τους πιο πάνω όρους της από 07-05-2009 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού δεν κρίνονται πειστικά κατά την κρίση του Δικαστηρίου.
Ειδικότερα, στο επίμαχο διαφημιστικό έντυπο της πρώτης εναγόμενης οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν το διακριτικό γνώρισμα ... εν είδει διακριτικού γνωρίσματος προϊόντων/υπηρεσιών και προκλήθηκε η αντικειμενική πιθανότητα ένα όχι ασήμαντο μέρος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων να αντιληφθεί το γνώρισμα ως ένδειξη προέλευσης των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών της πρώτης εναγόμενης από την εταιρεία "...
Ltd" ή την ενάγουσα. Μάλιστα, η αναφορά του ανωτέρω διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας έγινε με κόκκινη γραφή και έντονους χαρακτήρες και όχι με μαύρα γράμματα ως απλή αναφορά, όπως οι εναγόμενοι έκαναν με τα διακριτικά γνωρίσματα των εταιρειών "..." κλπ. To γεγονός, ότι υπήρχε επουσιώδη απόκλιση, ήτοι έλειπε ο λευκός σταυρός στη μέση των τριών γραμμάτων ...
δεν αναιρεί την παραβίαση του όρου 1Α της πιο πάνω σύμβασης και χρήση του διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας, διότι το σύνολο της εν λόγω λεκτικής ένδειξης δεν μετέβαλε την κρίσιμη γενική εντύπωση, αφού αυτή, όπως παρουσιαζόταν στο προαναφερόμενο φυλλάδιο της πρώτης εναγόμενης, σαφώς παρέπεμπε στο ανωτέρω διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας, εξαιτίας της χρησιμοποίησης κόκκινης έντονης γραφής.
Όσον αφορά την παραβίαση του όρου 1Γ..., οι εναγόμενοι δεν διευκρίνιζαν πουθενά στο εν λόγω διαφημιστικό φυλλάδιο, ότι τα ανταλλακτικά που προμήθευαν δεν ήταν γνήσια ... αλλά δικής τους κατασκευής και συμβατά με υπερπληρωτές ... με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να μην μπορούσαν να το αντιληφθούν αυτό, ενόψει και του γεγονότος της χρησιμοποίησης από την πρώτη εναγόμενη του διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας.
Εξάλλου, οι εναγόμενοι, σχετικά με τον 1Δ όρο.... όχι μόνο δεν δήλωναν ότι αποτελούσαν μη εξουσιοδοτημένο συνεργείο για προϊόντα ... αλλά ούτε καν προσπάθησαν να διαχωρίσουν την ενάγουσα, με την οποία η πρώτη εναγόμενη δεν συνδεόταν εμπορικά, από άλλες εταιρείες, για τις οποίες ήταν εξουσιοδοτημένη (πχ "MITSUBISHI", "METTURBO", "SIEMENS" κλπ), το οποίο θα μπορούσαν να κάνουν, εάν έγραφαν "εξουσιοδοτημένο συνεργείο" για κάποιες εταιρείες και χωριστά τοποθετούσαν την ενάγουσα, προβαίνοντας σε κάποιο σαφή διαχωρισμό ...
Η πρώτη εναγόμενη αναφέροντας στην ιστοσελίδα ........gr κάτω από τις λεκτικές ενδείξεις "..." και "...", όσον αφορά τα προϊόντα και υπηρεσίες που παρείχε αντίστοιχα: "Καινούρια ή μεταχειρισμένα ανταλλακτικά και complete ...s όλων των τύπων και κατασκευαστών ...-... παρέχονται άμεσα και σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές και σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών" και "Το έμπειρο και άρτια εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό μας μπορεί και επισκευάζει, στο κατάλληλα και τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμένο μας μηχανουργείο, όλα τα ανταλλακτικά για όλους τους τύπους των ... ... ...
κ.α. Όλες οι επισκευές που γίνονται, είναι πάντοτε σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών και συνοδεύονται από τα κατάλληλα πιστοποιητικά": α) παραβίασε τον 1Γ όρο της ως άνω σύμβασης, βάσει του οποίου οι εναγόμενοι δεσμεύτηκαν να μην δηλώνουν με οποιονδήποτε τρόπο (άμεσο ή έμμεσο), ότι εμπορεύονται προϊόντα/ανταλλακτικά "..., καθότι με τις ανωτέρω αναφορές σε πώληση ανταλλακτικών και παροχή υπηρεσιών επισκευής, βάσει προδιαγραφών και συνοδεία κατάλληλων πιστοποιητικών, δημιουργούσαν την εσφαλμένη εντύπωση, ότι η πρώτη εναγόμενη εμπορευόταν προϊόντα/ ανταλλακτικά ...
στο πλαίσιο κάποιας πάγιας και σταθερής εμπορικής σχέσης της με την ενάγουσα. β) Παραβίασε τον 1Δ όρο της ως άνω σύμβασης, βάσει του οποίου οι εναγόμενοι δεσμεύτηκαν αφενός μεν να μην δηλώνουν, ότι αποτελούν εξουσιοδοτημένο συνεργείο οποιονδήποτε προϊόντων ... αφετέρου δε να δηλώνουν, σε περίπτωση που επισκευάζουν προϊόντα ...
ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) συνεργείο για προϊόντα ... καθόσον έμμεσα υποδήλωναν ότι η πρώτη εναγόμενη λειτουργούσε ως "authorized service station", διαθέτοντας, κατά τον τρόπο αυτό, ανταλλακτικά και παρέχοντας υπηρεσίες που βασίζονταν σε πιστοποιητικά, τα οποία η ενάγουσα δήθεν της είχε παράσχει και σε συγκεκριμένες δικές της προδιαγραφές.
Περαιτέρω, οι παραπάνω αναφορές στην ιστοσελίδα της ........gr" προκαλούσαν κίνδυνο εξασθένισης της διαφημιστικής λειτουργίας του διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας ... ενώ, σε κάθε περίπτωση, δημιουργούσαν την εσφαλμένη εντύπωση, ότι η πρώτη εναγομένη εμπορευόταν γνήσια προϊόντα/ ανταλλακτικά ... παρείχε υπηρεσίες και χορηγούσε δήθεν πιστοποιητικά της ενάγουσας για τα παρεχόμενα από αυτήν ανταλλακτικά και υπηρεσίες δυνάμει κάποιου είδους οικονομικής συνεργασίας και οργανωτικής σχέσης με αυτήν.
Επιπροσθέτως, η πρώτη εναγόμενη επεδίωκε να παραπλανήσει το καταναλωτικό κοινό δημιουργώντας την εντύπωση, ότι κατά τη διάθεση ανταλλακτικών και την παροχή υπηρεσιών βασιζόταν σε πιστοποιητικά, που η ενάγουσα της είχε δήθεν παράσχει σε συγκεκριμένες προδιαγραφές. Με το περιεχόμενο που είχαν οι παραπάνω αναφορές συνιστούσαν και παραπλανητική διαφήμιση, καθόσον εμπεριείχαν ανακριβείς δηλώσεις που αναφέρονταν στις συναλλαγές του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, αφορούσαν εμπορεύματα και βιομηχανικές εργασίες και ήταν ικανές να επηρεάσουν την αγοραστική συμπεριφορά των αποδεκτών τους, αφού η διάθεση των ανταλλακτικών και η παροχή των υπηρεσιών δεν βασίζονταν σε πιστοποιητικά της ενάγουσας ή σε συγκεκριμένες προδιαγραφές της, ούτε επρόκειτο για καινούργια, αλλά για ανταλλακτικά δικής της κατασκευής ή για μεταχειρισμένα.
Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής της πρώτης εναγόμενης ήταν το καταναλωτικό κοινό αγοράζοντας ένα ανταλλακτικό από αυτή ή επισκευάζοντας ένα σχετικό προϊόν να πλανάται πιστεύοντας, ότι είχαν χρησιμοποιηθεί καινούργια γνήσια ανταλλακτικά ... και οι επισκευές που γίνονταν ήταν σύμφωνα με τις προδιαγραφές της εταιρείας "...
Ltd., ενώ στην πραγματικότητα αγόραζαν είτε καινούργια, μη γνήσια συμβατά ανταλλακτικά ... είτε μεταχειρισμένα γνήσια ανταλλακτικά ... τα δε πιστοποιητικά που χορηγούσε δεν προέρχονταν από την ενάγουσα και δεν πιστοποιούσαν, ότι τα ανταλλακτικά που παρείχαν ήταν γνήσια, παρά μόνον ότι ήταν συμβατά για τα προϊόντα ....
Επίσης...η πρώτη εναγόμενη δεν χρησιμοποιούσε γνήσια ανταλλακτικά ... ούτε ήταν σε θέση να προβαίνει σε επισκευές, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της εταιρείας "..., αφού οι εργασίες γινόντουσαν μόνο, βάσει του εγχειριδίου οδηγιών που τυχόν υπήρχε στο καράβι, χωρίς να διαθέτουν άλλα εγχειρίδια οδηγιών και οι τεχνικοί της δεν είχαν εκπαιδευτεί στις μηχανές ...
διότι αυτή δεν ήταν αντιπρόσωπος της πιο πάνω εταιρείας. Ενεργώντας όμως με τον τρόπο που προαναφέρθηκε η πρώτη εναγόμενη επεδίωκε να παραπλανήσει το καταναλωτικό κοινό, ότι πουλούσε γνήσια και καινούργια προϊόντα ... και μάλιστα σε ανταγωνιστικές τιμές, χαμηλότερες από εκείνες της ενάγουσας. Όπως δε κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας της ενάγουσας...σε πολλές συναντήσεις υπαλλήλων της ενάγουσας με πελάτες της, οι τελευταίοι τους ρωτούσαν, εάν αυτή είχε κάποια σχέση με την πρώτη εναγόμενη, διότι, σύμφωνα με όσα αυτή τους έλεγε, αγόραζαν γνήσια ανταλλακτικά ...
ενώ σε άλλες περιπτώσεις ερχόντουσαν πελάτες της στην ενάγουσα, που είχαν επισκεφθεί προηγουμένως την πρώτη εναγόμενη, και της ζητούσαν έκπτωση, διότι η τελευταία πωλούσε πιο φθηνά, ή πελάτες της, οι οποίοι είχαν αγοράσει μη γνήσια ανταλλακτικά ... αναγκάζονταν να αγοράσουν γνήσια προκειμένου να λάβουν εγγύηση από την ενάγουσα.
Αλλά και ο μάρτυρας της ενάγουσας... κατέθεσε...ότι: "Ενδεικτικό του σκοπού των εναγομένων να παραπλανήσουν τους πιθανούς πελάτες ότι προμηθεύονται δήθεν γνήσια ανταλλακτικά είναι ότι κατά το παρελθόν, κατά τη διάρκεια επίσκεψής μου στη ΔΕΗ το 2009, οι άνθρωποι με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή στη ΔΕΗ μας είπαν ότι έχουν πάρει ανταλλακτικά ...
από την ..., νομίζοντας ότι είναι γνήσια, μας πήγαν στις αποθήκες τους να μας τα δείξουν και εκεί διαπιστώσαμε ότι αυτά δεν ήταν γνήσια...". Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι, οι πωλήσεις και τα, καθαρά κέρδη της ενάγουσας κατά τα έτη 2007-2011 ανήλθαν σε 8.534, 9.828,12396 , 13.073 και 12.883 και σε 754.000, 903.000, 1.050.000, 922.000 και 799.000 ευρώ αντίστοιχα ...
Η πτώση δε των καθαρών κερδών της ενάγουσας κατά τα ποσά των 128.000 και 251.000 ευρώ κατά τα έτη 2010-2011, παρά την αύξηση των πωλήσεων σε σχέση με το έτος 2009, οφείλεται στο γεγονός, ότι η ενάγουσα αναγκάστηκε να προβεί σε σημαντικές εκπτώσεις στους πελάτες της εξ αιτίας των ανωτέρω ανταγωνιστικών πράξεων των εναγομένων ...Εξάλλου, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην ιστοσελίδα τους δεν αναφέρουν ότι εμπορεύονται προϊόντα κατασκευής ...
αλλά προϊόντα που είναι συμβατά με τα αντίστοιχα ... καθώς και ότι το τεχνικό τους προσωπικό εκτελεί εργασίες επισκευής στις άρτια εξοπλισμένες εγκαταστάσεις του μηχανουργείου τους σε όλους τους τύπους ..., δηλαδή όχι μόνον σε αυτούς της ... αλλά και άλλων κατασκευαστριών εταιρειών, όπως "MITSUBISHI", "ΚΒΒ", "NARIER" κλπ, σύμφωνα με τις οδηγίες του εγχειριδίου του κατασκευαστή.
Πλην όμως, οι ανωτέρω ισχυρισμοί τους δεν κρίνονται πειστικοί καθώς στην ιστοσελίδα της πρώτης των εναγομένων ρητά αναφέρεται ότι εμπορεύεται καινούργια ανταλλακτικά ... χωρίς οιαδήποτε μνεία ότι τα ανταλλακτικά που παρέχει είναι δικής της κατασκευής και όχι γνήσια. 3) Η πρώτη ενάγουσα δηλώνοντας στο περιοδικό "...", τεύχος Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2011, στο οποίο εμφανιζόταν εκτενές άρθρο για αυτήν, ότι αποτελεί "...
ΓΙΑ " ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ... ..., MITSUBISHI, ..." και ότι "Οι επισκευές, που παρέχονται πραγματοποιούνται από εκπαιδευμένους τεχνικούς, είναι πάντα σύμφωνες με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή και μπορούν να συνοδεύονται από διεθνώς αναγνωρισμένα πιστοποιητικά ποιότητας κατόπιν αιτήσεως του πελάτη": 1) παραβίασε τον 1Β όρο της ως άνω σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο οι εναγόμενοι δεσμεύτηκαν να μην δηλώνουν με οποιοδήποτε τρόπο (άμεσο ή έμμεσο), ότι ήταν ή είναι συνεργάτες ή αντιπρόσωποι/εκπρόσωποι εταιρείας του ομίλου ...
ή γενικώς ότι είχαν ή έχουν οποιοδήποτε εμπορικό ή οικονομικό δεσμό με εταιρεία του ομίλου .... 2) παραβίασε τον 1Δ όρο της ως άνω σύμβασης, βάσει του οποίου δεσμεύτηκε να δηλώνει ρητά στην περίπτωση που επισκευάζει προϊόντα ... ότι αποτελεί μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) συνεργείο για προϊόντα .... Επίσης, παρέλειπε να διευκρινίσει ότι τα πιστοποιητικά προέρχονταν από την ίδια προξενώντας με αυτόν τον τρόπο την εντύπωση στους καταναλωτές ότι προέρχονταν από την ενάγουσα.
Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι και ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται ατομικά, παρά τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από αυτόν με τον σχετικό δέκατο πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, για όλες τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον, όπως προκύπτει από το προοίμιο της από 07-05-2009 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού είχε συμβληθεί ο ίδιος ατομικά με την ενάγουσα, ευθυνόμενος, επομένως, ατομικά για κάθε παραβίαση των όρων αυτής.
