Supreme Court dismisses appeal against bank merger case due to lack of standing and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a bank merger dispute. The appellant argued that the absorbing bank lacked proper standing and that the court erred in dismissing the appeal without hearing the non-appearing bank. The court rejected these claims, ruling that the appellant lacked the legal capacity to be a party at the time of filing and that the procedural defects did not justify overturning the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 61, 62 of the Code of Civil Procedure; Article 517 of the Code of Civil Procedure; Article 73 of the Code of Civil Procedure; Article 68 of the Law No. 2190/1920; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed against a legal person that has lost its legal personality is inadmissible as the capacity to be a party is a mandatory procedural prerequisite.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1737 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1737/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Β. Ξ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζατζάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ, που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κάρλο Θρασύβουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1690/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5996/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-10-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 11-3-2010 έκθεσή της ήδη προαχθείσας σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και, κατά το άρθρο 61 ΑΚ τα νομικά πρόσωπα αποκτούν προσωπικότητα με την τήρηση των όρων που αναγράφει ο νόμος. Ειδικότερα επί ανωνύμων εταιρειών η ικανότητα αυτή αρχίζει μετά τη σύσταση τους, από την καταχώρηση στο δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβέρνησης της εγκριτικής Υπουργικής Απόφασης του καταστατικού της ανώνυμης εταιρείας, Παύει δε να υπάρχει από τη λύση της εταιρείας με οποιαδήποτε τρόπο.
Εξ άλλου κατ' άρθρο 517 εδ.α' ΚΠολΔ η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήσαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων τους. Και κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει ή κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η έφεση που ασκείται κατά νομικού προσώπου, που νίκησε μεν στη δίκη, αλλά δεν υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι η ικανότητα να είναι διάδικος αποτελεί απαραίτητη δικονομική προϋπόθεση για τη δυνατότητα έκδοσης απόφασης επί της ουσίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ΚΝ 2190/1920 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ. 498/1987 (ΦΕΚ Α'236) η συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέας εταιρείας (άρθρο 68 παρ. 1). Συγχώνευση δε με απορρόφηση είναι πράξη με την οποία μία η περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρεία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και- τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου.
Κατά το άρθρο 75 παρ.1 ιδίου Νόμου (όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του ως άνω π.δ/τος) από την καταχώρηση στο Μητρώο των Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα:
α) Η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφουμένων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β).... γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν. Και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης του αρμόδιου Υπουργού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920 (β.δ. 174/1963) και των άρθρων 15 του ν. 2166/1993, επί δικών που έχουν αρχίσει με συμμετοχή της απορροφουμενης εταιρείας, νομιμοποιείται ενεργητικώς αλλά και παθητικώς για τη συνέχιση των δικών αυτών, επομένως επί ασκήσεως εφέσεως ως εκκαλούσα ή εφεσίβλητη, μόνον η απορροφούσα εταιρεία, αφού η απορροφηθείσα έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος (Α.Π. 568/2005, Α.Π. 433/2005).
Ενώ εξ άλλου από τις διατάξεις του άρθρου 77 παρ.1 και 6 του Ν. 2190/1920 (όπως ισχύει), με τις οποίες ορίζεται ότι η συγχώνευση κηρύσσεται άκυρη η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ύστερα από αγωγή που ασκείται εντός έξι μηνών από την ημέρα της καταχωρήσεως στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης και ότι "η δικαστική απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της συγχώνευσης δεν θίγει το κύρος των υποχρεώσεων που γεννήθηκαν σε όφελος ή σε βάρος της απορροφούμενης εταιρίας στην περίοδο μετά την ημερομηνία καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης και πριν από την υποβολή της απόφασης αυτής στην δημοσιότητα που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού", ουδαμώς συνάγεται ότι η συγχώνευση τελεί υπό αίρεση και μάλιστα αυτή της μη προσβολής της συγχώνευσης ως άκυρης και ότι οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν, όχι από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης (όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.γ'), αλλά μετά το απρόσβλητο αυτής (συγχώνευσης) με την πάροδο απράκτου του εξαμήνου από την ημερομηνία καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης ή την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής για ακύρωση της συγχώνευσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά της 3389/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά της 1690/2005 οριστικής απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διορθώθηκε η προηγούμενη απόφαση ως προς το επιδικασθέν σε βάρος του αναιρεσείοντα ποσό, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα δύο εφέσεις με το αυτό περιεχόμενο και αίτημα.
