Legislator Case Law & Legislation
1738/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment in construction contract dispute over warehouse payment.

Case Number 1738/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a construction contract dispute. The court found that the third defendant acted independently and did not represent the first appellant, rejecting the claim that the lower court's factual findings were insufficient or contradictory. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first and second defendants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(8), 20 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate grounds based on alleged contradictions in lower court factual findings are inadmissible if those findings are supported by clear evidence and logical reasoning.

Keywords

AI generated
appeal against second instance construction contract dispute independent legal representation contradictory factual findings legal costs allocation Code of Civil Procedure warehouse construction project

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 575(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1738 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1738/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στο 14ο χλμ. της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Μηχανιώνας, 2. Εταιρίας του Γερμανικού Δικαίου με την επωνυμία "LIDL STIFTUNG & Co K.G." που εδρεύει στη NECKARSULM Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλου και 3. Ψ3, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαρτίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 296/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5025/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Απριλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Γεωργίου Παπαχαραλάμπους, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 516/18-4-2006 αίτηση για αναίρεση της 5025/31-3-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες εις αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-10-2007, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία ερήμην αυτού αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (22-9-2008) της αναγραφής της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύουσας στην περίπτωση αυτή ως κλήτευσή του κατά τη νέα μετ'αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 575 εδ.2, 226 παρ.4 εδ.2,3). Κατ'αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του τρίτου των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη 516/18-4-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5025/31-3-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 45409/2752/2-4-2002 αγωγή, με ενάγοντα τον Χ και εναγομένους Ι. την ομόρρυθμη εταιρεία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", ΙΙ. την εταιρεία "LIDL STIFTUNG & CO Κ.G." και ΙΙΙ. τον Ψ3, ιστορείτο, ιδία, Α (α) ότι ο ενάγων είναι πρόεδρος του δ.σ. και πλειοψηφών μέτοχος της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε.", στην οποία κατά το έτος 2000 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της κατ' εκείνο τον χρόνο λειτουργούσης ως ετερρόρυθμη εταιρεία πρώτης των εναγομένων, με ομόρρυθμο ήδη μέλος αυτής την δεύτερη, εδήλωσαν, ως και ο τρίτος τούτων, διευθυντικό αυτής στέλεχος, ότι προκειμένου να αναλάβει το έργο εκσκαφής, κατασκευής του φέροντος οργανισμού και επιβλέψεως των οικοδομικών εργασιών του κτιρίου αποθηκευτικών και ψυκτικών χώρων, το οποίο προετίθετο εκείνη να ανεγείρει επί των περιγραφομένων ακινήτων της στην περιοχή ....., έπρεπε να προκαταβάλει στην τελευταία το ποσό των 45.000.000 δρχ., (β) ότι η εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε." αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και εις εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής ο υιός του ενάγοντος και μέλος του διοικητικού της συμβουλίου Α εξέδοσε σε διαταγή του την ισόποσης αξίας με αριθμό .....

τραπεζική επιταγή, την οποία στις 8-11-2000 παρέδωσε στον τρίτο των εναγομένων, προκειμένου να την αποδώσει στην πρώτη των εναγομένων, (γ) ότι παρόλο που η τελευταία εισέπραξε το ποσό της τραπεζικής επιταγής δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική της υποχρέωση αναθέσεως του έργου στην εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε.", καταστάσα εντεύθεν, λόγω της μη επακολουθήσασας αιτίας για την οποία καταβλήθηκε εις εκείνη το ποσό των 45.000.000 δρχ., αδικαιολογήτως πλουσιώτερη σε βάρος της περιουσίας της και Β επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος των εναγομένων παρέστησε ψευδώς στην εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε." ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος της πρώτης των εναγομένων και αληθώς για τον εαυτό του και αυτοβούλως, ότι επέτυχε και εισέπραξε το ποσό των 45.000.000 δρχ., χωρίς να αποδώσει τούτο στην πρώτη των εναγομένων, προξενήσας με τον τρόπο αυτό παρανόμως και υπαιτίως εναντίον των χρηστών ηθών ισόποση θετική ζημία στην εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε.".

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και τον πρόσθετο αγωγικό ισχυρισμό ότι τις εν λόγω απαιτήσεις της κατά των εναγομένων εκχώρησε η εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε." στον ενάγοντα, εδιώκετο η καταψήφιση του ποσού των 45.000.000 δρχ., με εναγομένους προς πληρωμή στον ενάγοντα Α. κύρια εις ολόκληρο η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων και Β.

