Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on bank's liability for commercial contract damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a commercial contract dispute. The bank argued it should have reduced damages by 99.9% due to its own negligence in failing to verify the counterparty's solvency before purchasing textiles. The court rejected this claim, ruling that the bank's duty was limited to checking the documents presented by the counterparty, which contained irregularities that should have been apparent upon proper inspection. Consequently, the court held that the bank's failure to detect these irregularities did not constitute a breach of duty sufficient to reduce the awarded damages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 and 300 of the Civil Code; The court held that a bank's liability for damages arising from a commercial contract is limited to its duty to verify the authenticity and regularity of documents presented by the counterparty, and negligence in this specific verification does not automatically justify a reduction of damages unless the irregularities were obvious and detectable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1738 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1738/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALFA TΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Κ. ΕΠΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωτσογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6837/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5603/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 94 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, από δε τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Συνεπώς, η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο που επέσπευσε τη συζήτηση υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, την ακυρότητα της κλήσης (ΑΠ 1633/2007, ΑΠ 1883/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επίσης, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Π. επί του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής (αίτησης) με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως στις 25-10-2013 στην αναιρεσίβλητη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, κατόπιν εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της τελευταίας Ν. Κ.. Η πληρεξουσιότητα του ως άνω δικηγόρου προκύπτει από το με αρ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Εμμανουήλ - Βασιλικάκη. Επομένως, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει η απολειπομένη αναιρεσείουσα, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
ΙΙ) Με την από 8-4-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5603/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη 6837/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και της αναιρεσείουσας (4ης εναγομένης) να καταβάλουν στον ενάγοντα εντόκως το ποσό των 112.232,79 ευρώ. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ) Ως τραπεζική ενέγγυα πίστωση, νοείται η συμφωνία με βάση την οποία ορισμένη τράπεζα, συνήθως του τόπου προορισμού των εμπορευμάτων (εκδότρια τράπεζα), ύστερα από εντολή του πελάτη της αγοραστή των εμπορευμάτων (εντολέα), αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό σε τρίτο πρόσωπο, τον πωλητή των εμπορευμάτων (δικαιούχο), ανοίγοντας πίστωση υπέρ αυτού, έναντι της εμφάνισης εκ μέρους του τελευταίου ορισμένων εκ των προτέρων καθορισμένων εγγράφων, όπως έγκυρης φορτωτικής, τιμολογίων κλπ, ή να εξουσιοδοτήσει άλλη τράπεζα, συνήθως του τόπου κατοικίας του δικαιούχου, να προβεί στην εν λόγω πληρωμή.
Η σύμβαση αυτή, ρυθμίζεται, στην Ελλάδα από τις διατάξεις των άρθρων 25 επ. του ν.δ. της 17ης Ιουλίου - 13ης Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών". Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση, που έχει το νομικό χαρακτήρα της έκταξης (ΑΚ 876 επ.) υπό ευρεία έννοια, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει ο για την ύπαρξη της έκταξης απαιτούμενος κατά νόμο όρος της εγχείρισης εγγράφου από τον εκτάσσοντα στον υπερού η έκταξη (λήπτη), εξυπηρετεί ιδίως τις ανάγκες του διεθνούς εμπορίου και δεν έχει λάβει τη μορφή αναγκαστικού δικαίου, αφού ρυθμίζονται θέματα που δεν έχουν εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο προς διευκόλυνση της τραπεζικής διαμεσολάβησης στο διεθνές εμπόριο, δημοσίευσε το έτος 1933 τους "Ομοιόμορφους Κανόνες και Συνήθειες", οι οποίοι διαρκώς αναθεωρούνται (1951, 1962, 1974, 1983, 1993 και τελευταία 2007). Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν νομικούς κανόνες (ούτε καν με ισχύ κανόνων ενδοτικού δικαίου), αφού προέρχονται από όργανο που δεν έχει νομοθετική εξουσία, ούτε συνιστούν εθιμικό δίκαιο, αλλά, σε περίπτωση που τα μέρη παραπέμπουν συμβατικά σ` αυτούς, λαμβάνονται υπόψη ως "τραπεζικές συνήθειες", κατά την ερμηνεία της σύμβασης, για τη συμπλήρωση των κενών της (ΑΚ 200), καθώς και για τον καθορισμό του τρόπου εκπλήρωσης της παροχής.
Τα, από την ανοιγείσα τραπεζική πίστωση, δικαιώματα του τρίτου εξαρτώνται από τη μορφή αυτής, δηλαδή αν είναι ανακλητή ή αμετάκλητη πίστωση. Στην πρώτη περίπτωση η προς τον τρίτο ειδοποίηση της τράπεζας περιέχει απλώς τη δήλωση, ότι ο τρίτος μπορεί να προσκομίσει τα φορτωτικά έγγραφα και να εισπράξει το ποσό της πίστωσης, εφόσον μέχρι τότε η πίστωση δεν έχει ανακληθεί.