Με όλες τις προαναφερθείσες ενέργειές της η πρώτη εναγόμενη επεδίωκε να ανταγωνιστεί την ενάγουσα και ειδικότερα να προσελκύσει πελάτες της και να εκμεταλλευτεί τη φήμη και οργάνωσή της, χρησιμοποιώντας, χωρίς να της έχει παρασχεθεί άδεια, το διακριτικό της γνώρισμα φήμης ... στο πλαίσιο εμπορίας ανταλλακτικών μηχανών πλοίων και παροχής υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης τέτοιων εξαρτημάτων, έτσι ώστε η χρήση του να δημιουργεί την εντύπωση στους καταναλωτές, ότι ήταν και αυτή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του ομίλου ....
Συνεπώς, επειδή οι εναγόμενοι, με τις προαναφερόμενες ενέργειές τους, παραβίασαν τους πιο πάνω όρους της ρήτρας μη ανταγωνισμού που είχαν αναλάβει με την από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, οι οποίοι συνίσταντο στην υποχρέωσή τους να παραλείπουν να ασκούν τις αναφερόμενες σε αυτήν ανταγωνιστικές δραστηριότητες σε βάρος της ενάγουσας, σύμφωνα με το όρο 2 της εν λόγω σύμβασης, που προέβλεπε, ότι σε περίπτωση παραβίασης οποιουσδήποτε από τους όρους της η τελευταία διατηρούσε το δικαίωμα επιβολής ποινικής ρήτρας ύψους πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ για κάθε παραβίαση, πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 405 ΑΚ, να υποχρεωθούν να καταβάλλουν στην ενάγουσα καθένας εις ολόκληρον, λόγω τριών παραβάσεων των πιο πάνω όρων της σύμβασης αυτής, το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων ((3X500.000=1.500.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της εξώδικης δήλωσής της σε αυτούς στις 16-12- 2010 και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του.
Περαιτέρω, η προβληθείσα πρωτοδίκως από τους εναγόμενους ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, η οποία επαναφέρεται με το σχετικό δέκατο λόγο της έφεσής τους, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη...Περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι παραπονούνται διότι η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αίτημα τους να μειωθεί η ποινική ρήτρα που ορίσθηκε με την προαναφερθείσα σύμβαση από το ποσό των 500.000 ευρώ στο ποσό των 50.000 ευρώ κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 388 και 288 του Α.Κ..
Πλην όμως, το ως άνω αίτημα, όπως υποβλήθηκε από τους εναγόμενους, είναι απορριπτέο ως αόριστο. Ειδικότερα, το αίτημα των εναγόμενων, το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 388 του Α.Κ., είναι αόριστο καθόσον δεν γίνεται από αυτούς μνεία των περιστατικών, στα οποία, ρητώς ή σιωπηρώς, οι συμβαλλόμενοι στήριξαν την σύναψη της επιδίκου συμβάσεως εξώδικου συμβιβασμού και στην μη μεταβολή των οποίων απέβλεψαν αυτοί, υπό την έννοια ότι αν την προέβλεπαν, δεν θα κατάρτιζαν την σύμβαση, ούτε αναφέρονται περιστατικά αναγόμενα στην οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους, ώστε να δύναται να κριθεί η επέλευση ή μη της επικαλούμενης μεταβολής και να καταστεί δυνατή η περαιτέρω κρίση, αν οι συνέπειες για τους εναγόμενους έγιναν πράγματι δυσβάστακτες και υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που κατά τις συνηθισμένες συνθήκες αυτοί ανέλαβαν.
Δεν καλύπτεται η εν λόγω αοριστία με την παράθεση στις προτάσεις τους και στην έφεσή τους της μείωσης λόγω της οικονομικής κρίσης του τζίρου και των εσόδων επιχειρήσεων με το δικό τους αντικείμενο, έτσι ώστε μόνη αυτή να δύναται να επισύρει την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 388 του Α.Κ. Εξάλλου, το αίτημα των εναγομένων, κατά το μέρος που στηρίζεται στο άρθρο 288 του Α.Κ.
είναι επίσης αόριστο..., διότι, σύμφωνα... δεν εκθέτουν οι εναγόμενοι τα απαραίτητα για το ορισμένο του στοιχεία, ήτοι, τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος της ποινική ρήτρας, που θα ανταποκρινόταν στην συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι υποβάλλουν επικουρικά αίτημα μείωσης της ποινικής ρήτρας κατ’ άρθρον 409 του Α.Κ.
Πλέον συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι επειδή η ζημία που φέρεται να υπέστη η αντίδικός τους είναι τουλάχιστον 10 φορές μικρότερη από το ποσό της ρήτρας, επιπλέον δε δεν ενήργησαν ποτέ και με κανένα δόλο σε βάρος της, η δε καταδίκη τους, λόγω της γενικής κρίσης, σε καταβολή ποσού 500.000 ευρώ θα ισοδυναμούσε αυτόματα με οριστικό κλείσιμο της επιχείρησής τους, υποβάλλουν αίτημα μείωσης της ποινικής ρήτρας των 500.000 ευρώ στο εύλογο και δίκαιο ποσό των 50.000 ευρώ.
Το αίτημά τους αυτό όμως με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε είναι αόριστο, καθόσον δεν επικαλούνται για τη στοιχειοθέτησή του τα ειδικότερα εκείνα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων παρίσταται υπέρμετρη η ποινή, ενώ δεν αρκεί η αναφορά μόνον του περιστατικού, ότι η ζημία του δανειστού είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής αφού...
το δικαίωμα του δανειστού για κατάπτωση της ποινικής ρήτρας δεν επηρεάζεται από το μέγεθος της ζημίας ή από το γεγονός ότι εκείνος δεν έχει υποστεί ζημίαν. Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι επαναφέρουν την ένσταση παραγραφής, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...
και ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, επειδή οι εναγόμενοι παραβίασαν την από 07-0-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού... και με τις πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειές τους προσέβαλαν το διακριτικό γνώρισμα της ενάγουσας, προέβησαν σε παραπλανητικές διαφημίσεις και ενήργησαν κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και με σκοπό τον ανταγωνισμό της, πρέπει η αγωγή, κατά τις βάσεις της που θεμελιώνεται σε ενδοσυμβατική ευθύνη και σε παραβίαση των διατάξεων του Ν. 146/1914 και κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα καθένας εις ολόκληρον, ως ποινική ρήτρα για τις τρεις παραβιάσεις της ανωτέρω σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού, το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της από 13-12-2010 εξώδικης δήλωσης, διαμαρτυρίας και πρόσκλησής της σε αυτούς στις 16-12-2010 και μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, να άρουν την προσβολή του διακριτικού γνωρίσματος της ενάγουσας και να την παραλείπουν στο μέλλον και να επιτραπεί στην ενάγουσα να δημοσιεύσει το διατακτικό της παρούσας απόφασης, με δαπάνες της πρώτης εναγομένης, που θα της προκαταβληθούν, σε δύο (2) ημερήσιες οικονομικές εφημερίδες ή ναυτιλιακά περιοδικά πανελλήνιας κυκλοφορίας, που θα επιλέξει εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την δημοσίευσή της.
Σημειώνεται ότι η καταδίκη των εναγομένων με την εκκαλουμένη απόφαση να δηλώνουν ρητώς ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο συνεργείο για προϊόντα ..., να δηλώνουν ρητώς ότι δεν εμπορεύονται γνήσια ανταλλακτικά ... και να μη δηλώνουν ότι επισκευάζουν σύμφωνα με τις προδιαγραφές του επισκευαστή βρίσκει έρεισμα στους σχετικούς όρους της από 07-05-2009 σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού και όχι στις διατάξεις του ν. 146/14 απορριπτομένου, συνεπώς, και του σχετικού δεκάτου εβδόμου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και είχε δεχθεί κατά τα αντίστοιχα αιτήματά της ως νόμιμη και βάσιμη κατ’ ουσίαν την αγωγή.