επικουρικώς ο τρίτος των εναγομένων. Επί των εν λόγω επικουρικώς σωρευομένων και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε, με νομική τους θεμελίωση στις διατάξεις των άρθρων Α. 361, 211, 904, 455, 460, 481 ΑΚ, 22 Εμπ.Ν. και Β. 914, 298 ΑΚ και κατ' αποδοχή της με στοιχ. Α κύριας αγωγής, η 296/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία παράλληλα κρίθηκε αλυσιτελής η εξέταση της με στοιχ.

Β επικουρικής αγωγής. Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλαν οι Α. πρώτη και δεύτερη των εναγομένων και Β. ο τρίτος τούτων με τις Α 2928/15-4-2004 και Β 2971/16-4-2004 εφέσεις, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 5025/16-6-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ' αποδοχή της με στοιχ. Α εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το προσβαλλόμενο δι' αυτής με στοιχ.

Α κεφάλαιο αυτής και ακολούθως απέρριψε τη με στοιχ. Α κύρια αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ παράλληλα απέρριψε τη με στοιχ. Β έφεση ως απαράδεκτη για έλλειψη του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ενάγων - εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, απευθυνόμενη κατά των εκκαλούντων στις με στοιχ.

Α και Β εφέσεις και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.

Ειδικότερα: Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον ν' ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση ένεκα του σφάλματος που αναφέρεται στον λόγο αναιρέσεως και με την έννοια αυτή παραδεκτώς απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους αφορά η αποδιδόμενη δι' αυτής πλημμέλεια. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η ερευνώμενη αίτηση αναιρέσεως αξιολογείται ως απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, η με στοιχ. Β έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, χωρίς παράλληλα οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι να συνδέονται με το κεφάλαιο τούτο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Αντίθετα το τυπικά παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων επιτρέπει τον έλεγχο της βασιμότητας των διατυπουμένων δι'αυτής λόγων, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας και τα οποία πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, το άρθρο 559 ΚΠολΔ, καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. 'Ετσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των επικαλουμένων κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς αυτό να συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα θεμελιούντα το αίτημα πραγματικά περιστατικά και όχι από το διδόμενο από τον ενάγοντα νομικό τους χαρακτηρισμό.

Τέλος, κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο.

Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση του άρθρου 71 ΑΚ, με την έννοια ότι εσφαλμένα το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εφαρμόσει τον εν λόγω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου συνέτρεχαν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως. Ειδικότερα, κατά την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, στα θεμελιωτικά της με στοιχ. Α αγωγής πραγματικά περιστατικά δεν διαλαμβάνονται ισχυρισμοί αποδίδοντες παράνομη και υπαίτια πράξη στα καταστατικά όργανα των δι' αυτής εναγομένων εταιρειών και ιδία της πρώτης τούτων.

Αντίθετα υποστηρίζεται αδικαιολόγητος πλουτισμός της τελευταίας, με την έννοια της μη επακολουθήσεως της αιτίας της αναθέσεως στην εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε." της εκτελέσεως του έργου, για την οποία, κατά τη σχετική συμφωνία τους, καταβλήθηκε το ποσό των 45.000.000 δρχ., όπως ορθά αξιολογήθηκε και από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Κατά την διαφεύγουσα τον αναιρετικό έλεγχο περί πραγμάτων εκτίμηση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΚΠολΔ 561 παρ. 2). "Ο εφεσίβλητος είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και πλειοψηφών μέτοχος της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΟΜΚΑ., ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ A.O.E.E.", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.

Η πρώτη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία αρχικά λειτούργησε με το τύπο της ετερόρρυθμης εταιρείας, δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα της εμπορίας ειδών διατροφής. Ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας αυτής είναι η δεύτερη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "LIDL STIFTUNG & CO Κ.G.", η οποία εδρεύει στην πόλη Neckarsulm της Γερμανίας.

Δυνάμει των υπ' αριθμ. ..... και ..... συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Γεωργάκη - Ρούσσου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η πρώτη εκκαλούσα αγόρασε δύο όμορα αγροτεμάχια ευρισκόμενα στο ..... του Νομού ..... στη θέση ".....", προκειμένου να κατασκευάσει σ' αυτά αποθήκη τροφίμων για την εξυπηρέτηση των αναγκών των καταστημάτων της στην ευρύτερη περιοχή.

