Legislator Case Law & Legislation
1738/2012 AI generated

1738/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1738/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αρ. 8 ΑΝ 1539/38, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με άρθρο 24 ν 2732/99 άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. αβάσιμος αφού το αφού το Δημόσιο ήταν στην κατοχή του επίδικου και δεν χρειαζόταν η προδικασία του αρ. 8 αρ. 1539/38 και σε κάθε περίπτωση το θέμα της κατοχής καλύπτεται από τα τεθέντα θέματα αποδείξεως για τα αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής. Άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Απαράδεκτος ο οικείος αναιρετικός λόγος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο έκρινε την κυριότητα Δασικής εκτάσεως του Δημοσίου με τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα και μετά τις 23.2.1946 με τον Αστικό Κώδικα

Legislator headnote

AI generated

1738/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μη κατοχή του επιδίκου από το Δημόσιο, η οποία συνεπάγεται και την ανυπαρξία υποχρεώσεως του ενάγοντος προς τήρηση της προδικασίας αυτής, ως προϋποθέσεως παραδεκτού της αγωγής, η οποία (προϋπόθεση) ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει από όσα αναφέρονται στην αγωγή, εφόσον αυτά δεν αμφισβητούνται από το Δημόσιο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1738 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αρ. 8 ΑΝ 1539/38, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με άρθρο 24 ν 2732/99 άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. αβάσιμος αφού το αφού το Δημόσιο ήταν στην κατοχή του επίδικου και δεν χρειαζόταν η προδικασία του αρ. 8 αρ. 1539/38 και σε κάθε περίπτωση το θέμα της κατοχής καλύπτεται από τα τεθέντα θέματα αποδείξεως για τα αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής. Άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Απαράδεκτος ο οικείος αναιρετικός λόγος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο έκρινε την κυριότητα Δασικής εκτάσεως του Δημοσίου με τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα και μετά τις 23.2.1946 με τον Αστικό Κώδικα

Αριθμός 1738/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιαννακό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/8/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/1997 μη οριστική, 151/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 720/2002 μη οριστική, 191/2007 μη οριστική και 622/2009 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/10/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 7/9/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 8 του ΑΝ 1539/1938, (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 52 παρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ.) και όπως τούτο ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "1. Πας αξιών δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, πλην της νομής εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου κατεχομένου υπό του Δημοσίου, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο Δικαστήριο, να κοινοποιήσει διά δικαστικού κλητήρος, προς το Δημόσιο αίτηση περιλαμβάνουσα τις αξιώσεις του, ήτοι το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση ένθα κείται και τα όρια του αξιουμένου ακινήτου, τους τίτλους, επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας των μαρτύρων, που μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. ... 4.

Μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της ως άνω αιτήσεως ... δύνανται οι εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου μνημονευόμενοι, αν δεν λάβουν ειδοποίησιν περί της αποδοχής των αξιώσεών των, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής που αναφέρεται σε αξιούμενο με την αγωγή δικαίωμα κυριότητας προκύπτει ότι η διαγραφόμενη με αυτήν προδικασία απαιτείται και για το παραδεκτό αγωγής που επιδιώκει την αναγνώριση κυριότητας έναντι του Δημοσίου, μόνο όμως εφόσον το επίδικον ακίνητον κατέχεται από το Δημόσιο.

Η μη κατοχή του επιδίκου από το Δημόσιο, η οποία συνεπάγεται και την ανυπαρξία υποχρεώσεως του ενάγοντος προς τήρηση της προδικασίας αυτής, ως προϋποθέσεως παραδεκτού της αγωγής, η οποία (προϋπόθεση) ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει από όσα αναφέρονται στην αγωγή, εφόσον αυτά δεν αμφισβητούνται από το Δημόσιο.

Αν όμως αυτό αμφισβητεί την κατοχή του ενάγοντος επί του επιδίκου, πρέπει το περιστατικό αυτό να καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως, γιατί από αυτό εξαρτάται το παραδεκτό της αγωγής στην περίπτωση που δεν έχει τηρηθεί η ανωτέρω προδικασία (ΑΠ 271/1980, ΑΠ 1547/1991, ΑΠ 301/1998). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη".

Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερούμενου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα που έχουν προταθεί να αποδειχθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο, το πρώτο με την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 151/99 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, υπέβαλε την ένσταση του απαραδέκτου της κατ' αυτού αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη τηρήσεως της αναφερομένης στη νομική σκέψη προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938.

Πλην όμως κατά το ιστορικό της αγωγής, ο ενάγων βρίσκεται στην κατοχή του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενος παράγωγο και επικουρικά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβητεί την κατοχή αυτή. Εφόσον όμως το επίδικο δεν κατέχεται από το Δημόσιο, ο ενάγων, δεν βαρυνόταν με την υποχρέωση, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (28.8.1995) - που είναι προγενέστερος της τροποποιήσεως της παραπάνω διατάξεως, με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 - βλ.

