Supreme Court annuls appeal decision rejecting notice of appeal due to failure to examine penalty clause validity under Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision rejecting the appellant's notice of appeal. The lower court incorrectly dismissed the notice by accepting the appellant's argument that a penalty clause had been reduced, without verifying if the remaining amount exceeded legal interest limits or constituted an abuse of right. Consequently, the case was remitted to a different judge for further examination of the penalty clause's validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 404, 293, 294, 345, 407 of the Civil Code; The court must examine the validity of a penalty clause and its relation to legal interest limits when the appellant raises such arguments, failing to do so constitutes a ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1737 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1737/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σκορδαλό.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Ν. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Καργιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2018 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 606/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 14262/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 14262/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το δικαστήριο δέχτηκε την έφεση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 606/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την από 27/2/2018 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, και δίκασε επί της ουσίας, απέρριψε την ανακοπή ως αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τα άρθρα 404 και 405 παρ. 1 του AK ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό, για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημιά. Εξάλλου, κατά το εδ. α` του άρθρου 407 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 293 του AK το ανώτατο όριο του τόκου που οφείλεται από δικαιοπραξία προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος. Οι προμήθειες ή άλλα ανταλλάγματα που συνομολογούνται ή καταβάλλονται επιπλέον του τόκου λογίζονται ως τόκος. Το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος.
Κατά το άρθρο 294 ΑΚ κάθε δικαιοπραξία για τόκο που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη ως προς το επιπλέον, κατά δε το άρθρο 345 του ίδιου Κώδικα όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας (του οφειλέτη) έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία, αν όμως αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι να αποτραπεί η καταστρατήγηση του θεμιτού ορίου τόκου, με τον συνυπολογισμό στο ποσοστό του τόκου όλων των πρόσθετων παροχών, οι οποίες, με διαφορετική του τόκου νομική μορφή, επιβαρύνουν ουσιαστικά τον οφειλέτη, συνάγεται ότι, επί χρηματικής, κυρίως, οφειλής, ως κύριας παροχής, η συνομολόγηση σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωσή της, επί πλέον του θεμιτού τόκου και πρόσθετου χρηματικού ποσού, ως ποινικής ρήτρας, αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις του νόμου και, είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η ακυρότητα δε αυτή της εν λόγω ποινικής ρήτρας, είναι άσχετη με το υπέρμετρο αυτής, που ρυθμίζεται κατά το άρθρο 409 ΑΚ (ΑΠ 836/2021, ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 1438/1997).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ., πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με εκείνη του αριθμού 8 του άρθρου 559, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ ΑΠ 25/2003).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση, αιτιολογημένη ή όχι, αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια", έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1537/2017), ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 69/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 14262/2019 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 190/5.1.2018 αίτηση του καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσιβλήτου) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 190/2018 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης κατά του ανακόπτοντα (αναιρεσείοντα), η οποία υποχρέωσε τον ανακόπτοντα να καταβάλει στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό των 9.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 22/11/2017.
Αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου με αριθμό 346/2018 της 190/2018 διαταγής πληρωμής με σχετική επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον ανακόπτοντα στις 22/2/2018. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με το από 12.2.2017 προσύμφωνο επαγγελματικής συνεργασίας που υπογράφηκε στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, να συστήσουν εταιρεία προκειμένου να εκμεταλλευτούν στο επί της ...
στο ..., κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Η συμφωνία τους περιελάμβανε τα εξής: Για την εκμετάλλευση του εν λόγω καταστήματος με τις νέες ως άνω προδιαγραφές, θα συστηθεί ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, στη σύσταση της οποίας θα συμμετέχει κατά ποσοστό 20% επί του εταιρικού κεφαλαίου ο αφετέρου συμβαλλόμενος (καθ' ου η ανακοπή).
Για τη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της άνω εταιρείας και για την ανακαίνιση και κατασκευή αυτού στα πλαίσια της λειτουργίας του ως σημείου πώλησης της σύμβασης δικαιόχρησης, ο αφετέρου συμβαλλόμενος θα καταβάλλει το ποσό των 26.000 ευρώ. Το εν λόγω ποσό θα καταβληθεί ως εξής: α) ποσό 13.000 καταβάλλεται, σήμερα, σε μετρητά, του παρόντος ενέχοντος θέση αποδείξεως της εν λόγω καταβολής και β) ποσό 13.000 ευρώ θα καταβληθεί με την πληρωμή του εξοπλισμού που θα αγοράσει η υπό σύσταση εταιρία για τις ανάγκες λειτουργίας του νέου καταστήματος, η οποία θα πρέπει επίσης να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την 1/8/2017.