Συγκεκριμένα, την 9-3-2006, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.39' κατατέθηκε η από 27-2-2006 έφεση, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης 2171/9-3-2006 και την ίδια ημέρα και ώρα 10.41' κατατέθηκε η από 27-2-2006 έφεση, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης 2173/9-3-2006. Οι εφέσεις αυτές στρέφονται κατά της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", η οποία ήταν ενάγουσα στην πρωτοβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκαν οι εκκαλούμενες ως άνω αποφάσεις.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ΦΕΚ 12169/14-11-2003 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) δημοσιεύεται σ1 αυτό "ανακοίνωση", σύμφωνα με την οποία την 14-11-2003 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών η Κ2-13556/14-11-2003 Υπουργική απόφαση (Υφυπουργού Ανάπτυξης), με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ." (ενάγουσας) με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη, σύμφωνα με τις από 3-3-2003, 14-7-2003 και 22-9-2003 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της απορροφούσης Α.Ε., τις από 3-3-2003, 14-7-2003 και 22-9-2003 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της απορροφουμένης Α.Ε., την από 1-10-2003 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας- Ελένης Μάγκλαρη και την .../2003 διορθωτική πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και ότι η εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ." διαγράφεται από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών.
Έκρινε δε το Εφετείο ότι η ως εφεσίβλητη (στην με αριθ.καταθ.2171/2006 έφεση) φερόμενη εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ." ήδη, από 14-11-2003, πολύ δηλαδή πριν από την άσκηση των εφέσεων, έπαυσε να υπάρχει έχοντας συγχωνευθεί με απορρόφηση της από την εταιρεία με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολική διάδοχο της, εφεσίβλητου φερόμενης Α.Ε., αφού η εν λόγω καθολική διαδοχή, έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της έφεσης.
Και ότι η με αρ.κατ. 2173/9-3-2006 έφεση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ'άρθρο 514 ΚΠολΔ, καθόσον δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να απορρίψει τις παραπάνω εφέσεις του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτες για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης την πρώτη (αριθ.
κατάθ. 2171/2006) και γιατί πρόκειται για 'δεύτερη έφεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης τη δεύτερη δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αποδίδονται πράγματι στο Εφετείο οι από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις, και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 62, 75, 77 του Π.Δ/τος 498/1997 και παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτη την (με αριθμ.
κατάθ. 2171/2006) πρώτη έφεση του αναιρεσείοντος διότι: α) η απορροφούσα εταιρεία δεν καθίσταται άνευ ετέρου καθολική διάδοχος της απορροφούμενης εταιρείας καθ'όσον η συγχώνευση και κατ'ακολουθίαν η ιδιότητα της απορροφούσας ως καθολικής διαδόχου της απορροφούμενης τελεί υπό την αίρεση της μη προσβολής της συγχώνευσης ως ακύρου κατά το άρθρο 77 του ως άνω Π.Δ/τος και κατά συνέπεια, εφ' όσον η απορροφούσα αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν ισχυρίσθηκε (και μάλιστα σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης του ενδίκου, μέσου) ότι η επικαλούμενη υπ'αυτής συγχώνευσης έχει καταστεί απρόσβλητη είτε, διότι παρήλθε η εξάμηνος προθεσμία άσκησης αγωγής ακύρωσης αυτής (συγχώνευση) είτε ότι η τυχόν ασκηθείσα αγωγή έχει τελεσιδίκως απορριφθεί, έτσι ώστε η συγχώνευση να έχει οριστικοποιηθεί, παραδεκτά ο αναιρεσείων απηύθυνε την ως άνω (με αριθμ.κατάθ. 