ΑΠ 692/2010, 1650/2010, 1722/2010, να τηρήσει την παραπάνω προδικασία, η έλλειψη της οποίας, εφόσον εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, νομίμως είχε το πρώτον προταθεί ενώπιον του Εφετείου (αρθρ. 269 παρ.1 και 527 ΚΠολΔικ) μη συντρέχοντος εκ τούτου, του εκ του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔικ απαραδέκτου του λόγου της αναιρέσεως. Ενόψει τούτων, το δικαστήριο θα μπορούσε, χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, να δεχθεί νόμιμα περιστατικό που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι την κατοχή του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, η οποία (κατοχή) καθιστούσε παραδεκτή την αγωγή, χωρίς την τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938.

Πλην όμως και για το θέμα αυτό, ως συνεχόμενο με τα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά της αγωγής είχαν ταχθεί αποδείξεις με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθμ. 29/1997 απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1103/2011).

Επειδή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεώς του ισχυρίζεται ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου δεν ισχύει στα δάση και στις δασικές εκτάσεις που βρίσκονται στα Ιόνια Νησιά, αλλά ότι το Δημόσιο για τη θεμελίωση οικείου δικαιώματος κυριότητας θα πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους προβλεπομένους τρόπους κτήσεως κυριότητας, κατά τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή μετά τις 23.2.1946 κατά τον Αστικό Κώδικα.

Ότι τούτο, δηλαδή η μη αναγνώριση του προαναφερθέντος τεκμηρίου κυριότητας, έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του ειδικού νομικού καθεστώτος που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά πριν από την κατά το έτος 1864 ένωσή τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, ήτοι των άρθρων 423, 424, 425 και 426 του Ιονίου Αστικού Κώδικα (που ίσχυε στην περιοχή από 1/12-5-1841), της υπ' αριθμ. 10 πράξης της Η' Ιονίου Γερουσίας αρ.1 και 10 "περί επιχωρίων προσόδων" και της ΞΗ' από Μαΐου 1845 πράξης της Ζ' Ιονίου Γερουσίας "περί της χρήσεως των επιχωρίων προσόδων", άλλως κατά παραβίαση του νόμου ΡΝ/1866 "περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας και του από 21.6.1837 νόμου περί διακρίσεως κτημάτων", ο οποίος ίσχυε στα Ιόνια Νησιά από της προσαρτήσεώς τους στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του β.δ.

της 18/19-2-1866 "περί της εις Επτάνησου εφαρμογής δασονομικών ποινικών διατάξεων". Ο λόγος όμως αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο κρίθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως δασικό και ότι παρά το ισχύον υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο, αναγνωρίστηκε σ' αυτό δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, μετά από επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης.

Πλην όμως δεν συνέβη τούτο ως προς τη μορφή του επιφανείας 4350 τ.μ. επιδίκου, το οποίο η προσβαλλομένη απόφαση θεώρησε ως μη δασικό και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριός του με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό με διάνοια συγκυρίου και κυρίου αργότερα και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα, αλλά και των είκοσι ετών.

Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "... δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο έχει δασική μορφή, αντίθετα μάλιστα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. 50/18.7.2006 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου αυτού, η οποία νομίμως λαμβάνεται υπόψη, το επίδικο ακίνητο, αλλά και το μείζον ακίνητο των 6.125 τ.μ.

χαρακτηρίστηκε ως μη δασική έκταση". Τα διηγηματικά αναφερόμενα στη συνέχεια περί μη ισχύος στα Επτάνησα του υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου κυριότητας για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις και περί των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κτήση επ' αυτών δικαιώματος κυριότητας του τελευταίου αφορούν σε αιτιολογίες που ως εκ περισσού αναφέρονται και δεν κρίνουν παρεπιμπτόντως περί ζητήματος αποτελούντος αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, όπως θα συνέβαινε αν το επίδικο εθεωρείτο δασικό και συνακόλουθα ούτε δεδικασμένο δημιουργούν, ούτε αποτελούν κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτοτελώς υποκείμενο σε αναίρεση (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 835/2009, ΑΠ 1287-1288/2006).

Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων που βρίσκονται στα Επτάνησα, δεν ισχύει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου και έτσι μόνη η από το Δημόσιο επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικουμένης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας τούτου επ' αυτής, αλλά απαιτείται απόδειξη της κτήσης κυριότητας με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23-2-1946) τρόπους κτήσης κυριότητας".

Ενόψει τούτων δεν στοιχειοθετείται η εκ του άρθρου 559 αρ.1 επικαλούμενη πλημμέλεια, αφού δεν ετέθη ως εκ της μη ιδιότητας του επιδίκου ως δασικού, θέμα εφαρμογής και συνακόλουθα παραβιάσεως των επικαλουμένων και αναφερομένων παραπάνω, ως ισχυόντων, στα Ιόνια Νησιά διατάξεων και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Το αναιρεσείον Δημόσιο, λόγω της ήττας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.10.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 622/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