Η ως άνω απόφαση του Εφετείου πλήττεται ήδη από τους εναγομένους, για τους λόγους που αναφέρονται στην κρινομένη αίτηση και στο δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου ν 559 Κ.Πολ.Δ.
αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, εσφαλμένως απέρριψε τους ισχυρισμούς και αντιστοίχους λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι ορισμένη, αφού περιγράφονται σ’ αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννομη σχέση που στηρίζεται στις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης και του ν. 146/1914 σε συνδυασμό με εκείνες περί αδικοπραξίας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της ενδίκου αγωγής προκύπτει σαφώς ότι σ’ αυτό περιέχονται, κατά το ουσιώδες μέρος των, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα και ανωτέρω αναφερόμενα, πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν, κατά νόμο την αγωγή ως προς τις δεκτές γενόμενες, ως άνω, βάσεις της και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κατά ων εναγομένων - αναιρεσειόντων.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.
Α.Π. 3/2008). Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως. Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά Α.Π. 1131/2007, 2122/2009, 379/2006, 120/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 8 εδ. β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων ότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένως και σε αντίθεση με το σκεπτικό της, μετά την αποδοχή της εκ της ενδοσυμβατικής κυρίας βάσεως της αγωγής, δέχθηκε και την επικουρική βάση της περί παραβιάσεως των διατάξεων του ν. 146/1914. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, η αγωγή ερείδεται επί της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων και επί των διατάξεων του ν. 146/1914, σωρευτικώς αμφοτέρων των βάσεων τούτων προβαλλομένων, και όχι επικουρικώς όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες. Σε κάθε περίπτωση δε οι ισχυρισμοί αυτοί και λόγοι εφέσεως των αναιρεσειόντων ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθησαν εν τοις πράγμασι, με την παραδοχή της σωρευτικής προβολής των προειρημένων αγωγικών βάσεων.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δικης και δη εκμετάλλευση της φήμης της αναιρεσιβλήτου παρ’ αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων ήδη από το έτος 2002 έως και του χρόνου συνάψεως της συμβάσεως περί εξωδίκου συμβιβασμού, προσάπτοντες σ’ αυτήν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 17 (πράγματι δε μόνο από τον αριθμό 10), του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στις ανωτέρω παραδοχές και στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του κατ’ ουσίαν βασίμου της ενδίκου αγωγής, από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ’ αυτήν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, στις ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν νομοτύπως και μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση και στα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα ενώπιόν του έγγραφα.
Εξάλλου ως προς τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύονται τα προαναφερόμενα κρίσιμα για την θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ο αυτός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, διότι αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 43/2013, 335/2012).
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
Α.Π. 26/2004, Α.Π. 56/2011, Α.Π. 1183/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π.1577/2013).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο Ολ.
Α.Π. 1/1999, Α.Π. 19/2012, 105/2012, 223/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ισχυριζόμενοι ειδικότερα τα εξής: "Η προσβαλλομένη απόφαση δεν προσδιόρισε σε τι ακριβώς δραστηριοποιείται η ... ...
τnς Zυρίχης, εάν είναι μέλος του ομίλου ... και ποια η σχέση της με την ... Ltd και με την ενάγουσα. Το Δικαστήριο, παρότι, δέχθηκε ότι η ενάγουσα είναι αντιπρόσωπος της ... ... Ltd, δέχθηκε, ταυτόχρονα, ότι έχει, από την 1-1-2008 και σύμφωνα υε την από 24-9-2007 σύμβαση, άδεια χρήσεως του σήματος με την ένδειξη ..., όχι από την εταιρεία, που αντιπροσωπεύει, αλλά, από τρίτη εταιρεία της Zυρίχης, χωρίς να αναγνωρίσει καμία σχέση μεταξύ τους.
Ακολούθως, το Δικαστήριο κατ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 182 Α.Κ. και του 13 παρ.3 του ν. 146/1914, δέχθηκε μεν ότι η ανωτέρω από 24-9-2007 σύμβαση παροχής απλής αδείας χρήσης σήματος, δεν ισχύει ως τέτοια, λόγω μη καταχώρησής της στο βιβλίο σημάτων, αλλά, λειτουργεί, κατά μετατροπή, ως άδεια χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος κατά το ουσιαστικό σύστημα, δεδομένου ότι το διακριτικό γνώρισμα ...
είχε καθιερωθεί στην ελληνική αγορά από το 1987, οπότε άρχισε να το χρησιμοποιεί η ενάγουσα. Επειδή, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, η ενάγουσα χρησιμοποιούσε η ίδια το φερόμενο ως καθιερωμένο διακριτικό γνώρισμα ... στην ελληνική αγορά, ήδη, από το 1987, οπότε και άρχισε την συνεργασία της με την εταιρεία που αντιπροσωπεύει (... ...
Ltd).
Συνεπώς, και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που πρέπει να χρησιμοποιούνται νια να συναχθεί η αληθινή βούληση των μερών της σύμβασης, αποκλείεται η ενάγουσα να επιθυμούσε να αποκτήσει την άδεια χρήσης ενός διακριτικού γνωρίσματος, το οποίο αυτή η ίδια είχε, ήδη, καθιερώσει με την χρήση του στην Ελλάδα, συνεχώς και ανενόχλητα, από το 1987 έως και την σύναψη της σύμβασης. Είναι προφανές ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, κατ’ ορθή εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν να αποκτήσει η ενάγουσα, όχι κάτι που είχε ήδη (ήτοι, την χρήση διακριτικού γνωρίσματος, αλλά, κάτι που δεν είχε, ακόμη, και το επιθυμούσε, ήτοι, την χρήση του σήματος ....
Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση προέβη κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 182 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας σε εσφαλμένη μετατροπή της άκυρης σύμβασης αδείας χρήσης σήματος, σε έγκυρη σύμβαση αδείας χρήσης διακριτικού γνωρίσματος, με συνέπεια να κρίνει, ακολούθως, επίσης, εσφαλμένως, ότι η ενάγουσα νομιμοποιείτο να επιβάλει ρήτρα μη ανταγωνισμού, καθώς και να αξιώσει δικαστική προστασία του διακριτικού της γνωρίσματος".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ’ εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ερμηνευτικό σφάλμα ως προς τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ή ως προς την υπαγωγή σ’ αυτές των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, αλλά ως προς αυτά που θα έπρεπε, κατά τους αναιρεσείοντες να δεχθεί το Εφετείο, ως ανταποκρινόμενα στη βούληση των συμβαλλομένων.
Σε κάθε περίπτωση δε ο ίδιος λόγος ελέγχεται και ως αλυσιτελής, αφού η άδεια χρήσεως του σήματος από την αναιρεσίβλητη και το δικαίωμά της να αξιώσει την δικαστική του προστασία, έγιναν αποδεκτά από τους ίδιους με την επίμαχη σύμβαση εξωδίκου συμβιβασμού. Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι: "...ερμηνεύοντας την από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, οι περιλαμβανόμενοι σε αυτήν όροι:
α) περί υποχρέωσης των εναγομένων να δηλώνουν ρητώς στην περίπτωση που επισκευάζουν προϊόντα ... ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) συνεργείο για προϊόντα ... και β) περί κατάπτωσης ποινικής ρήτρας ποσού πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ σε βάρος των εναγομένων, για κάθε εκ μέρους τους παραβίαση των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει, δεν ήταν άκυροι, ως αισχροκερδείς - καταπλεονεκτικοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 179 και 180 ΑΚ καθόσον, παρά τους πρωτοδίκως προταθέντες ισχυρισμούς των εναγομένων, τους οποίους επαναφέρουν με την έφεσή τους, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε κάποια ανάγκη των εναγομένων, προκειμένου να τους πείσει να περιληφθούν οι όροι αυτοί στην εν λόγω σύμβαση.