Ο εφεσίβλητος, ο οποίος ενδιαφερόταν για την ανάθεση του συγκεκριμένου έργου στην εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔOΜHΣH - ΚΑΤΑΣΚΕΎΗ Α.Ο.Ε.Ε.", για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, ήλθε σε επαφή το φθινόπωρο του έτους 2000 με τον εκκαλούντα της από 15-4-2004 εφέσεως Ψ3, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν διευθυντής του γραφείου Αναπτύξεως Αθηνών της πρώτης εκκαλούσας.

Οι προαναφερόμενοι κατέληξαν σε συμφωνία, στα πλαίσια της οποίας και προκειμένου να ανατεθεί η εκτέλεση του πιο πάνω έργου στην εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε.", θα έπρεπε ο πρώτος (εφεσίβλητος) να καταβάλει στο δεύτερο το ποσό των 45.000.000 δραχμών. Για το σκοπό αυτό, στις 8-11-2000, ο υιός του εφεσιβλήτου Α, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, μετέβη στο υποκατάστημα Άνω Πατησίων της Τράπεζας "EGF EUROBANK.

Α.Ε." και ζήτησε την έκδοση ισόποσης τραπεζικής επιταγής με χρέωση του υπ' αριθμ. ..... προσωπικού και κοινού με τον εφεσίβλητο λογαριασμού του. Πράγματι, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του παραπάνω υποκαταστήματος εξέδωσαν την ίδια ημέρα την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 45.000.000 δραχμών εις διαταγήν του Α. Την επιταγή αυτή μεταβίβασε ο τελευταίος με οπισθογράφηση στον εκ των εκκαλούντων Ψ3, ο οποίος την εμφάνισε αυθημερόν (8-11-2000) στο Υποκατάστημα Νέας Ιωνίας της ίδιας Τράπεζας και εισέπραξε το ποσό αυτής (βλ.

την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εφεσίβλητο υπ' αριθμ. πρωτ. ..... σχετική βεβαίωση της ανωτέρω Τράπεζας), το οποίο και κατέθεσε σε ατομικό του λογαριασμό. Ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου, κατά τον οποίο ο προαναφερόμενος κατά τη μεταβίβαση της επιταγής ενεργούσε με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εκκαλούσας κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Όπως άλλωστε, προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση επικυρωμένo αντίγραφο της επίμαχης επιταγής, ο Α κατά την προς αυτόν οπισθογράφησή της ενεργούσε για τον εαυτό του ατομικά, και όχι για την πρώτη εκκαλούσα. Σε αντίθετη περίπτωση η υπογραφή του στην οπισθία σελίδα της επιταγής θα είχε τεθεί κάτω από τη σφραγίδα της εταιρείας.

Απορριπτέος για τον ίδιο λόγο κρίνεται και ο αγωγικός ισχυρισμός, κατά τον οποίο η επιταγή αυτή παραδόθηκε στο Α από την εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε.", η οποία μάλιστα εξεχώρησε τη σχετική απαίτησή της στον εφεσίβλητο. 'Οπως ήδη έχει αναφερθεί η προαναφερόμενη επιταγή εκδόθηκε με χρέωση του υπ' αριθμ. .....

λογαριασμού που ανήκε στον εφεσίβλητο και τον υιό του Α. Άλλωστε, αν πράγματι η παραπάνω εταιρεία είχε μεταβιβάσει την επιταγή, θα έπρεπε να είχε εκδοθεί με χρέωση του δικού της λογαριασμού και όχι με χρέωση του κοινού λογαριασμού του εφεσιβλήτου και του υιού του, Το περιστατικό αυτό επιβεβαίωσε τόσο ο εξετασθείς μάρτυς αποδείξεως με την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ο Α με την από 4-3-2003 προανακριτική του κατάθεση ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, η οποία δόθηκε στα πλαίσια διενεργουμένης προανακρίσεως, κατόπιν της από 29-1-2003 εγκλήσεως του εφεσιβλήτου κατά του εκκαλούντος Ψ3 και η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι το ποσό των 45.000.000 δραχμών καταβλήθηκε στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ του εφεσιβλήτου και του εκ των εκκαλούντων Ψ3 και όχι μεταξύ της εταιρείας "ΔOΜΚA, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑTAΣKEYH Α.Ο.Ε.Ε." και της πρώτης εκκαλούσας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εφεσίβλητος, ο οποίος διατείνεται ότι η καταβολή έγινε προκειμένου "...

