1738/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/1989 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/1991 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείoν με την από 10-5-1991 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 4-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1738/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και στ) .....". Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, όπως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει τα ακόλουθα, κρίσιμα, περιστατικά: "Το επίδικο έχει έκταση 6.000 τ.μ., βρίσκεται στην τοποθεσία .....και συνορεύει δυτικώς με δρόμο και ανατολικώς, νοτίως και βορείως με χέρσα ακίνητα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1738 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1738/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη, Πάρεδρο Ν. Σ. Κ., βάσει δηλώσεως, κατ΄άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βασιλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/1989 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/1991 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείoν με την από 10-5-1991 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 4-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1,2 και 6 του ν. 998/1979, "1. Ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών, οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα, και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. 2.
Ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών. 6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου :
α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμεναι εκτάσεις, β) αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφ΄ όσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθή ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι, κατά τα εις το άρθρο 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα, γ) Αι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί των ως άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών, δ)....., ε).....
και στ) .....". Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, όπως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει τα ακόλουθα, κρίσιμα, περιστατικά: "Το επίδικο έχει έκταση 6.000 τ.μ., βρίσκεται στην τοποθεσία .....και συνορεύει δυτικώς με δρόμο και ανατολικώς, νοτίως και βορείως με χέρσα ακίνητα.
Τμήμα του, εκτάσεως 2.000 τ.μ., είναι καλλιεργήσιμο, ενώ η υπόλοιπη έκταση των 4.000 τ.μ. είναι πετρώδης και βραχώδης, μη δυναμένη να παραγάγει δασικά προϊόντα..... Επί της εκτάσεως των 4.000 τ.μ. υπάρχουν πέτρινα πεζούλια, τα οποία έχουν κατασκευασθεί από τους κατά διαστήματα, κατέχοντες και νεμομένους το επίδικο, προς το σκοπό συγκρατήσεως των νερών της βροχής, γεγονός, που φανερώνει ότι παλαιότερα καλλιεργείτο και το τμήμα αυτό.
Η έκταση αυτή των 4.000 τ.μ. είναι δυνατό να καλλιεργηθεί με οπωροφόρα δένδρα, διότι, παρά το πετρώδες και βραχώδες της, το έδαφος έχει σε αρκετή αναλογία χωματώδη σύσταση. Με όσα εκτέθηκαν μέχρι τώρα προκύπτει ότι η έκταση του επιδίκου ακινήτου των 4.000 τ.μ. δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν.998/1979, αλλά ούτε και κατά την έννοια των προϊσχυσασών διατάξεων περί δασών και δασικών εκτάσεων, αφού αυτή, όπως και η υπόλοιπη των 2.000 τ.μ.
εμπίπτουν στην έννοια των μη δασικών εκτάσεων κατ΄ άρθρο 3 παρ.6 περ. α΄, β' και γ΄ του ίδιου, ως άνω, ν.998/1979. Το όλο επίδικο κτήμα, από το έτος, τουλάχιστον, 1900, βρίσκεται στην κατοχή του Χ1 ο οποίος το καλλιεργούσε με σιτάρι ή σίκαλη ή κριθάρι συνεχώς και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι το έτος 1916, αποκτήσας έτσι το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) αυτού, γεγονός, που επικαλείται εμμέσως, πλην σαφώς, ο εναγόμενος.
Το 1916 ο παραπάνω Χ1 το παραχώρησε ατύπως στον ...., επ΄ ευκαιρία του γάμου του με τη θυγατέρα εκείνου ..... Ο τελευταίος, από της, κατά τα άνω, παραχωρήσεως σ΄ αυτόν ολοκλήρου του επιδίκου κτήματος, κατείχε συνεχώς αυτό και το καλλιεργούσε, όπως και ο πεθερός του, μέχρι το 1952, καταστάς, κατά τα προεκτεθέντα κύριος αυτού.
Μετά το θάνατό του, το επίδικο κτήμα περιήλθε στο γιό του ....., ως κληρονόμο του, ο οποίος εξακολούθησε να το καλλιεργεί συνεχώς με σίκαλη, πλην μιας μικρής περιόδου, που έλειψε στη Δ.Γερμανία, μέχρι το 1981, οπότε το πούλησε στον εναγόμενο, συνταγέντος, προς το σκοπό αυτό, από τον συμβολαιογράφο Δράμας Γεώργιο Δομνίδη του με αρ. .....
πωλητηρίου συμβολαίου, νομίμως μεταγραφέντος έκτοτε στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..... (τ.....- α.α. .....). Έτσι ο εναγόμενος έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου. Από τα μέχρι τώρα εκτεθέντα προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δάσος ή δασική έκταση, όπως αβασίμως υποστηρίζει το ενάγον.
Αλλά και από τις φωτογραφίες, που με επίκληση προσκομίζει το ενάγον και αποτελούν αποδεικτικό μέσο (άρθρα 444 αρ. 3 και 448 αρ. 2 ΚΠολΔ), αφορούν δε προφανώς μόνο την έκταση των 4.000 τ.μ., αφού σ΄αυτή δεν εμφανίζουν ίχνος καλλιεργήσιμης εκτάσεως, όπως ο μάρτυς δασολόγος καταθέτει για τα 2.000 τ.μ., αποδεικνύεται το βραχώδες και πετρώδες αυτού, που το αποκλείουν από το να χαρακτηρισθεί όχι δάσος, αλλ΄ ούτε και δασική έκταση.
Τουναντίον σ΄ αυτές (φωτογραφίες) απεικονίζονται τα υπάρχοντα στην έκταση αυτή πέτρινα πεζούλια και η ανεγερθείσα χειμερινή οικία του εναγομένου, ευρισκομένη στο στάδιο των θεμελίων και του σκελετού. Επομένως, μη υπαρξάσης ουδέποτε ολοκλήρου της επιδίκου εκτάσεως δασικής ή δάσους, το ενάγον Δημόσιο δεν έγινε κύριο αυτής και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη".
Στη συνέχεια το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε κατ΄ ουσία την, από 5.9.1989, έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την 61/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας και απέρριψε κατ΄ ουσία την, από 7.3.1989, αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που αποφάσισε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και συνεπώς είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τα υπόλοιπα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων, εκ μέρους του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, απαραδέκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλονται εν προκειμένω. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 20-5-1991 και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της προβλεπομένης από τη (μεταγενέστερη) διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298.1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 προδικασίας (βλ.
άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 2298/1995).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 10 Μαΐου 1991, αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 192/1991 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και,
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