Ούτε εξάλλου προέκυψε η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής κατά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως...", προέβη σε ερμηνεία της συμβάσεως χωρίς να διαπιστώσει την ύπαρξη ασαφείας ή κενού και χωρίς να διαλάβει στην απόφασή επαρκείς αιτιολογίες περί της συνδρομής των προϋποθέσεων προσφυγής στις ερμηνευτικές, ως άνω, διατάξεις.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από το ανωτέρω παρατιθέμενο χωρίο της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της συμβάσεως, το περιεχόμενο της οποίας θεώρησε σαφές και αναμφισβήτητο, όπως και πράγματι είναι, στην επίκληση δε των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών προέβη όχι για να ερμηνεύσει και διευκρινίσει τους σαφείς και μη αμφισβητουμένους όρους της, αλλά για να δικαιολογήσει την κρίση του ότι οι όροι αυτοί δεν είναι άκυροι, ως αισχροκερδείς - καταπλεονεκτικοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 179 και 180 Α.Κ.
Εξάλλου, το Εφετείο, καθόσον αφορά τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί ακυρότητος των όρων του εξωδίκου συμβιβασμού διέλαβε στην απόφασή του τα εξής: "Σημειώνεται ότι, ερμηνεύοντας την από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, οι περιλαμβανόμενοι σε αυτήν όροι:
α) περί υποχρέωσης των εναγομένων να δηλώνουν ρητώς στην περίπτωση που επισκευάζουν προϊόντα ... ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο (non authorized) συνεργείο για προϊόντα ... και β) περί κατάπτωσης ποινικής ρήτρας ποσού πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ σε βάρος των εναγομένων, για κάθε εκ μέρους τους παραβίαση των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει, δεν ήταν άκυροι, ως αισχροκερδείς - καταπλεονεκτικοί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 179 και 180 ΑΚ, καθόσον, παρά τους πρωτοδίκως προταθέντες ισχυρισμούς των εναγομένων, τους οποίους επαναφέρουν με την έφεσή τους, δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε κάποια ανάγκη των εναγομένων, προκειμένου να τους πείσει να περιληφθούν οι όροι αυτοί στην εν λόγω σύμβαση.
Ούτε εξάλλου προέκυψε η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, αφού η μεν η ενάγουσα παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της ενώπιον των ποινικών και αστικών δικαστηρίων, οι δε εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση ότι δεν θα προσβάλλουν στο μέλλον τα νόμιμα δικαιώματά της.
Όσον αφορά τον όρο να δηλώνουν ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο συνεργείο για προϊόντα ... τέθηκε για να αποφευχθεί περαιτέρω σύγχυση στους πελάτες της ενάγουσας, ο οποίος, με βάση τη βεβαρημένη προϊστορία των εναγόμενων, ήταν απόλυτα δικαιολογημένος και ως περιορισμός εύλογος, ενώ δεν κατέλυε τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και της ανάπτυξης της οικονομικής και επαγγελματικής δράσης αυτών, ούτε περιείχε υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας τους, καθόσον:
α) δεν επρόκειτο για γενική και αόριστη ρήτρα μη ανταγωνισμού, αλλά για συγκεκριμένο περιορισμό της επαγγελματικής δραστηριότητας των εναγομένων, συμβατό προς το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της ενάγουσας να προστατεύσει τα νόμιμα δικαιώματά της, β) οι εναγόμενοι με την συμφωνηθείσα ρήτρα δεν εκτοπίζονταν επαγγελματικώς, αφού μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν ανεμπόδιστα και να συνεργαστούν εμπορικά με το σύνολο των εταιρειών που είχαν το ίδιο αντικείμενο με εκείνο της ενάγουσας, ενώ ως προς την τελευταία, δεν παρακωλύονταν ουσιαστικά να προβαίνουν σε εργασίες επισκευής προϊόντων της τηρώντας την υποχρέωσή τους αυτή και γ) οι εναγόμενοι δεν αποκλείονταν να εμπορεύονται δικά τους ανταλλακτικά συμβατά με εκείνα της ενάγουσας.
Επίσης, η επιβολή της πιο πάνω μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, για την περίπτωση παραβίασης, εκ μέρους των εναγομένων, των δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει με τη σύμβαση του εξώδικου συμβιβασμού, λαμβάνοντας υπόψη τη συστηματική και επίμονη παραβίαση των δικαιωμάτων της ενάγουσας επί σειρά ετών... ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της και ότι δεν είχε άλλο μέσο διαφύλαξής τους, παρίσταται επαρκώς δικαιολογημένη.
Σύμφωνα με τα παραπάνω όλοι οι όροι που περιλαμβάνονται στην από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού είναι έγκυροι και δεσμευτικοί για τους εναγόμενους και για το λόγο αυτό οι σχετικοί τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγος της κρινόμενης έφεσης με τους οποίους οι εναγόμενοι επικαλούνται ότι είναι άκυροι (διότι αντιβαίνουν στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, διότι η ενάγουσα δεν είχε εξουσία επιβολής ρήτρας ανταγωνισμού, διότι η ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους, διότι ο όρος επιβολής της ποινικής ρήτρας είναι άκυρος ως στηριζόμενος σε άκυρη αίρεση παραλείψεων πράξεων ανταγωνισμού), πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 179 του Α.Κ. και δεν παρεβίασε αυτές με τη μη εφαρμογή των, αφού υπό τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις. Επί πλέον δε το Εφετείο δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία που αφορά το πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής τούτων.
Επομένως οι περί του αντιθέτου έκτος λόγος του αναιρετηρίου και δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη των αντιστοίχων ισχυρισμών και τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου λόγων εφέσεώς των και προσάπτουν συναφώς αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος.
Επί πλέον το Εφετείο, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο στην αρχή τα παρούσης περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ως προς την ευθύνη του δευτέρου εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος συνεβλήθη και ατομικώς στην σύμβαση εξωδίκου συμβιβασμού, ευθυνόμενος για την παραβίαση των όρων αυτού, που συνιστά και παραβίαση των διατάξεων 146/1914.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 17 και 19 (πράγματι δε μόνο από το 19) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την θεμελίωση της ατομικής ευθύνης του δευτέρου εναγομένου για την παραβίαση των διατάξεων του ν.146/1914, είναι αβάσιμος.
Επίσης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεώς του διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ως προς τις παραδοχές του περί παραβιάσεως με τις περιγραφόμενες ενέργειες των εναγομένων των όρων της συμβάσεως εξωδίκου συμβιβασμού και συνακολούθως των αντιστοίχων διατάξεων του ν. 146/1914.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου όγδοος και ένατος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως προς τις αντίστοιχες παραδοχές του Εφετείου τυγχάνουν αβάσιμοι. Ωστόσο οι ίδιοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, τυγχάνουν κατά το κύριο μέρος αυτών, απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση των ως είρηται αναιρετικών πλημμελειών, καθώς και εκείνης (με τον πρώτο) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται κατ’ ουσίαν η εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο , σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ..