Στην αμετάκλητη πίστωση, αντίθετα, στην οποία δημιουργείται ευθεία και αμετάκλητη υποχρέωση της τράπεζας, έναντι του δικαιούχου τρίτου, για την πληρωμή, βάσει αφηρημένης υπόσχεσης χρέους κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η προς τον τρίτο ειδοποίηση για το άνοιγμα της πίστωσης περιέχει την έννοια της ανέκκλητης πρότασης της τράπεζας, η οποία, γινόμενη δεκτή από τον τρίτο, ρητώς ή σιωπηρώς, επιφέρει το αμετάκλητο της τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης (σχ.
ΑΠ 38/2006 ΑΠ 394/ 2006, ΑΠ 1150/1998). Οι ομοιόμορφοι κανόνες και συνήθειες, όπως αυτοί ισχύουν με την αναθεώρησή τους το έτος 1993 (που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου σύναψης και εκτέλεσης της σύμβασης ) ορίζουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στο άρθρο 13Α ότι οι τράπεζες οφείλουν να ελέγχουν όλα τα καθορισμένα από την πίστωση έγγραφα με λογική φροντίδα για να εξακριβώσουν αν αυτά φαίνονται στην όψη τους ότι συμφωνούν ή όχι με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης.
Το αν συμφωνούν τα καθοριζόμενα έγγραφα στην όψη τους με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης, θα κριθεί βάσει της διεθνούς τυποποιημένης πρακτικής, όπως απεικονίζεται στα άρθρα αυτά. Έγγραφα τα οποία στην όψη τους φαίνονται ότι δεν συμφωνούν μεταξύ τους, θα θεωρούνται ότι στην όψη τους δεν συμφωνούν με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης.
Έγγραφα, που δεν απαιτούνται από την πίστωση, δεν θα ελέγχονται από τις Τράπεζες. Αν ληφθούν τέτοια έγγραφα, θα επιστρέφονται στον εκχωρητή ή θα διαβιβάζονται χωρίς ευθύνη. Στο άρθρο 13Β: ότι υπάρχει ένα χρονικό όριο το πολύ επτά εργάσιμων ημερών από τη λήψη των εγγράφων, προκειμένου να ελέγξει τα προσκομισθέντα έγγραφα η Τράπεζα και να αποφασίσει αν θα τα δεχθεί ή θα τα απορρίψει.
Στο άρθρο 14Β: ότι η Τράπεζα οφείλει να αποφασίσει με βάση τα έγγραφα και μόνον αν αυτά στην όψη τους φαίνονται ότι συμφωνούν ή όχι με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης και σε αρνητική απάντηση μπορεί να αρνηθεί και την παραλαβή τους. Στο δε άρθρο 14Γ: παρέχεται η ευχέρεια στην Τράπεζα, προτού αποφασίσει να απορρίψει τα έγγραφα, να έλθει σε επαφή με τον εντολέα πελάτη της για τυχόν άρση της ασυμφωνίας.
Επίσης στο άρθρο 15 εδ. α` των πιο πάνω ομοιόμορφων κανόνων και συνηθειών ορίζεται ότι οι Τράπεζες δεν αναλαμβάνουν καμία υποχρέωση ή ευθύνη για τον τύπο, επάρκεια, ακρίβεια, γνησιότητα, παραποίηση ή νομική ισχύ οποιουδήποτε εγγράφου ή με τους γενικούς ή ειδικούς όρους που περιλαμβάνονται σε έγγραφα ή έχουν προστεθεί σε αυτά.
Τέλος στο άρθρο 13Γ ορίζεται ότι αν μία πίστωση περιέχει προϋποθέσεις, χωρίς να κατονομάζει τα έγγραφα που πρέπει να εμφανισθούν προς διαπίστωση της εκπληρώσεως της, οι Τράπεζες θα θεωρούν τέτοιες προϋποθέσεις ως ανύπαρκτες και θα τις αγνοούν. Από τις παραπάνω ρυθμίσεις συνάγεται ότι, προκειμένης τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης, επί της οποίας μάλιστα έχει συμφωνηθεί η εφαρμογή των πιο πάνω ομοιόμορφων κανόνων και συνηθειών, η εκδότρια Τράπεζα, προτού προβεί στην καταβολή προς τον δικαιούχο του ποσού της ανοιγείσης υπέρ αυτού πίστωσης οφείλει με τους αρμόδιους υπαλλήλους της να προβεί, μέσα σε εύλογη χρονική προθεσμία, στον έλεγχο των παραληφθέντων απ` αυτή φορτωτικών εγγράφων, προκειμένου να διαπιστώσει την "κατ' όψη" εξωτερική κανονικότητα αυτών, συνισταμένη στο εάν αυτά έχουν εκδοθεί νομίμως και εάν τα αναγραφόμενα εμπορεύματα είναι σύμφωνα με τις οδηγίες του αγοραστή που διαλαμβάνονται στην σύμβαση, ευθυνόμενη άλλως για δόλο ή αμέλεια προς αποκατάσταση της τυχόν ζημίας του πελάτη αυτής, στα πλαίσια της μεταξύ αυτού και της Τράπεζας υφισταμένης σύμβασης έμμισθης εντολής.