Πράγματι, με το από 6.6.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάθηκε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία και στις 7.7.2017 ο καθ' ου η ανακοπή κατέβαλε σε τραπεζικό λογαριασμό του αδερφού του ανακόπτοντος το ποσό των 10.000 ευρώ δια μεταφοράς από δικό του λογαριασμό στην ... ενώ κατέβαλε και ποσό 3.000 ευρώ σε μετρητά, με την υπόσχεση ότι το ποσό αυτό θα του επιστρέφονταν από τους 3 συνεταίρους του στο κατάστημα της ... (ταμειακή διευκόλυνση).
Στις αρχές Αυγούστου 2017, οι διάδικοι συμφώνησαν να επιστραφεί στον καθ' ου η ανακοπή το καταβληθέν ποσό των 26.000 ευρώ που αυτός είχε καταβάλει ενώ στις αρχές Νοεμβρίου 2017 συμφώνησαν να επιστραφεί στον καθ' ου το ποσό των 23.000 ευρώ ως και το ποσό των 2.000 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ. Στις 8.11.2017 συμφωνήθηκε να καταβληθούν τα εξής ποσά:
α) εκ του ποσού των 15.000 ευρώ, 1.000 ευρώ για το χρέος στο κατάστημα της οδού ..., β) 14.000 ευρώ έναντι της οφειλής για το κατάστημα στο Πανόραμα και γ) 9.000 ευρώ μέχρι τις 21.11.2017, για τα οποία θα αποδεχόταν μία συναλλαγματική, εκδόσεως του καθ' ου η ανακοπή. Προς εξασφάλιση της καταβολής του άνω ποσού των 9.000 ευρώ, ο καθ' ου η ανακοπή εξέδωσε στη Θεσσαλονίκη, την 8.11.0217, σε διαταγή του, μία συναλλαγματική ποσού 9.000 ευρώ και με ημερομηνία λήξης την 21/11/2017, την οποία αποδέχθηκε ο ανακόπτων.
Ρητά συμφωνήθηκε ότι δεν θα δίδονταν νέα παράταση και ότι σε περίπτωση που δεν εξοφλούσε το άνω ποσό των 9.000 ευρώ, στις 21.11.2017, η συναλλαγματική θα λογιζόταν ως ποινική ρήτρα για την αναπόδεικτη ζημία που υπέστη από τη συμπεριφορά του ανακόπτοντος και την καθυστέρηση εξόφλησης των οφειλών του. Επίσης συμφωνήθηκε ότι η συναλλαγματική αυτή σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εξόφληση ή ανανέωση του χρέους, αλλά μόνο υπόσχεση εκπλήρωσης ως και ότι σε περίπτωση μη πληρωμής της ως άνω συναλλαγματικής κατά το χρόνο λήξης, ο καθ' ου η ανακοπή, έχει δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς την είσπραξή της, το δε ποσό αυτό θα θεωρηθεί ποινική ρήτρα για την αναπόδεικτη αποζημίωσή του και θα δικαιούται αυτός να επιδιώξει επιπλέον την είσπραξη της β' δόσης, ύψους 9.000 ευρώ, δικαστικώς.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 21.11.2017, ο ανακόπτων δεν μπόρεσε να εξοφλήσει την οφειλή του ενώ, έναντι της οφειλής του αυτός κατέβαλε το ποσό των 4.000 ευρώ στις 24.11.2017, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί το αργότερο έως την 29.11.2017. Στις 24.11.2017 συντάχθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλής στο οποίο προβλέφθηκαν τα ανωτέρω ως και ότι "η ποινική ρήτρα, ύψους 9.000 ευρώ παραμένει ισχυρή, ο δε καθ' ου η ανακοπή δηλώνει ότι δεν θα επιδιώξει την είσπραξή της, εφόσον καταβληθεί το υπολειπόμενο ποσό των 5.000 ευρώ εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Ρητά δηλώνει ο καθ' ου ότι δεν θα χορηγηθεί εκ νέου παράταση για την εξόφλησή του, ενώ μετά την παρέλευση της προθεσμίας (29.11.2017), θα δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη του υπολοίπου της οφειλής, ως και το σύνολο της συναλλαγματικής, ως ποινικής ρήτρας για την αναπόδεικτη ζημία του από την καθυστέρηση πληρωμής.
Ο ανακόπτων αναγνωρίζει ότι η ποινική ρήτρα είναι εύλογη και δίκαιη, παραιτείται δε από τούδε τυχόν προσβολής της για οποιοδήποτε λόγο και αιτία". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 20-12-2017, ο ανακόπτων κατέθεσε στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ, οπότε και συντάχθηκε το με αριθμό ...
γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης που κατατέθηκε στο Συμβ/φο Θεσ/νίκης Νικόλαο Νάσλα, που συνέταξε την με αριθμό ... πράξη κατάθεσης και ότι ο καθ' ου η ανακοπή ανέλαβε στις 29-12-2017 το γραμμάτιο, με συνέπεια να εξοφληθεί μεν η κυρία οφειλή, αλλά να ενεργοποιηθεί η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων ποινική ρήτρα και βάσει αυτής να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τη συναλλαγματική κι όχι βάσει του ιδιωτικού συμφωνητικού, η δε συναλλαγματική αφορούσε σε ποινική ρήτρα, λόγω αναπόδεικτης ζημίας του καθ' ου από την παραβίαση όρων του συμφωνητικού κι όχι οφειλή του ανακόπτοντος προς τον καθ' ου από την επίλυση των επαγγελματικών τους σχέσεων.
Επομένως, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας και η συναλλαγματική δεν αποτελούν δύο αυτοτελείς αιτίες έκδοσης της διαταγής πληρωμής αλλά η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας συνιστά την αιτία έκδοσης της συναλλαγματικής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η συναλλαγματική και η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας αποτελούν αιτίες έκδοσης της διαταγής πληρωμής ως και ότι κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 406 και 407 ΑΚ η κατάθεση στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποτελεί προσήκουσα προσφορά έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον ουδέποτε αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων όχλησε τον καθ' ου η ανακοπή είτε με αποστολή εξώδικης όχλησης αφού γνώριζε τη διεύθυνσή του ή τηλεφωνικώς ώστε να του προσφέρει εμπροθέσμως και προσηκόντως το υπολειπόμενο ποσό που του όφειλε.
Ο ισχυρισμός του ότι τον όχλησε προφορικά και ότι του ζήτησε αριθμό τραπεζικού λογαριασμού για να προβεί στην κατάθεση του οφειλόμενου ποσού κι ο καθ' ου δεν του το έδωσε γιατί δεν ήθελε να εισπράξει το ποσό δεν αποδείχθηκε.
Συνεπώς δεν αποδείχθηκε η υπερημερία του δανειστή, η οποία υπάρχει αν αυτός δεν αποδεχθεί το προσφερόμενο χρέος, εφόσον η προσφορά είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή προσφέρεται ότι οφείλεται στον προσήκοντα τόπο και χρόνο, οπότε μόνο τότε υφίσταται νόμιμος λόγος που δικαιολογεί τη δημόσια κατάθεση της παροχής με την οποία επέρχεται απόσβεση της ενοχής.,,, ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του καθού η ανακοπή - αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την ανακοπή του αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την ανακοπή κατ' ουσία, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη, επικυρώνοντας την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανακοπή, δεχόμενο ότι αιτία έκδοσης της συναλλαγματικής, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αποτελούσε η κατάπτωση συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, αφενός μεν παραβίασε τις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 293 εδ.
β', 294, 345 και 404 ΑΚ, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας κατά το πέραν του θεμιτού τόκου ποσό και περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ήδη αναιρεσίβλητου, την οποία ο αναιρεσείων είχε προβάλει με λόγο ανακοπής.
Ειδικότερα, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) η κύρια οφειλή για την οποία παρασχέθηκε η ποινική ρήτρα ήταν χρηματική, β) το ποσό που συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως ποινική ρήτρα ήταν ίσο με το ποσό της κύριας οφειλής και γ) αιτία έκδοσης της συναλλαγματικής ήταν η ποινική ρήτρα, το δικαστήριο δέχεται, εσφαλμένα, ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να καταβάλει το ως άνω ποσό της ποινικής ρήτρας χωρίς να ερευνήσει αν το ποσό αυτό υπερέβαινε και κατά πόσο το όριο του θεμιτού τόκου και χωρίς να λάβει υπόψη του τον σχετικό ισχυρισμό που πρόβαλε περί αυτού ο αναιρεσείων (ανακόπτων) αλλά ούτε και τον έτερο ισχυρισμό του περί κατάχρησης δικαιώματος, ισχυρισμοί που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως πρέπει κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου, εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 και 5 του ΚΠολΔ, λόγων της αίτησης αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκομένης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αφού η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστά αλυσιτελή την έρευνά του.
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή από εκείνον που δίκασε την υπόθεση (άρθρο 580 παρ 3 ΚΠολΔ), να επιστραφεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα (495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 14262/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