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον δέκατο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι στις διαφημιστικές τους καταχωρίσεις, δεν προσπάθησαν να διαχωρίσουν την ενάγουσα, με την οποία δεν συνεδέοντο εμπορικώς, από άλλες εταιρείες, π.χ. MITSUBISHI, METTURBO, SIEMENS για τις οποίες ήταν εξουσιοδοτημένοι, με αποτέλεσμα να παραπλανούν επί δέκα σχεδόν έτη το καταναλωτικό κοινό και να εκμεταλλεύονται την φήμη της εναγούσης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στις ανωτέρω παραδοχές και συνακολούθως στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του κατ’ ουσίαν βασίμου της ενδίκου αγωγής από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύονται ανωτέρω, κατά την έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου. Εξάλλου ως προς τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύονται τα προαναφερόμενα κρίσιμα για την θεμελίωση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ο αυτός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος διότι αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..
Εξάλλου, στον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως αναφέρονται κατ’ ακριβή εδώ μεταφορά των τα εξής: "Το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατ’ άρθρον 559 αρ.8 ΚΠολΔ. Το Δικαστήριο αγνόησε την ένστασή μας, σύμφωνα με την οποία, στα πλαίσια του μεταξύ μας συμφωνητικού, έγιναν ολοσέλιδες δημοσιεύσεις στα ναυτιλιακά περιοδικά - στα οποία είναι συνδρομήτριες όλες οι ναυτιλιακές εταιρείες και συνεπώς έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους - στις οποίες δηλώναμε, ρητώς, ότι δεν είχαμε την αντιπροσωπεία ..., δεν διατηρούσαμε καμία σχέση μαζί της και δεν εμπορευόμασταν προϊόντα αυτής.
Συνεπώς, και κατ’ ορθή εφαρμογή των συναλλακτικών ηθών, μετά τις ανωτέρω δημοσιεύσεις, θα ήταν αδύνατον, ακόμη και αν το επιχειρούσαμε, να παραπλανήσουμε οποιονδήποτε καταναλωτή". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού τα περιστατικά που προβάλλονται για την θεμελίωσή του δεν στοιχειοθετούν την αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια.
Ειδικότερα δε ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν συνιστά πράγμα, κατά την έννοια του νόμου, ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά επιχείρημα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση δε ο αυτός αναιρετικός λόγος ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε κατ’ ουσία, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα των προβαλλομένων για την συγκρότησή του.
Περαιτέρω, με τον δέκατο τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι εσφαλμένως επεδίκασε τόκους επί του συνολικού ποσού των 1.500.000 ευρώ, από την 16-12-2010, μολονότι κατά την ημερομηνία αυτή δεν είχαν συντελεσθεί όλες οι παραβιάσεις για τις οποίες κατέπεσε η ποινική ρήτρα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, οι δύο μόνο από τρεις συνολικώς παραβιάσεις των όρων του επίμαχου συμφωνητικού είχαν συντελεσθεί μέχρι την 16-12-2010, που επιδόθηκε η από 13-12-2010 εξώδικη δήλωση της εναγούσης προς τους εναγομένους, οι οποίες και περιγράφονται στην εν λόγω δήλωση.
Αντιθέτως η τρίτη παραβίαση έλαβε χώρα, κατά την απόφαση, με την δήλωση από την πρώτη εναγομένη "στο περιοδικό "...", τεύχος Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2011, σε εκτενές άρθρο για αυτήν, ότι αποτελεί "... ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ... ..., MITSUBISHI, ..." και ότι "Οι επισκευές, που παρέχονται πραγματοποιούνται από εκπαιδευμένους τεχνικούς, είναι πάντα σύμφωνες με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή και μπορούν να συνοδεύονται από διεθνώς αναγνωρισμένα πιστοποιητικά ποιότητας κατόπιν αιτήσεως του πελάτη".
Επομένως το Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 405 και 345 Α.Κ., επεδίκασε και επί του ποσού των 500.000 ευρώ τόκους, αναγομένους σε χρόνο προγενέστερο της γεννήσεως της αντιστοίχου αξιώσεως, δια της καταπτώσεως της ποινής που αφορά την τρίτη παραβίαση των συμβατικών όρων. Εξάλλου, καθόσον αφορά την προβληθείσα παρά των αναιρεσειόντων ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του τα εξής: "η προβληθείσα πρωτοδίκως από τους εναγόμενους ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, η οποία επαναφέρεται με το σχετικό δέκατο λόγο της έφεσής τους, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Ειδικότερα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα αξιώνοντας την παροχή ένδικης προστασίας του διακριτικού της γνωρίσματος ... επιδιώκει να τους εξοντώσει οικονομικά, να εξαναγκάσει την πρώτη εναγόμενη σε παύση της λειτουργίας της και να την εξαφανίσει, λόγω της άριστης ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών της, προς όφελος του μονοπωλίου που αυτή διεκδικεί.
Όπως όμως αποδείχθηκε, σκοπός της ενάγουσας μετά την εκ μέρους των εναγομένων παραβίαση των όρων της ρήτρας μη ανταγωνισμού, που είχε καταρτίσει μαζί τους και με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", υπογράφοντας την από 07-05-2009 σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, είναι να προστατεύσει τη διαφημιστική λειτουργία του διακριτικού της γνωρίσματος ...
και να αποτρέψει τον κίνδυνο σύγχυσης που προκλήθηκε στο καταναλωτικό κοινό, εξαιτίας των ανωτέρω ενεργειών των εναγομένων. Άλλωστε, η ενάγουσα μετά τις προαναφερόμενες παράνομες ενέργειες των εναγομένων και της πιο πάνω εταιρείας, οι οποίες έχουν χρονικό σημείο έναρξης ήδη το έτος 2002, δέχθηκε να υπογράψουν την ανωτέρω σύμβαση παραιτούμενη από τις αξιώσεις που είχε κατά αυτών, ενώ, αντίθετα, αυτοί συνέχισαν να πράττουν όπως και πριν την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, συνεχίζοντας επί δέκα σχεδόν έτη να παραπλανούν το καταναλωτικό κοινό και να εκμεταλλεύονται τη φήμη της, προκαλώντας ζημία και πλήττοντας την αξιοπιστία, την πίστη και την υπόληψή της, δοθέντος ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που προσέφερε η πρώτη εναγόμενη σε καμία περίπτωση δεν ήταν αντίστοιχης ποιότητας με εκείνα της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση, ότι η τελευταία έχει χειροτερεύσει την ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών της.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η ποιότητα των προϊόντων της ενάγουσας, η οποία πράγματι κυριαρχεί στην αγορά, είναι αναμφισβήτητη και εδραιωμένη, έτσι ώστε να μη τίθεται ζήτημα σύγκρισης με εκείνα που εμπορεύεται η πρώτη εναγόμενη. Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων ότι η ενάγουσα στρέφεται μόνον εναντίον τους είναι, επίσης, αβάσιμος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα έχει αντιδράσει σε αντίστοιχες περιπτώσεις προσβολής του διακριτικού γνωρίσματος της ...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεώς του περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. Επομένως ο περί του αντιθέτου δέκατος τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 (πράγματι όμως 19) του άρθρου 559 ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση η περί καταχρήσεως ένσταση των αναιρεσειόντων, τυγχάνει αβάσιμος.
Επιπροσθέτως, το Εφετείο καθόσον αφορά την προβληθείσα παρά των εναγομένων-αναιρεσειόντων ένσταση παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως της εναγομένης - αναιρεσιβλήτου διέλαβε στην απόφασή του τα εξής: "...με τον ένατο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι επαναφέρουν την ένσταση παραγραφής, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν ότι, ενώ η ενάγουσα έλαβε γνώση του περιεχομένου του διαφημιστικού τους εντύπου και του περιεχομένου της ιστοσελίδας τους τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2010 και πληροφορήθηκε το περιεχόμενο του άρθρου του περιοδικού ...