Ο έλεγχος αυτός διαλαμβάνει τόσο τη διαπίστωση τυχόν αταξιών ως προς την κανονικότητα των εγγράφων, όπως την ύπαρξη όλων των εγγράφων που απαιτεί η πίστωση, την αρίθμηση τιμολογίων ή φορτωτικών, την χρονολόγηση τους, την ύπαρξη των αναγκαίων υπογραφών, την περιγραφή του εμπορεύματος στο οποίο αφορά η πίστωση με αναφορά στο είδος και την ποσότητα, την ύπαρξη διορθώσεων ή ξεσμάτων, όσο και τη διαπίστωση αντιφάσεων είτε από δηλώσεις επί ενός και μόνο εγγράφου (πχ εσφαλμένος υπολογισμός της συνολικής τελικής τιμής του τιμολογίου με βάση την ποσότητα του εμπορεύματος και την ανά μονάδα τιμή), είτε από την σύγκριση των εγγράφων μεταξύ τους (π.
χ διαφορετική περιγραφή του εμπορεύματος στην πίστωση, το τιμολόγιο, την φορτωτική, διαφορετικές ενδείξεις στο τιμολόγιο ή την φορτωτική σε σχέση με τον χρόνο ή τόπο φορτώσεως ή την ποσότητα του εμπορεύματος) ή από δηλώσεις επί των εγγράφων που είναι αντίθετες με την κοινή πείρα που διαθέτει ο μέσος συναλλασσόμενος στην αγορά.
Μερικές όμως ατέλειες των εγγράφων όπως επουσιώδεις ελλείψεις, σφάλματα κατά την πληκτρολόγηση, ξύσματα ή διαγραφές προς διόρθωση γραφικών ή συντακτικών μόνο λαθών, αναγραμματισμοί, αντιφατικές εγγραφές που αίρονται ευχερώς από την απλή και μόνον επισκόπηση του περιεχομένου του προσκομισθέντος εγγράφου, δεν συνιστούν λόγο προς απόρριψη αυτών, ούτε δημιουργούν υποχρέωση της εκδότριας Τράπεζας να ενημερώσει σχετικώς τον πελάτη της προς άρση της ασυμφωνίας.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή το μεν θα αντέβαινε στην ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 13 Α των ομοιόμορφων κανόνων και συνηθειών που αποδίδοντας "τραπεζική συνήθεια" ορίζει ότι ο ανωτέρω έλεγχος των εγγράφων από τις τράπεζες γίνεται "με λογική φροντίδα", αφετέρου δε θα προκαλούσε ανυπέρβλητες και χωρίς ουσιαστικό λόγο δυσχέρειες στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ πρέπει να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005, ΑΠ 70/2013). Αν αποδίδεται στην απόφαση το σφάλμα ότι ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε κάποια διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, η διάταξη πρέπει να καθορίζεται, συγκεκριμένα, καθώς και πού έγκειται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, με βάση πάντοτε τα περιστατικά που έγιναν δεκτά (ΑΠ 103/2013).
ΙV) Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν ερμήνευσε ουδέ εφήρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων περί έκταξης, των άρθρων 25 έως 34 του ν. δ/τος 17.7./13.8.1923, τους μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντες όρους και τους εφαρμοζόμενους, κατόπιν κοινής συμφωνίας με τον αναιρεσίβλητο, "Ομοιόμορφους Κανόνες και Συνήθειες" του ΔΕΕ και ειδικά τα άρθρα 3, 13 Α, 13 Β, 13 Γ και 27 αυτών, με το να δεχθεί ότι η ζημία της αναιρεσίβλητης είναι απότοκος της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας.
Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι εταιρία που ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων. Στις αρχές Δεκεμβρίου 2002 ο Ν. Β., πωλητής της πρώτης των εναγομένων, της οποίας ο δεύτερος και η τρίτη είναι ομόρρυθμα μέλη, επισκέφθηκε τα γραφεία της, εκτελώντας εντολές της εργοδότριάς του πρώτης των εναγομένων και δήλωσε ότι αυτή αντιπροσώπευε στην Ελλάδα την εταιρία με την επωνυμία "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL" με έδρα το ...
