1737/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1737/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 14, 19 και 20 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι ευθύνονται και οι ίδιοι προς αποζημίωση του πρώτου αναιρεσίβλητου για τη ζημία που υπέστη ο συνεταιρισμός από τα ελλείμματα που διαπιστώθηκαν στις αποθήκες του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1737 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1737/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ν. του Γ., 2) Ε. Π. του Κ. και 3) Ι. Κ. του Χ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ραχιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ...", που έχει έδρα το ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Μαζαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2) Ά. Ψ. του Α. και 3) Π. Κ., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Κ., 4) Π. Λ. του Π. και 5) Η. Ν. του Π., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-4-2007 και 1-3-2005 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 355/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, 357/2014, ομοίως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επί της οποίας ασκήθηκε η από 21-11-14 ανακοπή ερημοδικίας ενώπιον του Πολυμελούς Εφετείου Ναυπλίου, 324/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και 351/2015 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις .../3-8-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σπάρτης Α. Γ. Β., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στους δεύτερη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε και δεν εμφανίσθηκαν αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Επομένως, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 εδ. α’ και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση στρέφεται κατ’ εκείνων των διαδίκων της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους οποίους επιδιώκεται, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά διαδίκων, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη πλημμέλεια και κατά συνέπεια ως προς αυτούς δεν μπορεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο σχετικός λόγος (ΑΠ 731/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την 351/2015 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 101/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Με την απόφαση αυτή αφενός μεν είχε απορριφθεί η από 1-3-2005 αγωγή τούτων κατά των αναιρεσίβλητων, ως εις ολόκληρο ευθυνομένων, για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος τους με την άσκηση εκ μέρους τους αγωγής αποζημιώσεως, αφετέρου δε είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 10-4-2007 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου αγροτικού συνεταιρισμού, πλην των άλλων, και εναντίον τους για την καταβολή αποζημιώσεως ως προς τις ποσότητες ελαιολάδου που απωλέσθησαν από τις αποθήκες του συνεταιρισμού, κατά το χρόνο που ήσαν αυτοί μέλη του διοικητικού του συμβουλίου.
Με τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 14, 19 και 20 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι ευθύνονται και οι ίδιοι προς αποζημίωση του πρώτου αναιρεσίβλητου για τη ζημία που υπέστη ο συνεταιρισμός από τα ελλείμματα που διαπιστώθηκαν στις αποθήκες του.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πλήττουν το μέρος εκείνο μόνο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αποζημιώσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου, ενώ δεν πλήττεται η απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσίβλητων. Επομένως, η ένδικη αίτηση, η οποία, κατά τα λοιπά, νομοτύπως ασκήθηκε, παραδεκτώς μεν στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, έναντι των οποίου οι αναιρεσείοντες νικήθηκαν και ως προς τον οποίο επιδιώκεται με τους λόγους αναιρέσεως η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απαραδέκτως όμως στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτήν πλημμέλειες.
Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσίβλητων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.
Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ’ αυτήν της υπαγωγής των εκτιθεμένων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Εξάλλου, ο ν. 2810/2000 "Περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όριζε στο άρθρο 14 παρ. 4 και 5: "Το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση του συνεταιρισμού, τη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και την επιδίωξη του σκοπού του.
Οι αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου καθορίζονται στο καταστατικό (παρ. 4). Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ευθύνονται συμμέτρως για κάθε ζημία που προκάλεσαν με υπαιτιότητά τους στο συνεταιρισμό κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ... ". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην αγωγή αποζημιώσεως αγροτικού συνεταιρισμού κατά μελών του διοικητικού συμβουλίου του, για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου.
Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο, τη δικαιοπραξία, ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων (και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) συνεταιρισμός εξέθετε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος και κατ’ εκτίμηση του οικείου δικογράφου, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής του, η οποία και μόνο κατέστη αντικείμενο έρευνας από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα:
Ότι οι εναγόμενοι (και ήδη αναιρεσείοντες), μέλη του προηγούμενου διοικητικού συμβουλίου του, αρμόδιοι και υπεύθυνοι μαζί με τα λοιπά μέλη, να επιβλέπουν, να εποπτεύουν και τελικώς να ελέγχουν τον πρώτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως αποθηκαρίου κατά το χρόνο παραλαβής του ελαιοκάρπου των μελών του συνεταιρισμού, την έκθλιψή του και την αποθήκευση του ελαιολάδου στις δεξαμενές του, ώστε να αποφευχθεί η οποιαδήποτε πλημμελής συμπεριφορά του αποθηκαρίου, που θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ελλείμματος σε βάρος του συνεταιρισμού, αυτοί αμέλησαν ως προς την κανονική εκτέλεση των ανωτέρω νομίμων και καταστατικών καθηκόντων τους, την επίβλεψη δηλαδή του αποθηκαρίου, με αποτέλεσμα να διαπιστωθεί έλλειμμα στις ποσότητες ελαιολάδου, που θα έπρεπε να υπάρχουν στις αποθήκες του συνεταιρισμού.
Ότι ειδικότερα, κατά το διενεργηθέντα έλεγχο από το νέο διοικητικό συμβούλιο μετά την 1-12-2003 διαπιστώθηκε έλλειμμα στις ποσότητες ελαιολάδου περιόδου 2002 - 2003, δηλαδή από Σεπτέμβριο 2002 έως Φεβρουάριο - Μάρτιο 2003, που ανερχόταν σε 26.708 κιλά για τους παραγωγούς, θεματοφύλακας των οποίων ήταν ο συνεταιρισμός, αξίας 2,50 ευρώ ανά κιλό ελαιολάδου, και σε 2.301 κιλά ως εκθλιπτικό δικαίωμα του ίδιου του συνεταιρισμού, αξίας 1,50 ευρώ ανά κιλό ελαιολάδου, και συνολικής αξίας 70.221,50 ευρώ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο ενάγων συνεταιρισμός ζητούσε, ως προς την επικουρική βάση, να αναγνωρισθεί ότι ο μεν αποθηκάριος οφείλει να του καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγομένους, το ποσό των 70.221,50 ευρώ, συμμέτρως δε το ποσόν τούτο καθένας των λοιπών εναγομένων, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, ως θετική ζημία, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει επαρκώς ως προς την επικουρική της βάση τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της κατά των αναιρεσειόντων επί των διατάξεων των άρθρων 297, 330 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 14 παρ. 4 και 5 ν. 2810/2000 "Περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων" και τη δικαστική της εκτίμηση.
Ειδικότερα, αναφέρονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής με επάρκεια τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και αμελή συμπεριφορά των ως άνω εναγομένων-αναιρεσειόντων, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας, άλλωστε, είναι επιτρεπτή με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που ήθελαν προκύψει από την αποδεικτική διαδικασία (πρβλ.
ΑΠ 847/2010). Περαιτέρω, προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής η ζημία του συνεταιρισμού, ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως και της ζημίας. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 297, 330 εδ. β’ ΑΚ και 14 παρ. 4 και 5 ν. 2810/2000, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων λόγω πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου του πρώτου αναιρεσίβλητου, ενώ δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή του τελευταίου, ως όφειλε κατά τους αναιρεσείοντες, κατ’ αποδοχή του περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού, που τον επανέφεραν με σχετικό λόγο εφέσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Το άρθρο 14 παρ. 2, 4 και 5 ν. 2810/2000, "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις", όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ορίζει: "Το διοικητικό συμβούλιο εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον Πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ...
Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή σε στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού" (παρ. 2). "Το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση του συνεταιρισμού, τη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και την επιδίωξη του σκοπού του.