τον Νοέμβριο του 2011, όταν αυτό κυκλοφόρησε, τους επέδωσε την κρινόμενη αγωγή στις 08-06-2012, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις της που θεμελιώνονται σε παραβίαση των διατάξεων του Ν. 146/1914 ... και στις γενικές διατάξεις του ΑΚ, να έχουν υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 19 του Ν. 146/1914. Πλην όμως, το άρθρο 19 του Ν. 146/1914, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 3784/2009, ορίζει δεκαοκτάμηνη και όχι εξάμηνη παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, σε κάθε δε περίπτωση από την 16-12-2010, την οποία οι εναγόμενοι αναφέρουν ως ημερομηνία έναρξης της παραγραφής στην έφεσή τους, δεν είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα των δεκαοκτώ μηνών μέχρι την 8η-6-2012, ημερομηνία της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής.
Συνεπώς, και ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Έτσι κρίνοντας, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, διατάξεις και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένσταση της παραγραφής των εναγομένων-αναιρεσειόντων και τον αντίστοιχο ένατο λόγο εφέσεως αυτών.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δέκατος έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ψέγουν σχετικώς την προσβαλλομένη απόφαση, προσάπτοντες σ’ αυτήν πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (πράγματι όμως 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τυγχάνει αβάσιμος. Τέλος οι αναιρεσείοντες με τον δέκατο όγδοο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των ν.146/1914, οι οποίες δεν προβλέπουν την επιβληθείσα σε βάρος των υποχρέωση να δηλώνουν ρητώς ότι αποτελούν μη εξουσιοδοτημένο συνεργείο για προϊόντα ..., ότι δεν εμπορεύονται γνήσια ανταλλακτικά ...
και να μη δηλώνουν ότι επισκευές των ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του κατασκευαστή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφασή του, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο δέκατο έβδομο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων διέλαβε ρητώς στην απόφασή του ότι η επιβολή στους τελευταίους των ανωτέρω υποχρεώσεων ευρίσκει έρεισμα στους σχετικούς όρους της συμβάσεως εξωδίκου συμβιβασμού και όχι στις διατάξεις του ν. 146/14.
Επειδή, κατά το άρθρο 388 εδ. α’ Α.Κ. "Αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη".
Κατά την σαφή έννοια της ανωτέρω διατάξεως οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται, επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, στον ένα εκ των συμβαλλομένων το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλομένης παροχής στο προσήκον μέτρο είναι: α) η μεταβολή των περιστατικών, επί των οποίων κυρίως, ενόψει της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη εστήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, β) η μεταβολή να είναι μεταγενεστέρα της καταρτίσεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη ενόψει και της αντιπαροχής να καθίσταται υπερμέτρως επαχθής (Α.Π. 893/2010 ΝοΒ 2011,933).
Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, συνεπεία των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υποχρέου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.
Περαιτέρω, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη, μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας, όταν είναι εκτάκτου φύσεως και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικώς προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και, ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν, μάλιστα, αποφασίζει σύναψη συμβάσεως, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον (ΑΠ 1592/2014 893/2010, 850/2010).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από το νόμο, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπομένη ειδική προστασία και δη οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθ. 388 Α.Κ., λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών, όπως είναι και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις του νομίσματος, μετεβλήσαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή.
Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται, κατ’ εφαρμογήν της ρήτρας του άρθρου 288 Α.Κ., η δυνατότητα στο δικαστήριο να αποκλίνει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας, αναλόγως, το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως κατά τον χρόνο της εκπλήρωσεώς τους.
Ενόψει της διορθωτικής αυτής λειτουργίας της η αρχή του άρθ. 288 Α.Κ. εφαρμόζεται και σε προβλεφθείσα μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν την συμφωνία τους, αν η μεταβολή αυτή είναι τόσο μεγάλη, ώστε η μετά την επέλευσή της εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό προέβλεψε και ανέλαβε, καθόσον στην περίπτωση αυτή η εμμονή στην συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές.
Κατά συνέπεια η ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται, κατά μείζονα μάλιστα λόγο, και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της παροχής, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη προβλέψεως επισύρει την εφαρμογή του άρθ. 388 Α.Κ. με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά την διάταξη αυτή, δηλαδή το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθ. 388 Α.Κ. (Α.Π. 1114/2013).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ., "αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για την μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αορίστου νομικής εννοίας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την επέλευση ή όχι ζημίας και το ύψος αυτής, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχομένη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Εξ αυτών παρέπεται ότι ο αιτούμενος τη μείωση ως υπερμέτρου της ποινής, πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτησή του περιστατικά, συνεπεία των οποίων καθίστατα υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβητήσεώς των, να αποδείξει αυτά, ενώ δεν αρκεί μόνο το περιστατικό, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής (Α.Π. 1118/2015).
Εν όψει δε του χαρακτήρος της διατάξεως του άρθρου 409 Α.Κ. ως δημοσίας τάξεως, η αξίωση του οφειλέτη περί μειώσεως της ποινής μπορεί να ασκηθεί σε κάθε στάση της δίκης, ενώ το δικαστήριο λαμβάνει ως βάση για τον σχηματισμό της ως άνω κρίσεως του τον χρόνο της αποφάσεως αυτού (Α.Π. 1164/2015, 811/2013, 224/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τις έγγραφες προτάσεις των ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προέβαλαν κατ’ ένσταση ισχυρισμό περί δυναναλόγως μεγάλης ποινή και εζήτησαν την μείωση αυτής στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 388 , 288 και 409 Α.Κ., την ένστασή τους δε αυτή που απερρίφθη πρωτοδίκως επανέφεραν με αντιστοίχους λόγους εφέσεως ενώπιον του Εφετείου.
Προς στοιχειοθέτηση δε του εν λόγω ισχυρισμού των, περί δυσαναλόγως μεγάλης ποινής και της ανάγκης μειώσεως ταύτης, ισχυρίσθηκαν ότι "Επικουρικώς, και σε περίπτωση, που δεν αναγνωρισθεί ακυρότητα του ανωτέρω όρου του συμφωνητικού, πρέπει να ληφθεί υπ όψιν ότι αυτός προβλέφθηκε το 2009, όταν οι οικονομικές συνθήκες ήταν, ακόμη, τελείως διαφορετικές.
Επειδή, η γενική οικονομική κρίση, που ακολούθησε, αιφνίδια, την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού, και η οποία έχει "χτυπήσει" και την δική μας εταιρεία, με συνέπεια, εάν υποχρεωθούμε να καταβάλουμε το ανωτέρω τεράστιο ποσό, η εταιρεία μας να αναγκασθεί να παύσει, οριστικά, την λειτουργία της, καθιστά πλέον τον συγκεκριμένο όρο υπέρμετρα επαχθή.
Επειδή, για τους λόγους αυτούς, συντρέχει απρόοπτη μεταβολή συνθηκών, που δικαιολογεί τον περιορισμό του ποσού του όρου αυτού, κατ άρθρο 388ΑΚ, από το ποσό των 500.000 ευρώ στο εύλογο ποσό των 50.000ευρώ .... γενική οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων λιτότητας και γενικώς δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων, ήταν λόγω του αιφνίδιου χαρακτήρα τους, του εύρους, της έντασης και της μακροχρόνιας διάρκειάς τους, γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, που είχαν ως συνέπεια την δραματική μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, των ναύλων των πλοίων και αντίστοιχα της ανάγκης επισκευής αυτών, τα οποία προκάλεσαν τεράστια μείωση του τζίρου και των εσόδων επιχειρήσεων με το δικό μας αντικείμενο, πολλές δε έχουν, ήδη, κλείσει.