του Πακιστάν, η οποία παράγει τζην υφάσματα για παντελόνια. Επέδειξε δε στο νόμιμο εκπρόσωπό της (ενάγουσας) δείγμα (κομμάτι) από βαμβακερό ύφασμα τζην 14,5 ουγγιών, το οποίο διατίθετο προς πώληση στην Ελλάδα και δήλωσε ότι ήδη είχε έτοιμο προς εξαγωγή στο τελωνείο στο λιμάνι του ... 21.600 μέτρα υφάσματος σε συμφέρουσα τιμή και συμφώνησαν να προβεί στην αγορά του υφάσματος.
Δύο ημέρες αργότερα ο ίδιος πωλητής επισκέφθηκε εκ νέου το γραφείο της ενάγουσας και γνώρισε στους εκπροσώπους της ότι η ίδια εταιρία είχε προς διάθεση ένα ακόμα φορτίο με παντελόνια τζην 11.000 τεμαχίων σε συμφέρουσα τιμή και συμφώνησαν και για την αγορά των παντελονιών. Η πληρωμή θα γινόταν με τραπεζική ενέγγυα πίστωση.
Ειδικότερα συμφώνησαν ότι η πώληση θα γίνει σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονταν στα με στοιχεία ... και ... προτιμολόγια που εμφανίζονταν ότι είχαν εκδοθεί από την εταιρία "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL". Το πρώτο απ` αυτά είχε εκδοθεί στις 11.12.2002 και αφορούσε 21.600 μέτρα υφάσματος τύπου Denim Indigo Color-Standard quality, ποιότητας 14 oz, πάχους 63 χιλ.
προς ένα ευρώ και πέντε λεπτά (1,05) το μέτρο, συνολικής αξίας των εμπορευμάτων 22.680,00 ευρώ, στο οποίο ποσό περιλαμβανόταν προμήθεια 5% της αντιπροσώπου εταιρίας, ήτοι της πρώτης των εναγομένων ποσού 1134,00 ευρώ. Η φόρτωση των εμπορευμάτων θα γινόταν στο πλοίο Μ. C. και σε χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος της ενέγγυας πίστωσης και το αργότερο μέχρι τις 28.12.2002 με επιπλέον προθεσμία 21 ημερών για την εμφάνιση των εγγράφων και θα αποστέλλονταν από το ...
του Πακιστάν στην Αθήνα μέσω Ντουμπάι. Το δεύτερο προτιμολόγιο είχε εκδοθεί στις 23.12.2002 αφορούσε 11.496 τεμάχια ανδρικά Denim jeans παντελόνια, σε μεγέθη ενηλίκων, ποιότητας 100% βαμβακερά τύπου βασικού 5, με τσέπες, προς δύο δολάρια ΗΠΑ και ένδεκα λεπτά (2,11 δολάρια) το καθένα, συνολικής αξίας 24.256 δολαρίων, στο οποίο ποσό περιλαμβανόταν και η προμήθεια 5% της αντιπροσώπου, ήτοι της πρώτης των εναγομένων 1.212,80 δολαρίων.
Σύμφωνα με το προτιμολόγιο η φόρτωση των εμπορευμάτων θα γινόταν στο πλοίο Μ. C., σε χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος της ενέγγυας πίστωσης και το αργότερο μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2002 με επί πλέον προθεσμία 21 ημερών για την εμφάνιση των εγγράφων και θα αποστέλλονταν από το ... του Πακιστάν στην Ελλάδα μέσω Ντουμπάι.
Στη συνέχεια στις 17.12.2002 και 27.12.2002, αντιστοίχως, η ενάγουσα απευθύνθηκε στην τέταρτη των εναγομένων τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA BANK" στο υποκατάστημα αυτής στον ... και ζήτησε το άνοιγμα τραπεζικών ενέγγυων πιστώσεων. Ανοίχθηκαν δύο με αριθμούς ... και ... με χρέωση του λογαριασμού ..., που τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα για τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία των εμπορευμάτων των προτιμολογίων ήτοι για ποσά 21.546,00 ευρώ και 23.054 USD (δολαρίων ΗΠΑ), αντίστοιχα και της προμήθειας της πρώτης των εναγομένων ήτοι 1134,00 ευρώ και 1155,67 ευρώ, αντίστοιχα με δικαιούχο την εταιρία "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL".
Και στις δύο περιπτώσεις οι πιστώσεις ήταν υπό τον όρο της προσκομιδής στην τράπεζα εκ μέρους της πωλήτριας εταιρίας των παρακάτω εγγράφων: α) πρωτότυπου εμπορικού τιμολογίου και αντιγράφου αυτού που θα συμπεριλάμβανε δήλωση της δικαιούχου ότι το εμπόρευμα είναι σύμφωνο με αυτό που περιγράφεται στο προτιμολόγιο β) πλήρη σειρά φορτωτικής θαλάσσιας μεταφοράς εις διαταγήν της τέταρτης των εναγομένων με την ένδειξη "ναύλος πληρωτέος στον προορισμό", σε σχέση με την ...