Οι αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου καθορίζονται στο καταστατικό" (παρ. 4). "Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ευθύνονται συμμέτρως για κάθε ζημία που προκάλεσαν, με υπαιτιότητά τους, στο συνεταιρισμό κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι αξιώσεις του συνεταιρισμού παραγράφονται μετά από τρία (3) έτη από την τέλεση της πράξης ..." (παρ. 5).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλα τα νομικά πρόσωπα, αποτελεί όργανο του αγροτικού συνεταιρισμού, οι δε αποφάσεις του είναι η συνισταμένη των δηλώσεων βουλήσεως των μελών του, φυσικών προσώπων. Το πολυμελές αυτό όργανο εκπροσωπεί κατ’ αρχήν συλλογικά το συνεταιρισμό, όπως επίσης συλλογικά κατ’ αρχήν διαχειρίζεται και τις υποθέσεις του.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 ΑΚ, η εσωτερική σχέση του νομικού προσώπου και της διοικήσεως διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, που εφαρμόζονται αναλόγως. Κατά συνέπεια, έστω και αν το διοικητικό συμβούλιο δρα κατ’ αρχήν συλλογικά, τα μέλη του ωστόσο, ως εντολοδόχοι του συνεταιρισμού, έχουν ο καθένας τους ατομική ευθύνη έναντι του νομικού προσώπου σε περίπτωση κακής εκτελέσεως της εντολής.
Πράγματι, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού δεν ασκούν τα καθήκοντά τους μετέχοντας μόνο στις συνεδριάσεις του οργάνου, αλλά, προκειμένου να ασκούν τις εξουσίες και να εκπληρώνουν τα καθήκοντα που προβλέπει ο νόμος και το καταστατικό, έχουν όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να λαμβάνουν γνώση των υποθέσεων και των ζητημάτων που αφορούν το νομικό πρόσωπο.
Ακριβώς για το λόγο αυτό θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 ν. 2810/2000 ατομική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου αγροτικού συνεταιρισμού για κάθε ζημία που προκλήθηκε με υπαιτιότητά τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 ν. 2810/2010 και δέχθηκε ατομική εξουσία διαχειρίσεως και εποπτείας της περιουσίας του αγροτικού συνεταιρισμού για κάθε μέλος του διοικητικού του συμβουλίου, είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού με την ως άνω διάταξη δεν θεσπίζεται τέτοιου είδους εξουσία, αλλά ερευνάται η συμπεριφορά του κάθε μέλους και επιβάλλονται κυρώσεις σε όσους ζημίωσαν με υπαιτιότητά τους το συνεταιρισμό.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, μέμφονται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 2810/2010 και δέχθηκε ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου για την απώλεια του ελαιολάδου που έπρεπε να υπάρχει στις αποθήκες του συνεταιρισμού, αν και είχε προσληφθεί νόμιμα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αποθηκάριος - διαχειριστής με αρμοδιότητα την παραλαβή και τη φύλαξη του ελαιολάδου.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον η πρόσληψη τρίτου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν καθιστά αυτόν υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου, τα μέλη του οποίου, ως εντολοδόχοι του συνεταιρισμού, όφειλαν να τον εποπτεύουν κατά την άσκηση των καθηκόντων που του είχαν αναθέσει, και συνεπώς δεν αίρεται η ευθύνη τους από το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε προσληφθεί νόμιμα και είχε τη σχετική αρμοδιότητα, εφόσον εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα αυτά.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, μέμφονται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του καταστατικού, και ειδικότερα αυτές των άρθρων 26 και 27, στις οποίες συμπληρωματικά παραπέμπει το άρθρο 14 ν. 2810/2000, που αφορούν στις αρμοδιότητες του προέδρου και του ταμία, και δέχθηκε ευθύνη τούτων για πράξεις ή παραλείψεις που δεν εμπίπτουν στη συλλογική αρμοδιότητα του οργάνου ή δεν υπάγονται στη σφαίρα των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί με διατάξεις του καταστατικού ή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του συνεταιρισμού.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως επειδή το καταστατικό νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και ο αγροτικός συνεταιρισμός, έχει ισχύ συμβάσεως και δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, και κατά συνέπεια η επικαλούμενη ευθεία παράβαση των διατάξεων του καταστατικού δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη δικονομική αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1071/1993).