2171/2006) έφεση του κατά της απορροφηθείσας εταιρίας, εφ'όσον μάλιστα η απορροφούσα αναιρεσίβλητη εταιρία ουδέποτε ισχυρίσθηκε, ούτε απέδειξε ότι η υπ'αυτής επικαλούμενη συγχώνευση είχε καταστεί απρόσβλητη β) Η απορροφούμενη εταιρία κατά την αληθή έννοια του άρθρου 77 παρ.6 του ως άνω ΠΔ/τος (που ρυθμίζει την ακύρωση της συγχωνεύσεως και στις συνέπειες αυτής) έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και μετά την καταχώρηση στο Μητρώο ΑΕ της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης και η οριστική παύση αυτής και η απώλεια εκ μέρους της κάθε δυνατότητας απόκτησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων επέρχεται μετά το απρόσβλητο της συγχώνευσης, είτε με την πάροδο απράκτου της εξάμηνης προθεσμίας προς άσκηση αγωγής ακυρώσεως, είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της σχετικής αγωγής και γ) προϋπόθεση της συνέχισης της δίκης εκ μέρους της απορροφούσας εταιρείας είναι η ύπαρξη εκκρεμοδικίας, η οποία "δεν υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση, καθ'όσον η μεν άσκηση της αγωγής δημιουργηθείσα εκκρεμοδικία έληξε με την έκδοση της με αριθ. 3389/2003 οριστικής απόφασης (όπως διορθώθηκε με την αριθμ. 1690/2005).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως προς όλες τις αιτιάσεις και ειδικότερα 1) ως προς την πρώτη (υπό στοιχ.α') αιτίαση, διότι η συγχώνευση, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεί υπό την αίρεση της μη προσβολής αυτής ως ακύρου κατά το άρθρο 77 του ως άνω ΠΔ/τος και κατά συνέπεια δεν ήταν αναγκαίο να ισχυρισθεί η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν ήταν και διάδικος στην πρωτόδικη και κατ'έφεση δίκη και δεν είχε στάδιον δίκης προβολής του ισχυρισμού αυτού, ότι η συγχώνευση έχει καταστεί απρόσβλητη με την παρέλευση άπρακτης της κατ'άρθρο 77 παρ.2 εδ.β' άνω Προεδρικού Δ/τος εξάμηνης προθεσμίας ή την τελεσίδικη απόρριψη τυχόν ασκηθείσας αγωγής ακύρωσης της συγχώνευσης αυτής β) ως προς την δεύτερη (υπό στοιχ.
β) αιτίαση διότι όπως προεκτέθηκε οι απορροφουμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, της εγκριτικής απόφασης συγχώνευσης και όχι μετά το απρόσβλητο της συγχώνευσης κατ'άρθρο 77 παρ.1 και, 2 του ως άνω ΠΔ/τος. Ενώ εξ άλλου δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει ότι κινήθηκε η διαδικασία του άρθρου 77 ακύρωσης της συγχώνευσης και γ) ως προς την τρίτη (υπό στοιχ.
γ) αιτίαση διότι πράγματι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 75 παρ.2 ΠΔ/τος 498/1987 αναφέρεται στις εκκρεμείς δίκες και επομένως, εφ'όσον εν προκειμένω δεν υπήρξε εκκρεμοδικία, αφού όπως δέχεται και ο αναιρεσείων, η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής έληξε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 3389/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έπρεπε η έφεση του αναιρεσείοντος να στραφεί κατά αναιρεσίβλητης (απορροφούσας) ως διαδόχου της απορροφηθείσας εταιρίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 517 εδ.α', 520, και 118 ΚΠολΔ και 75 παρ.1 ΠΔ/τος 498/1987, σε περίπτωση συγχώνευσης με απορρόφηση ανώνυμης εταιρίας από άλλη ανώνυμη εταιρία, μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η έφεση απευθύνεται κατά της απορροφούσας εταιρίας εκτός αν ο εκκαλών αγνοούσε τη συγχώνευση, οπότε αρκεί να καλείται ή να εμφανίζεται στο Εφετείο η απορροφούσα εταιρία, αλλιώς η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη ανεξαρτήτως βλάβης.
Ο εκκαλών δε βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της άγνοιας της συγχώνευσης, που κρίνεται με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τη μη γνωστοποίηση της συγχώνευσης από την απορροφούσα εταιρία (πρβλ. ΑΠ 1321/1989, ΑΠ 232/1979, ΑΠ 863/1980, Ολ.ΑΠ 27/1987. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ενώ κατά τις παραδοχές του Εφετείου η καταχώρηση στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης έγινε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της από 20-11-2000 αγωγής της απορροφηθείσας εφεσίβλητης εταιρίας, με συνέπεια η απορροφούσα αναιρεσίβλητη εταιρία να υποκαθίσταται από την καταχώρηση αυτή, σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρίας, της μεταβίβασης αυτής εξομοιούμενης με καθολική διαδοχή και η απορροφηθείσα εταιρία, ενάγουσα-εφεσίβλητη, να παύσει να υπάρχει, σύμφωνα με τις προαναφθείσες διατάξεις του άρθρου 75 παρ.1 στοιχ.