ενέγγυα πίστωση και με τη φόρτωση να γίνεται στο ... με προορισμό τον Πειραιά όχι αργότερα από 31.12.2002 και 31.1.2003 αντίστοιχα και γ) πιστοποιητικό τύπου A (certificate Form Α), άδεια εξαγωγής (EXPORT licence), κιβωτολόγιο (Packing List), καθώς και δ) ασφαλιστήρια συμβόλαια της μεταφοράς των εμπορευμάτων. Στις 15 Ιανουαρίου 2003 η τέταρτη των εναγομένων ειδοποίησε την ενάγουσα για την άφιξη των αποσταλέντων από την πωλήτρια εταιρία εγγράφων διά μέσου της ανταποκρίτριας πακιστανικής τράπεζας, τα οποία έγγραφα ήταν τα εξής:
α) σχετικά με την ... τραπεζική ενέγγυα πίστωση 1) το με στοιχεία ... εμπορικό τιμολόγιο της εταιρίας "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL", που αφορούσε ποσότητα 21.600 μέτρων υφάσματος, ποιότητας Denim 14 oz, όπως περιγράφεται στο προαναφερόμενο προτιμολόγιο, προς 1,05 ευρώ το μέτρο, συνολικής καθαρής αξίας του υφάσματος 21.546,00 ευρώ, επιβαρυνόμενο με 5% προμήθεια της αντιπροσώπου εταιρίας (1134,00) ευρώ και συνολικής αξίας 22.680,00 ευρώ 2) η με στοιχεία ...
με ημερομηνία 28.12.2002 φορτωτική της Βρετανικής εταιρίας "LLOYDS MARITIME and TRADING UNITED KINGDOM" για τη μεταφορά των εμπορευμάτων του προαναφερόμενου πρώτου προτιμολογίου από το ... προς το λιμάνι του Πειραιά με το πλοίο ..., 3) το ... πιστοποιητικό προέλευσης (certificate of origin) του γραφείου προώθησης εξαγωγών της κυβέρνησης του Πακιστάν για τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο ίδιο προτιμολόγιο και αφορούν την ......
ενέγγυα πίστωση, 4) από 28.12.2002 έγγραφο για τη συσκευασία των εμπορευμάτων (PACKING LIST), που περιγράφονται στο ίδιο προτιμολόγιο και 5) η ... άδεια εξαγωγής του γραφείου προώθησης εξαγωγών της κυβέρνησης του Πακιστάν που αφορά τα εμπορεύματα του ίδιου προτιμολογίου. Β) σχετικά με την 3662 ενέγγυα πίστωση: 1) το ... τιμολόγιο της εταιρίας "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL", που αφορούσε ποσότητα 11.496 ανδρικών παντελονιών, ποιότητας τζην, μεγέθη ενηλίκων, όπως περιγράφονται στο προτιμολόγιο ...
προς 2,1099512 USD το κάθε παντελόνι, συνολικής καθαρής αξίας 23.043,20 δολαρίων, 2) η ... με ημερομηνία 30.12.2002 φορτωτική της εταιρίας PANJANG CONTAINER LINE, για τη μεταφορά των εμπορευμάτων του παραπάνω προτιμολογίου από το ... προς το λιμάνι του Πειραιά με το πλοίο ..., 3) το ... πιστοποιητικό προέλευσης του Γραφείου του Αναπληρωτή Δ/ντή Προώθησης Εξαγωγών της Κυβέρνησης του Πακιστάν για τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο παραπάνω προτιμολόγιο και αφορούν την ...
ενέγγυα πίστωση, 4) το από τον Δεκέμβριο 2002 έγγραφο για τη συσκευασία των εμπορευμάτων (packing List), που περιγράφονται στο ίδιο προτιμολόγιο, 5) η ... άδεια εξαγωγής του Γραφείου του Αναπληρωτή Δ/ντή Προώθησης Εξαγωγών της Κυβέρνησης του Πακιστάν, που αφορά τα εμπορεύματα του ίδιου προτιμολογίου. Στη συνέχεια η ενάγουσα προέβη σε ασφάλιση της μεταφοράς των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις υποδείξεις της τέταρτης των εναγομένων στη θυγατρική της εταιρία "ALPHA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη των πάσης φύσεως κινδύνων της μεταφοράς τους και με την προσκόμιση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων η τέταρτη των εναγομένων κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρία τα ποσά των 21.546,00 ευρώ και 21.679,56 ευρώ (ήταν το ισότιμο των 23.043,20 δολαρίων κατά την ημέρα της καταβολής), που αντιστοιχούσαν στα παραπάνω τιμολόγια, μέσω της ανταποκρίτριας στο Πακιστάν τράπεζας SONERI BANK.