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο αφενός μεν ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 του καταστατικού, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2810/2000, και δέχθηκε την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου για την απώλεια του ελαιολάδου, ως ζήτημα που ανάγεται στη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων του αγροτικού συνεταιρισμού, αφετέρου δε ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27 του καταστατικού, εφόσον με αυτές δεν αναιρείται η γενική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που καθιερώνεται με τις ως άνω διατάξεις, αλλά προσδιορίζονται ειδικότερα οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του προέδρου και του ταμία, αντίστοιχα.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο, κατά το τέταρτο μέρος του, μέμφονται το Εφετείο, ότι, εσφαλμένα δέχθηκε τη σύμμετρη ευθύνη τους για αποζημίωση του συνεταιρισμού, κατ’ άρθρο 14 παρ. 5 ν. 2810/2000, εφόσον η εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτεί την πρόκληση τη ζημίας αμέσως από το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και όχι από τρίτο, που είχε ιδία υπαιτιότητα για τις πράξεις του.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από τη διατύπωση της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αγροτικού συνεταιρισμού ευθύνονται για κάθε ζημία, και συνεπώς και για ζημία που προκλήθηκε από τρίτον, και η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, θα μπορούσε να αποτραπεί, εάν οι αναιρεσείοντες, από κοινού με τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου, είχαν ασκήσει στον αποθηκάριο του συνεταιρισμού τη δέουσα εποπτεία.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άρθρων 26 και 27 του καταστατικού, διά της μη αναγνώσεως τούτων, με συνέπεια, αν τα είχε αναγνώσει μαζί με τις λοιπές διατάξεις του καταστατικού, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, ενόψει του ότι με τις διατάξεις αυτές ορίζονται ειδικές αρμοδιότητες για τον Πρόεδρο και τον ταμία του αγροτικού συνεταιρισμού, ενώ αντιθέτως δεν απονέμεται καμιά απολύτως αρμοδιότητα στο Γραμματέα και στα απλά μέλη.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση στις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2810/2000 σε συνδυασμό με την ανάλογου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του καταστατικού, που καθιερώνουν ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου αγροτικού συνεταιρισμού για όλα τα θέματα που αφορούν τη διοίκηση, τη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων, και γενικά τη λειτουργία του συνεταιρισμού, και δεν τέθηκε ζήτημα αναγνώσεως και εφαρμογής των λοιπών διατάξεων του καταστατικού αναφορικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του προέδρου και του ταμία, εφόσον, όπως εκτέθηκε κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27 του καταστατικού δεν αναιρείται η γενική ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που καθιερώνεται με τις διατάξεις 14 ν. 2810/2000 και 25 παρ. 1 του καταστατικού.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. ΑΠ 1/1999). Ωστόσο, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει ανέλεγκτα, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων αγροτικός συνεταιρισμός από την απώλεια των προαναφερόμενων ποσοτήτων ελαιολάδου ευθύνονται οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος των εναγομένων (οι ήδη αναιρεσείοντες) κατά το 1/5 αυτής έκαστος, ως ένα εκ των πέντε μελών του Δ.Σ.
του αγροτικού συνεταιρισμού κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι για το ποσό των 13.933 ευρώ. Αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2810/2000, αλλά και σύμφωνα με το άρθρο 25 του καταστατικού του εν λόγω συνεταιρισμού, ήσαν συναρμόδιοι για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση του συνεταιρισμού, τη διαχείριση της περιουσίας του και των υποθέσεών του.
