Legislator Case Law & Legislation
1736/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds and failure to cite facts from lower court decision.

Case Number 1736/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the 1st Health Administration of Attica against the First Instance Court of Athens. The appellants argued for procedural errors and legal misapplication regarding doctors' reclassification under specific laws. The court rejected these claims because the appeal lacked specific factual premises and detailed legal grounds required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific factual premises of the challenged decision and detail the alleged legal error, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific factual premises legal error specification procedural requirements dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 143(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 1 of Law 4335/2015
Article 18 of Law 2150/1993
Article 10 of Law 1204/1972
Article 15 of Law 3205/2003

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1736 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1736/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Β.-Α. του Ι. 2) Ν. Θ. του Π. και 3) Β. Π. του Λ., κατοίκων … ..., που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1948/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2494/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).

Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1170/2021).

Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ από την υπ' αριθ. 9473/14.3.2003 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ..... Α.Α.Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19.9.2023, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Αθηνών Νεοκλή Γαλανόπουλο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2494/18.5.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσίβλητων) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η τυχόν αντικατάστασή του.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο, η δε αναβολή της συζήτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ) το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Με την υπό κρίση από 11.9.2019 και με αριθ. καταθ. 8223/778/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2494/18.5.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία επίλυσης των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας των άρθρων 677 - 681 ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. και, αφού εξαφανίστηκε ως προς αυτούς η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 1948/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κρατήθηκε αντιστοίχως η υπόθεση, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή αυτών κατά του ήδη αναιρεσείοντος. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, και δη εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 11.9.2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 18.5.2018 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 23.12.2008 (με αριθ. εκθ. καταθ. 235936/6523/30.12.2008) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυναν κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως τότε 14ος, 18ος και 19η των είκοσι πέντε (25) συνολικά εναγόντων, ιατροί, ιστορούσαν ότι προσλήφθηκαν κατά τους ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο αναφερόμενους χρόνους από το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

ως οδοντίατρος ο 1ος και ως ιατροί και 2ος και 3η, με ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972. Ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αυτοί εξακολουθούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με την κατά περίπτωση ειδικότητά του ο καθένας, στο εναγόμενο ν.π.δ.δ., και δη στις αντιστοίχως αναφερόμενες υγειονομικές μονάδες του τελευταίου.

Ότι μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 2150/1993, που επέφερε τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α., εντάχθηκαν στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια και τους χορηγήθηκε το αναλογούν επίδομα χρόνου υπηρεσίας. Ότι στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 7/12.5.2000 πράξης του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίθηκε ότι η υπηρεσία που διανύθηκε πριν από την ισχύ αλλά και μετά την ισχύ του ν. 2150/1993 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ως άνω μισθολογική εξέλιξη και κατατάχθηκαν σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο από εκείνο στο οποίο βρίσκονταν στις 12.5.2000, με μειωμένες αποδοχές και μικρότερο επίδομα χρόνου υπηρεσίες.

Ότι από 1.1.2004 κατατάχθηκαν στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του ν. 3205/2003 με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, χωρίς όμως να αναγνωρισθεί για τη μισθολογική τους εξέλιξη το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετούσαν με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να συνυπολογιστεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπηρετούσαν με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, ώστε να καταταγεί έκαστος στο ορθό μισθολογικό κλιμάκιο βάσει του χρόνου προϋπηρεσίες, όπως αναφέρεται για καθέναν από αυτούς (ενάγοντες) χωριστά στην αγωγή, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

να τους καταβάλει την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά αποδοχών (διαφορά βασικού μισθού, επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, επιδόματος άδειας, επιδόματος Χριστουγέννων, Πάσχα), βάσει της διάταξης του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2150/1993. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1948/2010 απόφασή του απέρριψε την αγωγή των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως μη νόμιμη.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την υπ' αριθ. καταθ. 4624/2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2494/18.5.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 1948/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή τους, υποχρεώνοντας το τότε εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής)", που συνέχισε τη δίκη αναφορικά με τους συγκεκριμένους ενάγοντες - εκκαλούντες δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014, ως διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ. "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ."), να εντάξει α. τον 1ο των αναιρεσιβλήτων (14ο των εναγόντων - εκκαλούντων), από τις 17.11.2008 στο 6ο Μ.Κ.

και ανά διετία να τον κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. και να του καταβάλει του ποσό των χιλίων ενενήντα εννέα ευρώ και πενήντα λεπτών (1.099,50 ευρώ), β. τον 2ο των αναιρεσιβλήτων (18ο των εναγόντων - εκκαλούντων), από την 1.9.2007 στο 6ο Μ.Κ. και ανά διετία να τον κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. και να του καταβάλει το συνολικό ποσό των είκοσι δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών (22,80 ευρώ), και γ.

την 3η των αναιρεσιβλήτων (19η των εναγόντων - εκκαλούντων), από τις 11.7.2008 στο 8ο Μ.Κ. και ανά διετία να την κατατάσσει στο επόμενο Μ.Κ. και να της καταβάλει το συνολικό ποσό των διακοσίων εξήντα ευρώ και ογδόντα λεπτών (260,80 ευρώ). IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 10, 3 και 5 του ν.δ/τος 1204/1972 [("Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων") ΦΕΚ Α 123], και 18 παρ. 1 - 4 του ν.. 2150/19.6.1993 [("Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις") ΦΕΚ Α 98], προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 2150/1993 (16.6.1993) οι ήδη υπηρετούντες ιατροί (όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι) με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ. 3 περ.

α' και β' και της παρ. 4 εδ. β' του ν. 2150/1993 (περιπτώσεις που εν προκειμένω δεν φέρεται κατά το αναιρεσείον να συντρέχουν) εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές - ιατρούς του Ι.Κ.Α. Επομένως, ο πριν από τη δημοσίευση του ν. 2150/1993 χρόνος υπηρεσίας των ιατρών του Ι.Κ.Α., που έχουν ήδη προσληφθεί (όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι) με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρέσεις, συνυπολογίζεται για την υπαγωγή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την παροχή του ανάλογου χρονοεπιδόματος (ΑΠ 975/2023, 121/2016).

Το γεγονός ότι η γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 ιατρών του Ι.Κ.Α. με τους ιατρούς θεραπευτές του Ι.Κ.Α. που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ι.Κ.Α.

από ειδική σύμβαση εργασίας (επί των οποίων δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας) σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 9/2018, 22/2007) δεν ασκεί επίδραση, καθώς η υποχρέωση αναγνώρισης του χρόνου υπηρεσίας με την ειδική αυτή συμβατική σχέση, πριν την έναρξη του ν. 2150/1993, προκύπτει ευθέως εκ της παρ. 1 εδ.

β' του άρθρου 18 του νόμου αυτού (ΑΠ 975/2023, 351/2019, 121/2016). Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κατά την διάταξη αυτή υπολογισμός του χρόνου υπηρεσίας των υπηρετούντων στο Ι.Κ.Α. ιατρών για τη μισθολογική του εξέλιξη αφορά μόνο εκείνους που προσλαμβάνονται κατά το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, αλλά μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 2150/1993 (16.6.1993), ενώ για τους ήδη υπηρετούντες ιατρούς ο χρόνος αυτός υπολογίζεται για το μετά την έναρξη εφαρμογής του ν. 2150/1993 διάστημα.

Και τούτο διότι η άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 2150/1993 αναφέρεται στους (ήδη) "υπηρετούντες" στο Ι.Κ.Α. ιατρούς και, κατά συνέπεια, η ρύθμιση του εδαφίου β' αυτής δεν θα είχε νόημα, εφόσον αυτοί, μετά τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους συνδεόμενους με σχέση δημοσίου δικαίου θεραπευτές ιατρούς του Ι.Κ.Α.

θα εξελίσσονται μισθολογικά και αναλόγως του χρόνου υπηρεσίας τους, ενώ εξ ετέρου για τους νεοπροσλαμβανόμενους μετά την 15.6.1993 ιατρούς προβλέπει η διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 975/2023, 351/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 εδ. β' περ. ii, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 20 εδ.

α' του ν. 3205/2003 ["Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297)], σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 21 του ν. 3205/2003), συνάγεται ότι από 1.1.2004 για την κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 3205/2003 των ιατρών που υπηρετούν κατά το χρόνο αυτό στο Ι.Κ.Α., είχαν δε προσληφθεί σε αυτό με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 σε χρόνο πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 2150/1993, είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς του Ι.Κ.Α.

με τον τελευταίο αυτό νόμο και δεν υπάγονταν στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του ν. 2150/1993, υπολογίζεται και το χρονικό διάστημα που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 από την πρόσληψη αυτών μέχρι την έναρξη εφαρμογής του ν. 2150/1993, κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 975/2023, 566/2005, ΣτΕ 2409/2012), εφόσον μάλιστα αυτοί παρείχαν κατά το χρόνο αυτό τις υπηρεσίες τους με ανάθεση κατ' αποκοπή εργασίας, απασχολούμενοι κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, στο χώρο των εγκαταστάσεων του Ι.Κ.Α.

και με την άμεση εποπτεία των υπηρεσιών του, με αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 975/2023, 351/2019, 121/2016). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 3205/2003 που ως υπηρεσία ορίζει εκείνη που προσφέρθηκε στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, στην οποία δεν εντάσσονται οι συμβάσεις εργασίας των ιατρών του Ι.Κ.Α., ανεξαρτήτως της μισθολογικής εξομοίωσής τους με τους νόμιμους θεραπευτές - ιατρούς του Ιδρύματος κατά τα ήδη προαναφερθέντα, καθότι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση της παρ. 1 εδ.

β' του άρθρου 18 του ν. 2150/1993 για τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Ενισχυτικό, δε, της ως άνω ερμηνευτικής εκδοχής είναι και το γεγονός ότι μεταξύ των εξαιρέσεων που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 3205/2003 για μη συνυπολογισμό υπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη δεν διαλαμβάνεται εκείνη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 2150/1993 (ΑΠ 975/2023, 351/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 1040/2022, 485/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1065/2023, ΑΠ 1042/2022, ΑΠ 233/2021).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 2/2022, 2/2019).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β)οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ)ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ)η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, 269/2020, 109/2020, 1361/2019).

Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 982/2022, 1373/2019, 319/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με το μοναδικό από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η σχέση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων με το Ι.Κ.Α., που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, είναι ειδική σύμβαση εργασίας, από δε την έναρξη ισχύος του Ν. 2150/1993, οι ενάγοντες, αφού δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις της παρ. 3 περ.

αλ και βλ και της παρ. 4 εδ. β' του νόμου αυτού (ν. 2150/1993), εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές του Ι.ΚΑ. και, επομένως, ο πριν από τη δημοσίευση του Ν. 2150/1993 χρόνος υπηρεσίας τους ως ήδη υπηρετούντων ιατρών του Ι.Κ.Α. με μία από τις ανωτέρω μορφές συμβάσεων συνυπολογίζεται για την υπαγωγή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την παροχή του αναλόγου χρονοεπιδόματος, χωρίς η μισθολογική αυτή εξομοίωση να μεταβάλει και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ι.Κ.Α, ενώ όφειλε να κρίνει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται αναγνώρισης της προϋπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α.

για το πριν την 16.6.1993 διάστημα, εφόσον το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 δεν έχει αναδρομική ισχύ και κατελάμβανε όσους ιατρούς είχαν προσληφθεί στο Ι.Κ.Α. βάσει των ειδικών συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 μετά την 16.6.1993 και, συνεπώς, οι ίδιοι δεν είχαν δικαίωμα ανακατάταξής τους και καταβολής εντεύθεν προκύπτουσας διαφοράς αποδοχών.

Ο ως άνω μοναδικός άνω λόγος αναίρεσης, ωστόσο, είναι αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, καθ' ο αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον, επικαλείται μεν τις διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάστηκαν και το νομικό σφάλμα στο οποίο αποδίδεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ωστόσο δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των επίμαχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ουδόλως, δε, αναφέρεται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και με βάση τα οποία η απόφαση αυτή κατέληξε σε δυσμενές για το αναιρεσείον συμπέρασμα, παρά μόνο αξιολογικές κρίσεις και νομικά επιχειρήματα του τελευταίου για το νομικό σφάλμα που αποδίδεται σ' αυτή.

Ως προς, δε, την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ομοίως δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ενώ περαιτέρω, και δη σε κάθε περίπτωση, δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή δεν προσδιορίζεται αν πρόκειται για αιτιολογία ασαφή, ελλιπή ή περιέχουσα αντίφαση, αλλά μόνο γίνεται αορίστως αιτίαση για εσφαλμένη και πλημμελή εφαρμογή του νόμου.

Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, με το να επανακατατάξει τους αναιρεσίβλητους ιατρούς, που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ και είχαν προσληφθεί σε αυτό αρχικά με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, σε μισθολογικά κλιμάκια από 1.1.2004 συνυπολογίζοντας και το χρόνο που υπηρέτησαν σ'αυτό υπό το καθεστώς του εν λόγω άρθρου, προ της 16.6.1993, που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 2150/1993, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις επίμαχες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και δη του άρθρου 10 ν.δ/τος 1204/1972, 18 του ν. 2150/1993 και 15 του ν. 3205/2003 και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προρρηθείσες αυτές διατάξεις, καταλήγοντας στις αναφερόμενες παραπάνω, κατά περίπτωση αναφορικά με καθέναν των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, παραδοχές του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσίβλητων που νίκησαν, καθόσον λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα (ΑΠ 1008/2021, 1221/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.9.2019 και με αριθ. καταθ. 8223/778/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2494/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