Ακολούθως, η τέταρτη των εναγομένων τράπεζα παρέδωσε στην ενάγουσα όλα τα έγγραφα που είχαν αποσταλεί σ` αυτή από την ανταποκρίτρια τράπεζα του Πακιστάν για να προχωρήσει στην έκδοση αδειών εισαγωγής. Η ενάγουσα υπέβαλε τις αρ. 209442/Ε3/9442/24.1.2003 και 209441/Ε3/9441/24.1.2003 αιτήσεις στη Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Ροών της Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Διαχείρισης πολιτικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την έκδοση άδειας εισαγωγής των παραπάνω εμπορευμάτων για να προχωρήσει στη διαδικασία εκτελωνισμού.
Η αρμόδια όμως υπηρεσία της κατέστησε γνωστό με το αρ. πρωτ. 200132/Ε3/132/4.2.2003 έγγραφό της ότι οι άδειες εξαγωγής PK/DE/1/03/00703 και PK/DE/1/03/00623, που εκδόθηκαν στις 31.12.2002 από το Γραφείο του Αναπληρωτή Δ/ντή Προώθησης Εξαγωγών της κυβέρνησης του Πακιστάν στο ... διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες γνωστοποίησαν ότι δεν ήταν έγκυρες και για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατόν να χορηγήσει άδειες εισαγωγής.
Μετά από έρευνα που διενήργησε η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η πωλήτρια εταιρία "COTTON DESIGNER INTERNATIONAL" ήταν ανύπαρκτη και στη διεύθυνση που είχε δηλωθεί δεν υπήρχε κτήριο αλλά οικόπεδο. Ανύπαρκτη ήταν και η εταιρία "World' s Apparel Stocks Hoyse", με την οποία η πρώτη των εναγομένων είχε συνάψει σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και η οποία φερόταν ότι αντιπροσώπευε και την πωλήτρια.
Όλα τα στοιχεία που αναγράφονταν στα προτιμολόγια που είχε παραδώσει η πρώτη των εναγομένων, στα τιμολόγια και τα packing List ήταν ανυπόστατα και εικονικά. Οι διευθύνσεις των εταιριών "World' s Apparel Stocks Hoyse" (αντιπροσώπου της πακιστανικής εταιρίας) Sea Road Shipping Agencies, που υπογράφει τις φορτωτικές ως πράκτορας του πλοίου και Panjang Container Line που υπογράφει τη δεύτερη φορτωτική, ήταν ανύπαρκτες, ενώ οι εταιρίες που φέρονταν να έχουν εκδώσει τα παραπάνω έγγραφα δεν ήταν καταχωρημένες στο επιμελητήριο του Πακιστάν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα έγγραφα που είχαν αποσταλεί από τη φερόμενη ως πωλήτρια εταιρία υπήρχαν ορισμένες "αταξίες". Ειδικότερα: α) όσον αφορά τις ποσοστώσεις και στα δύο έγγραφα και για τις δύο αγορές αναφέρεται PK/DE αντί PK/EL με συνέπεια να μην επιτρέπεται η εισαγωγή τους στην Ελλάδα, β) στα certificate of origin αναφέρεται ως ημερομηνία θεώρησης για την εξέταση των δήθεν εμπορευμάτων, ημερομηνία μεταγενέστερη της αναγραφόμενης στις φορτωτικές και συγκεκριμένα η φόρτωση των δήθεν εμπορευμάτων του πρώτου τιμολογίου φέρεται ότι έγινε στις 28.12.2002 ενώ στο certificate of origin αναγράφεται ημερομηνία θεώρησης η 31.12.2002, ενώ η φορτωτική για το δεύτερο τιμολόγιο αναγράφει ημερομηνία έκδοσης 31.12.2002 δηλαδή την ίδια ημερομηνία με το certificate of origin, γ) στην ...
φορτωτική της βρετανικής εταιρίας "LLOYDS MARITIME and TRADING UNITED KINGDOM" αναγράφεται ότι ο ναύλος είναι προπληρωμένος στο ... ενώ η ενέγγυα πίστωση ανέγραφε ότι ο ναύλος είναι πληρωτέος στον προορισμό. Η ενάγουσα εξαιτίας αυτού υπέστη ζημία ... Υπαίτιοι για τη ζημία της ενάγουσας είναι οι εναγόμενοι και δη ... Β) η τέταρτη των εναγομένων "ALPHA BANK", η οποία εκπλήρωσε πλημμελώς τις συμβατικές της υποχρεώσεις από τις καταρτισθείσες συμβάσεις των τραπεζικών ενέγγυων πιστώσεων.