Ειδικότερα, ως μέλη του Δ.Σ. σύμφωνα με το καταστατικό ήσαν συναρμόδιοι "να προσλαμβάνουν και απολύουν το υπαλληλικό, υπηρεσιακό και εργασιακό προσωπικό ως και εργατοτεχνικό προσωπικό του συνεταιρισμού, ως επίσης να ασκούν πειθαρχική εξουσία στο προσωπικό του συνεταιρισμού". Είναι συνεπώς οι εκκαλούντες υπεύθυνοι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα διότι από αμέλειά τους ως προς την εκτέλεση των επιβαλλόμενων από το νόμο και το καταστατικό καθηκόντων τους, κατέστη δυνατή η απώλεια των ανωτέρω ποσοτήτων ελαιολάδου, καθόσον αυτοί δεν ασκούσαν την οφειλόμενη λόγω της ως άνω ιδιότητάς τους εποπτεία και έλεγχο, δεν επιθεωρούσαν τις δεξαμενές ελαιολάδου, ώστε να σιγουρευτούν ότι τα πραγματικά υπόλοιπα ελαιολάδου εντός των δεξαμενών συνέπιπταν με εκείνα που αναφέρονταν στα βιβλία του συνεταιρισμού και να διαπιστώσουν αμέσως τη δημιουργία ελλείμματος ελαιολάδου, ούτε λάμβαναν όπως υποχρεούνταν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας όσον αφορά τη φύλαξη του ελαιολάδου στις δεξαμενές, αφού όπως προκύπτει και από το από 1-12-2003 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής δεν τηρούνταν οι απαιτούμενοι όροι ασφαλείας.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν ενέργειες που να εξασφαλίζουν και να διαφυλάττουν τις ποσότητες ελαιολάδου του συνεταιρισμού ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους της ευθύνης των αναιρεσειόντων με βάση την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους υπό τη μορφή της αμέλειας σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 4 και 5 ν. 2810/2000, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ενόψει της υποχρεώσεως όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου να μεριμνούν για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του συνεταιρισμού, η αμέλεια των αναιρεσειόντων συνίστατο στο ότι δεν ασκούσαν αυτοί την οφειλόμενη εποπτεία και έλεγχο, ούτε επιθεωρούσαν τις δεξαμενές, ώστε να βεβαιωθούν ότι οι ποσότητες ελαιολάδου εντός αυτών συνέπιπταν με εκείνες που αναφέρονταν στα βιβλία του συνεταιρισμού, και να διαπιστώσουν αμέσως τη δημιουργία του ελλείμματος, ούτε λάμβαναν όπως υποχρεούνταν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας όσον αφορά στη φύλαξη του ελαιολάδου στις δεξαμενές.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμα τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή δεν αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί ο έλεγχος και η εποπτεία των υπαλλήλων του συνεταιρισμού και η λήψη μέτρων ασφαλείας αποτελούν μέτρο ευθύνης αυτών για αποζημίωση, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 26 του καταστατικού, αποτελούν ζητήματα που εντάσσονται αποκλειστικά στις αρμοδιότητες του Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου.
Ούτε, εξάλλου, ήταν απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών να εξειδικεύονται τα μέτρα ασφαλείας που όφειλαν να λάβουν οι αναιρεσείοντες, ώστε να αποτραπεί η απώλεια του ελαιολάδου από τις δεξαμενές του συνεταιρισμού. Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες δεν επιθεωρούσαν τις δεξαμενές του ελαιολάδου, ούτε συνέκριναν το υπόλοιπο αυτών με τις αναγραφόμενες ποσότητες στα βιβλία του συνεταιρισμού, πράξεις δηλαδή πρόσφορες να διαπιστώσουν και όχι να αποτρέψουν τη ζημία, δεν συνιστά αντίφαση με την παραδοχή ότι η παράλειψη των πράξεων αυτών κατέστησε δυνατή την πρόκληση της ζημίας, εφόσον το Εφετείο, πλην των παραλείψεων αυτών, προσέθεσε και τη μη λήψη εκ μέρους τους των μέτρων ασφαλείας, όσον αφορά στη φύλαξη του ελαιολάδου στις δεξαμενές.
Συνακόλουθα τούτων ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του παριστάμενου πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Μαΐου 2016 αίτηση των 1) Ε. Ν., 2) Ε. Π. και 3) Ι. Κ. για αναίρεση της 351/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, που τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