Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to specify substantive law violation and evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a traffic accident liability case. The appellants failed to clearly identify the specific substantive law violated and the precise legal error in the lower court's reasoning. Furthermore, the court found the appeal inadmissible because it challenged the final court's discretionary evaluation of evidence, which is protected from review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal must explicitly cite the violated substantive rule, the factual findings, and the specific legal error, while challenges to the final court's discretionary assessment of evidence are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1737 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1737/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το εκ παραδρομής λανθασμένα αναγραφόμενο στην αίτηση αναίρεσης επώνυμο του ως άνω αναιρεσιβλήτου από "....." στο ορθό "...." και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Γρατσία-Πλατή, η οποία δήλωσε ότι η άδεια λειτουργίας της ως άνω αναιρεσίβλητης ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Απριλίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2004 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 19 Ιανουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κυριτσάκη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια : 1) ο φερόμενος ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Εξ άλλου ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται ορισμοί και αφηρημένες υποθετικές κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών, κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 559 αριθμός 1β Κ.Πολ.Δ.
Ο αναιρετικός λόγος για παράβαση αυτών ιδρύεται μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια, ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο τούτου αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμός 1, 1β και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση : α) ότι κατά τον προσδιορισμό της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών των αυτοκινήτων παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1, 2, 3 του Κ.Ο.Κ.
καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών και β) ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των οδηγών. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι γιατί δεν παρατίθενται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά μόνο επιλεκτικές και αποσπασματικές παραδοχές αυτής και επί πλέον δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της μνησθείσης διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, ποία διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν και για ερμηνεία ποίων κανόνων χρησιμοποιήθηκαν και τέλος δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου στο ζήτημα ποιά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τί υπάρχει η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ιδίου Κώδικα και τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση περί του βαθμού συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις εκατέρωθεν ομολογίες των διαδίκων.
Από τη διαβεβαίωση αυτή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό υπ΄ αριθμόν 3124/2000 και 84/2002 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και Τριμελούς Εφετείου, αντίστοιχα. Επομένως ο από το ως άνω άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. απορρέων τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι με την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 10 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο προκειμένου να προσδιορίσει το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκάστου των οδηγών δέχθηκε αυτοτελείς ισχυρισμούς και πραγματικά περιστατικά που είχαν ουδιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθή. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του περί συνυπαιτιότητας των οδηγών από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μαρτύρων (ενόρκου και χωρίς όρκο) έγραφα και ομολογίες των διαδίκων).
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2004 αίτηση του ..... κ.λ.π. για αναίρεση της 18/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