Συγκεκριμένα αν και κατά τις συμβάσεις η εν λόγω εναγομένη εφεσίβλητη έπρεπε να καταβάλει το τίμημα υπό τον όρο ότι θα προσκομίζονταν σ` αυτή το τιμολόγιο, η φορτωτική, πιστοποιητικό προέλευσης, άδεια εξαγωγής και κιβωτολόγιο η εναγομένη προβαίνοντας σε πλημμελή έλεγχο δεν επέδειξε την οφειλόμενη "λογική φροντίδα" δηλαδή την απαιτούμενη επιμέλεια και δεν διαπίστωσε όπως όφειλε ότι οι άδειες εξαγωγής ανέφεραν ως χώρα εξαγωγής τη Γερμανία ενώ τα εμπορεύματα θα εισάγονταν στην Ελλάδα και η φορτωτική ανέγραφε ως τόπο προορισμού την Ελλάδα και έτσι στα δύο αυτά έγγραφα υπήρχε αντίφαση την οποία έπρεπε να επισημάνει.
Στη φορτωτική ... της βρετανικής εταιρίας "LLOYDS MARITIME and TRADING UNITED KINGDOM" αναγράφεται ότι ο ναύλος είναι προπληρωμένος στο ... ενώ η ενέγγυα πίστωση ανέγραφε ότι ο ναύλος είναι πληρωτέος στον προορισμό. Επίσης η ημερομηνία θεώρησης των εμπορευμάτων στα πιστοποιητικό εξαγωγής ανέγραφαν σχετικά με το πρώτο τιμολόγιο ως ημερομηνία την 31.12.2002, ήτοι ημερομηνία μεταγενέστερη της φορτώσεως που ήταν 28.12.2002, και στο δεύτερο τιμολόγιο 31.12.2002 ήτοι την ίδια ημέρα με τη φόρτωση του εμπορεύματος, το οποίο είναι αντίθετο με την κοινή πείρα διότι δεν μπορεί η θεώρηση του φορτίου να γίνει τουλάχιστον ως προς το πρώτο εμπόρευμα μεταγενέστερα της φορτώσεώς του.
Τις παραπάνω "αταξίες" των εγγράφων, που αντιφάσκουν μεταξύ τους, αλλά και με την κοινή πείρα όφειλε να ελέγξει και να επισημάνει η εν λόγω εναγομένη τράπεζα και να ενημερώσει την ενάγουσα. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης -εναγομένης τράπεζας ότι ενημερώθηκε η ενάγουσα για την ατέλεια των εγγράφων δεν αποδείχθηκε καθόσον, όπως αποδεικνύεται, ενημέρωσε αυτή μόνο για τη διαφορά που αναφερόταν στο μικτό βάρος στα πιστοποιητικά εξαγωγής και κιβωτολόγιο σε σχέση με τα άλλα έγγραφα και όχι για τις παραπάνω αταξίες που παρουσίαζαν τα έγγραφα.
Συνεπώς η εν λόγω εναγομένη δεν ενήργησε σύμφωνα με τα επιτασσόμενα από τους Ομοιόμορφους κανόνες και συνήθειες και δεν επέδειξε την ανάλογη στις συναλλαγές επιμέλεια, εφόσον οι υπάλληλοι της με πλημμελή έλεγχο δεν εντόπισαν τις παραπάνω αταξίες των εγγράφων, δεν ενημέρωσαν σχετικά μ` αυτές την ενάγουσα και τελικά κατέβαλαν το τίμημα των εμπορευμάτων χωρίς να πληρούνται οι όροι που είχαν τεθεί για την καταβολή του.
Οι παραπάνω ατέλειες ήταν σημαντικές και με έλεγχο "κατόψιν" έπρεπε να εντοπισθούν αν ο έλεγχος ήταν επιμελής. Ούτε μπορούν να θεωρηθούν επουσιώδεις και ότι δεν αποτελούσαν λόγο απορρίψεως των εγγράφων, όπως έκρινε περί αυτού εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις που εφάρμοσε, ούτε άλλες διατάξεις δια της μη εφαρμογής τους, καθόσον, (με βάση τις παραδοχές του Εφετείου) αν η αναιρεσείουσα Τράπεζα (4η εναγομένη) ήλεγχε όλα τα καθορισμένα από την πίστωση έγγραφα "με λογική φροντίδα", θα διαπίστωνε μετά τον κατ' όψη έλεγχο ότι ορισμένα δεν συμφωνούσαν με τους όρους και τις προϋποθέσεις της πίστωσης, δεδομένου ότι ούτε η Γερμανία ήταν η χώρα εξαγωγής, ούτε ήταν δυνατόν λογικά ο έλεγχος των εμπορευμάτων να γίνει μετά τη φόρτωση αυτών.