α' και γ' ΠΔ/τος 498/1987. Δεν ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων ότι επικαλέσθηκε με τις εφέσεις του, ούτε προκύπτει από αυτές, ότι επικαλέσθηκε, πως αγνοούσε κατά το χρόνο άσκησης αυτών (εφέσεων), τη συγχώνευση, με συνέπεια να μην αρκεί η κλήτευση της απορροφηθείσας εταιρίας ή η κλήτευση ή η εμφάνιση στο Εφετείο της απορροφούσης αναιρεσίβλητης εταιρίας για να δικασθεί αυτή ωσεί παρούσα.
Η έρευνα δε του απαραδέκτου των ενδίκων εφέσεων για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης είναι αυτεπάγγελτη και προηγείται της έρευνας των κατά τα άρθρα 524, 531 παρ.2, 271 και 279 ΚΠολΔ συνεπειών της ερημοδικίας του εφεσίβλητου στην κατ'έφεση δίκη. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, εφ'όσον δέχθηκε, ότι η παραστάσα εταιρεία (απορροφούσα) δεν νομιμοποιείτο στην κατ'έφεση δίκη και από τις προσκομισθείσες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα εκθέσεις επιδόσεως προέκυπτε ότι είχε κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως η μη παρασταθείσα εταιρία (απορροφηθείσα) κατά της οποίας και εστρέφετο η με αριθμ.
κατάθ. 2171/2006 έφεση του αναιρεσείοντος, ώφειλε να προβεί στη συζήτηση της έφεσης αυτής ερήμην της νομίμως κλητευθείσας εφεσίβλητου εταιρίας και να δεχθεί λόγω της ερημοδικίας της ως κατ'ουσίαν βάσιμη την ως άνω (με αριθμ. κατάθε. 2171/2006) έφεση του αναιρεσείοντος, άλλως την με αριθμ. κατ. 2173/2006 έφεση αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Προέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, έπρεπε να αναιρεθεί, κατ'αποδοχή του από το άρθρο 559 αρ.14 λόγου, γιατί, από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου των εφέσεων, καθίσταται απόλυτα σαφές, ποια είναι η ουσιαστική έννομη σχέση, στην οποία το ένδικο μέσο αφορά και ως υποκείμενο της οποίας νομιμοποιείται η απορροφήσασα εταιρεία, εφόσον με την "απορρόφηση" συμπεριέλαβε στη δίκη της υπόσταση και εκείνη της αρχικής διαδίκου και, άρα, ουδεμία υπεράσπιστική δυσχέρεια η βλάβη προέκυψε από την εσφαλμένη αναγραφή για σχετικά δικόγραφα, της επωνυμίας που χρησιμοποιούσε η αναιρεσίβλητη εταιρία μέχρι να συγχωνευθεί (απορροφηθεί).
Περαιτέρω, αφού το Εφετείο απέρριψε τις ένδικες εφέσεις για τους παραπάνω τυπικούς λόγους και δεν εισήλθε στην εξέταση του νομίμου και βάσιμου των λόγων αυτών και της ένδικης αγωγής, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος κατά το μέρος του με το οποίο υπό την επίκληση, του άρθρου 559 αριθ. 1, 19 και 11 ΚΠολΔ προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση των προεκτεθεισών διατάξεων του ΠΔ 498/1987, ανεπαρκείς αιτιολογίες και παρά το νόμο λήψη από το Εφετείο των προσκομισθέντων από την αναιρεσίβλητη εγγράφων και ιδιαίτερα του με αριθμ. 12169/2003 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, προς σχηματισμό της περί απαραδέκτου κρίση του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως δεν ιδρύονται σε περίπτωση απόρριψης των ενδίκων εφέσεων για τους παραπάνω τυπικούς λόγους και ως προς την τρίτη (εκ του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ) των ως άνω αιτιάσεων και ως αβάσιμος, γιατί με το να λάβει υπόψη το Εφετείο τα σχετικά με την συγχώνευση δι'απορροφήσεως της ενάγουσας από την αναιρεσίβλητη έγγραφα προκειμένου να κρίνει για το παραδεκτό των εφέσεων δεν έλαβε υπόψη μη επιτρεπτά από το νόμο αποδεικτικά μέσα και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια.
Ακολούθως, πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (αρθρ.178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2007 αίτηση του Β. Ξ. για αναίρεση της με αριθμό 5996/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