η αμοιβή της να είναι κατωτέρα κατά το ποσόν τούτο της υπό των διατάξεων του ΠΔ 696/1974 προβλεπομένης ...", ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την από 11-3-2003 προανακριτική κατάθεση ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών του Β, τον οποίο είχε προτείνει ως μάρτυρα ο εφεσίβλητος με την από 29-1-2003 έγκλησή του και ο οποίος ανέφερε ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό το έδωσε ο τελευταίος μέσω του υιοί του, προκειμένου να συμμετάσχει η εταιρεία του στην κατασκευή των αποθηκών της περιοχής της ..... .

Σημειώνεται εδώ ότι ο Β εργαζόταν στο παρελθόν στην πρώτη εκκαλούσα αρχικά ως ερευνητής και στη συνέχεια ως προϊστάμενος αναπτύξεως. Τα ίδια ανέφερε ο τελευταίος κατά την ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευάγγελου Δρακόπουλου (υπ' αριθμ. .....), που δόθηκε στα πλαίσια άλλης υποθέσεως και η οποία προσκομίζεται με επίκληση από τον εφεσίβλητο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο προαναφερόμενος στην κατάθεσή του αυτή κάνει λόγο για "προμήθεια" που δόθηκε στον Ψ3 προκειμένου "να πάρει....το έργο της αποθήκης" η εταιρεία "ΔΟΜΚΑ, ΔΟΜΗΣΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ Α.Ο.Ε.Ε.". Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την ασαφή κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος μάλιστα ανέφερε ότι η πρώτη εκκαλούσα αξίωσε την καταβολή του ποσού των 45.000.000 δραχμών προκειμένου να αναθέσει το έργο της κατασκευής των αποθηκών στην εταιρεία που εκπροσωπούσε ο εφεσίβλητος.

Πρόσθετη, τέλος, απόδειξη περί των ανωτέρω αποτελεί το γεγονός ότι ουδέποτε ο εφεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε εγγράφως ή προφορικά προς την πρώτη εκκαλούσα για την αντισυμβατική, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, συμπεριφορά της. Το επικαλούμενο από αυτόν περιστατικό της τηλεφωνικής οχλήσεως του διευθυντικού στελέχους της πρώτης εκκαλούσας Γ προς επιστροφή του ποσού των 45.000.000 δραχμών και της εκ μέρους του τελευταίου υποσχέσεως περί ρυθμίσεως του συγκεκριμένου θέματος δεν επιβεβαιώθηκε από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα.

Σε κάθε περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο Ψ3 κατέβαλε στην πρώτη εκκαλούσα το ποσό της επιταγής, που κατά τα προεκτεθέντα είχε εισπράξει ο ίδιος". Οι αιτιολογίες αυτές αξιολογούνται ως πλήρεις, με σαφές αποδεικτικό πόρισμα, κατά το οποίο ο Ψ3 ενεργούσε πάντοτε για τον εαυτό του, ατομικά και όχι για την πρώτη των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με απλή αναφορά της ιδιότητάς του ως διευθυντή του Γραφείου Αναπτύξεως Αθηνών της τελευταίας.

Κατά συνέπεια ο επόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι οι ανέλεγκτες αυτές ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, με την έννοια ότι δέχεται ότι κατά την κατάρτιση της σχετικής συμφωνίας για την ανάθεση του έργου στην εταιρεία ΔΟΜΚΑ, αιτία για την οποία καταβλήθηκε το ποσό των 45.000.000 δρχ., ο Ψ3 ενεργούσε ως δ/ντής του Γραφείου Ανάπτυξης στην Αθήνα της πρώτης των εκκαλούντων και αναιρεσιβλήτων και κατά τη λήψη της ισόποσης λευκής οπισθογραφήσεως τραπεζικής επιταγής ατομικά, ελέγχεται ως αβάσιμος. 'Ομοια αρνητικά αξιολογούνται οι εντελώς αόριστα διατυπούμενα λοιποί λόγοι αναιρέσεως, με απλή αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 8 και 20 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 516/17-4-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5025/31-3-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