Επίσης, από την αναγραφή στο πιστοποιητικό εξαγωγής ως ημερομηνία θεώρησης του εμπορεύματος σχετικά με το πρώτο τιμολόγιο την 31.12.2002, δηλαδή ημερομηνία μεταγενέστερη της φόρτωσης του εμπορεύματος που ήταν η 28.12.2002, και σχετικά με το δεύτερο τιμολόγιο την 31.12.2002, δηλαδή την ίδια ημέρα της φόρτωσης του εμπορεύματος, τα οποία αντίκεινται στην κοινή πείρα, οπότε θα μπορούσε εύκολα να υποθέσει κάποιος ότι τουλάχιστον δεν είχε προηγηθεί έλεγχος των εμπορευμάτων πριν τη φόρτωσή τους, με οτιδήποτε αυτό μπορεί να συνεπάγεται ( όπως εμπορεύματα μη ανταποκρινόμενα στα συμφωνηθέντα κλπ.) αλλά και από την αναγραφή στη φορτωτική ...
της βρετανικής εταιρίας "LLOYDS MARITIME and TRADING UNITED KINGDOM" ότι ο ναύλος είναι προπληρωμένος στο ... ενώ η ενέγγυα πίστωση ανέγραφε ότι ο ναύλος είναι πληρωτέος στον προορισμό, θα έπρεπε η αναιρεσείουσα Τράπεζα να μην προχωρούσε στην καταβολή του τιμήματος και να ενημέρωνε σχετικά την αναιρεσίβλητη, διότι έτσι θα αποφεύγονταν η καταβολή των αναφερόμενων στην προσβαλλομένη απόφαση ποσών ως τιμήματος ανύπαρκτων εμπορευμάτων προκαλώντας έτσι ζημία στην ενάγουσα.
Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. V) Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις, που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.
Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους.
Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ` αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί, όμως, παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/1983).
Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί (Ολ.
ΑΠ 927/1982, ΑΠ 988/2012, ΑΠ 1271/2012). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν ερμήνευσε ουδέ εφήρμοσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, με το να μη δεχθεί τον ισχυρισμό της περί μείωσης του ποσού της οφειλής της προς την αναιρεσίβλητη κατά ποσοστό 99,9%, διότι η τελευταία από δικό της πταίσμα (αμέλεια) συνετέλεσε στη ζημία της συνάπτοντας μία διεθνή εμπορική συμφωνία (αγορά υφασμάτων) χωρίς να προβεί προηγουμένως στον απαιτούμενο έλεγχο ως προς την αξιοπιστία και φερεγγυότητα της αντισυμβαλλομένης πωλήτριας εταιρείας, παραβαίνοντας έτσι την επιβαλλόμενη από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη υποχρέωσή του.
Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ένσταση που πρότεινε πρωτοδίκως η τέταρτη των εναγομένων και επαναφέρει νομίμως με τις προτάσεις της περί απορρίψεως της αγωγής και επικουρικά μειώσεως κατά το άρθρο 288 του ΑΚ του ποσού της αποζημιώσεως της ενάγουσας διότι από δικό της πταίσμα, κατά το άρθρο 300 του ΑΚ, συνετέλεσε στη ζημία της και συγκεκριμένα διότι δεν ήλεγξε την αντισυμβαλλόμενη εταιρία και την ανταποκρίτρια της ώστε να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και τη φερεγγυότητα τους, ιδίως επειδή προσέφερε εμπορεύματα σε εξευτελιστικές τιμές, αλλά αντί αυτού έσπευσε να τα αγοράσει, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα.
Τούτο διότι η ζημία της ενάγουσας επήλθε (εκτός από την αμελή συμπεριφορά των εκπροσώπων της πρώτης των εναγομένων) και διότι οι δικοί της υπάλληλοι δεν προέβησαν στον έλεγχο των εγγράφων όπως έπρεπε και είχαν υποχρέωση να προβούν πριν καταβάλουν το τίμημα των εμπορευμάτων και όχι διότι η ενάγουσα δεν προέβη σε έλεγχο της εταιρίας από την οποία αγόρασε, εφόσον για την καταβολή του τιμήματος τέθηκαν όροι, οι οποίοι δεν τηρήθηκαν από την πλευρά της".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, διότι η ζημία που υπέστη η αναιρεσίβλητη οφείλεται (με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως) σε "αταξίες" που υπήρχαν σε έγγραφα των οποίων την κανονικότητα "κατ' όψη" έπρεπε, σύμφωνα με όρο της τραπεζικής ενέγγυας σύμβασης, να ελέγξει η Τράπεζα.
Οι δε αταξίες που υπήρχαν, σύμφωνα με την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, φαίνονταν κατ' όψη και μπορούσαν να διαπιστωθούν αν προηγείτο επιμελής έλεγχος, οπότε, μετά τη διαπίστωσή τους, και δεδομένου ότι ήταν ουσιώδεις, δεν θα έπρεπε να καταβληθεί το τίμημα αγοράς των εμπορευμάτων (υφασμάτων) αλλά να ενημερωθεί σχετικά η αναιρεσίβλητη, οπότε θα αποφευγόταν η ζημία.
Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι ωσαύτως αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2013 αίτηση της εταιρίας "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" για αναίρεση της 5603/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα,, στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