Η δική μας επιχείρηση χτυπήθηκε, σοβαρότατα, από την γενικευμένη και σε απολύτως ασυνήθιστα όρια οικονομική κρίση - η οποία άρχισε, μετά την υπογραφή του συμφωνητικού με την αντίδικο - με αποτέλεσμα, να υποχρεωθεί, να απολύσει σημαντικό αριθμό των εργαζομένων της, να μειώσει τις αποδοχές, όσων απέμειναν, να έχει δημιουργήσει σοβαρά χρέη και να διατηρεί την λειτουργία της, με μεγάλη προσπάθεια.
Επειδή, η ίδια οικονομική κρίση, με βεβαιότητα, έχει επηρεάσει και την ίδια την αντίδικο, και δη έχει μειώσει, σοβαρότατα, τον τζίρο και τα κέρδη της, κατά συνέπεια, δε, έχει μειωθεί και το ύψος της ζημίας, που υποτίθεται ότι μπορεί αυτή να υποστεί σε περίπτωση παραβίασης του μεταξύ μας συμφωνητικού. Η κρίση κατέστησε το ποσό των 500.000 ευρώ υπέρογκο και υπέρμετρο, τόσο ως αποζημίωση της αντιδίκου όσο και ως δική μας εξοντωτική τιμωρία.
Επειδή, η επιβολή της συγκεκριμένης ρήτρας έχει καταστεί, οπωσδήποτε υπέρμετρα επαχθής και συνεπώς, το ποσό της έπρεπε να μειωθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο στο εύλογο ποσό των 50.000 ευρώ. Επειδή, επικουρικά και στην περίπτωση, που από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 Α.Κ. δεν συντρέχει εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή, για την αναπροσαρμογή, η εφαρμογή του άρθρου 288 Α.Κ..
εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσει εφαρμογής ... Επομένως, με βάση την πιο πάνω διάταξη, δικαιούμαστε να ζητήσουμε κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενης αρχικής ποινικής ρήτρας, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, όπως αυτή της γενικής οικονομικής κρίσης, η οποία προκάλεσε δραματική και τόσο ουσιώδη μείωση των εσόδων μας, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή της αντιδίκου στην καταβολή της ίδιας ποινικής ρήτρας να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ....
η αναπροσαρμογή της ρήτρας στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη ...
Συνεπώς, και σύμφωνα με τα ανωτέρω, η ποινική ρήτρα έπρεπε να μειωθεί στο ποσό των 50.000 ευρώ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 388ΑΚ, άλλως και επικουρικώς του 288 ΑΚ ... Επειδή ..., η ζημία, που φέρεται να υπέστη η αντίδικος είναι τουλάχιστον 10 φορές μικρότερη από το ποσό της ρήτρας, ... δεν ενεργήσαμε ποτέ και με κανένα δόλο εις βάρος της αντιδίκου, και...
η καταδίκη μας, λόγω της γενικής κρίσης, σε καταβολή ποσού 500.000 ευρώ θα ισοδυναμούσε, αυτόματα, με οριστικό κλείσιμο της επιχείρησής μας, η ποινική ρήτρα ποσού 500.000 ευρώ για κάθε παράβαση είναι προφανώς υπέρμετρη και πρέπει να μειωθεί στο εύλογο και δίκαιο ποσό των 50.000 ευρώ". Τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες ήταν επαρκή για την θεμελίωση της περί μειώσεως της ποινής στο προσήκον μέτρο ενστάσεώς των στις προδιαληφθείσες διατάξεις.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε αντιθέτως και απέρριψε ως αόριστη την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., που προβάλλεται με τους δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο λόγους τους αναιρετηρίου, οι οποίοι και κρίνονται βάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. "είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη".
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που ώφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π.182/2014, 111/2009).
Εν προκειμένω με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προσάπεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι επίμαχοι όροι της συμβάσεως εξωδίκου συμβιβασμού δεν είναι άκυροι, ως αισχροκερδείς και καταπλεοναστικού, παρεβίασε τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και δη των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην 81 και 82 ΣυνθΕΚ) που απαγορεύουν συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων που νοθεύουν ή επηρεάζουν τον ανταγωνισμό, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1, 25 παρ. 1 (κατά το μέρος που αφορά την αρχή της αναλογικότητος σε σχέση με τα διδάγματα της κοινής πείρας) και 3 του Συντάγματος, και 281 174, 179 και 180 Α,Κ. .
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν προεβλήθη ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την, κατ’ εξαίρεση παραδεκτή προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ούτε άλλωστε και οι αναιρεσείοντες επικαλούνται νομότυπη προβολή του λόγου αυτού ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, γεγονός που καθιστά επί πλέον τον λόγο αυτό απαράδεκτο λόγω αοριστίας του.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου ότι οι διάδικοι εξ οικείας και απολύτως ελευθέρας βουλήσεώς των προήλθαν στην σύναψη της επιδίκου συμβάσεως, δια της οποίας επέλυσαν δια αμοιβαίων υποχωρήσεων σοβαρές μεταξύ των διαφορές ενώπιον των πολιτικών και των ποινικών δικαστηρίων, ότι στα πλαίσια της συμφωνίας των αυτής συνομολογήθησαν και οι επίμαχοι όροι όχι ως προϊόν εκμεταλλεύσεως ανάγκης των αναιρεσειόντων, αλλά ως αντάλλαγμα των υποχρεώσεων που ανέλαβε έναντι αυτών η αναιρεσίβλητος να παραιτηθεί από τις εκκρεμείς κατ’ αυτών αξιώσεις της ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τέλος ότι με τους επίμαχους όρους δεν συνήφθη γενική και αόριστη ρήτρα μη ανταγωνισμού, αλλά συμφωνήθηκε συγκεκριμένος περιορισμός της επαγγελματικής δραστηριότητας των αναιρεσειόντων, συμβατός προς το δικαιολογημένο ενδιαφέρον της αναιρεσιβλήτου ενόψει του βεβαρημένου παρελθόντος των αναιρεσειόντων, να προστατεύσει τα νόμιμα δικαιώματά της, με τον περιορισμό δε αυτό οι τελευταίοι δεν εξετοπίζοντο επαγγελματικώς ούτε απεκλείοντο της εμπορίας ιδίων ανταλλακτικών συμβατών προς εκείνα της αναιρεσιβλήτου, δεν παρεβιάσθηκαν οι προδιαληφθείσες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και του Συντάγματος περί προστασίας του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσων, διασφαλίσεως, της ελευθέρας αναπτύξεως της επιχειρηματικής δραστηριότητος και της αρχής της αναλογικότητος, ούτε συντρέχει, ενόψει των ανωτέρω, λόγος για την παραπομπή της υποθέσεως στο ΔΕΕ, όπως αβασίμως αιτούνται οι αναιρεσείοντες.
Συμπερασματικώς και κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή ως προς τους κριθέντας βασίμους δέκα τρίτο, δέκα πέμπτο και δέκα έκτο λόγους της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, ενώ η αυτή αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς και τους προσθέτους λόγους της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Επί πλέον δε πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες, ενώ η δικαστική δαπάνη πρέπει να κατανεμηθεί αναλόγως της νίκης ήττης των διαδίκων και συμψηφισθεί μεταξύ των εξολοκλήρου (άρθρ. 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δέκατο τρίτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο λόγους της και απορρίπτει αυτήν ως προς τους λοιπούς και τους προσθέτους λόγους αυτής.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1407/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