Supreme Court dismisses appeal against conviction for moral complicity in issuing an uncovered check due to procedural and substantive errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for moral complicity in issuing an uncovered check. The court found the lower court's evaluation of evidence sufficient and rejected claims regarding the failure to read documents or lack of detailed reasoning. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d) and 583(1) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the failure to read documents is admissible only if those documents are not part of the indictment or the crime's material object, and that a conviction for moral complicity stands if the lower court's reasoning sufficiently addresses the defendant's defense without requiring comparative weighing of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1736 / 2019 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1736/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Σταματική Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κατσαδούρου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ561/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 5598/10.5.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 790/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9.5.2019 (αριθ.πρωτ.5598/10.5.2019) αίτηση αναιρέσεως του Γ. Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ.561/2019 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 589 παρ. 2 του ισχύοντος ΚΠΔ " Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντα κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα" Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333 παρ.2,362 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1εδ.
δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.
γ' του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα ή οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν(έστω και αν αυτοί, λόγω απουσίας τους, δεν κατέθεσαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) θεωρείται ότι αναγνώστηκαν και στην κατ' έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 231/2015).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι όταν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε η εκκαλουμένη, σαφώς συνάγεται ότι αναγνώστηκε η πρωτόδικη απόφαση με τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά και τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έλλειψη προσδιορισμού αυτών (ΑΠ 1134/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώστηκε η εκκαλουμένη απόφαση με τα πρακτικά της και τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην στερηθεί το δικαίωμα να σχολιάσει τα αναγνωστέα έγγραφα και να υποβάλει παρατηρήσεις.
Κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός των εγγράφων ήταν σαφής, αφού γίνεται μνεία ποια έγγραφα αναγνώστηκαν.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων διατείνεται ότι από την περικοπή της προσβαλλομένης ότι "....ανεγνώσθηκαν η εκκαλουμένη με τα πρακτικά της, τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτήν...." δεν προκύπτει παντελώς η ταυτότητα των εγγράφων που φέρεται ότι αναγνώσθηκαν, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α'του ισχύοντος Π.Κ., που είναι ίδια με αυτή του προϊσχύσαντος " με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδική πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α)πρόκληση από ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση, ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής , οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων46,47και 48 Π.Κ. και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή, αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος, που να αποκλείει τον καταλογισμό.
Από αυτά συνάγεται ότι το αξιόποινο, ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εν λόγω εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ523/2019).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ ιδίου Κωδικός, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ενόψει των προεκτεθέντων, επί ηθικής αυτουργίας σε ορισμένη αξιόποινη πράξη για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει εκτός των άλλων, να αναφέρονται σε αυτή ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ήτοι να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος με παραινέσεις, προτροπές, πειθώ, φορτικότητα κ.λ.π.
έπεισε το φυσικό αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τους μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, από άποψη τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξης (ΑΠ 523/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές (Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για ηθική αυτουργία σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία και χρηματική ποινή 1500 ευρώ.
Στο σκεπτικό τυης προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχτηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι : "... Οι κατηγορούμενοι Γ.
Σ. και Γ. Χ., δυνάμει του από 25-7-2011 πρακτικού του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (ΦΕΚ 12884/9-12-2011 - Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), ορίστηκαν Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. αντίστοιχα της εν λόγω εταιρείας, ενώ Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ορίστηκε ο Γ. Τ. του Κ. Η θητεία του εν λόγω Δ.Σ. ορίστηκε μέχρι τις 29-6-2015.
Στα εν λόγω τρία πρόσωπα ανατέθηκαν διακριτές εξουσίες διαχείρισης της περιουσίας και εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας και αναφορικά με την έκδοση και οπισθογράφηση επιταγών ορίστηκε ότι για ποσό μεγαλύτερο των 6.000 ευρώ, απαιτείτο η κοινή υπογραφή δύο εκ των τριών προαναφερόμενων προσώπων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην πράξη είχε διαμορφωθεί η πρακτική οι τραπεζικές επιταγές, που εκδίδονταν στο όνομα της εταιρείας, να υπογράφονται τις περισσότερες φορές αποκλειστικά και μόνο από τη Γ.
Χ., η οποία έθετε αφενός τη δική της υπογραφή, αφετέρου υπέγραφε η ίδια στο εκάστοτε εκδιδόμενο σώμα επιταγής για λογαριασμό του Γ. Σ., κατόπιν εντολής του και έχοντας εξασφαλίσει παγίως προς τούτο τη συναίνεση του. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την απολογία της κατηγορουμένης, στην οποία ανέφερε ότι η πρακτική αυτή ακολουθείτο από το έτος 2000, καθώς και από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος Γ.
Τ., ο οποίος κατέθεσε ότι κατά βάσιν η πρώτη κατηγορουμένη υπέγραφε τις επιταγές και έθετε και την υπογραφή του δεύτερου κατηγορούμενου, ότι η πρακτική αυτή συνηθιζόταν, ίσχυε όλα τα χρόνια και γινόταν φανερά. Αλλωστε εάν ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε δώσει εντολή και δεν είχε παράσχει τη συναίνεση του προς τούτο, θα είχε αντιδράσει στην εν λόγω πρακτική, n οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ίσχυε επί σειρά ετών.
Με τον ίδιο τρόπο υπεγράφη και η επίδικη υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (με πραγματικό χρόνο έκδοσης την 29-9-2011 και αναγραφόμενο την 20-12-11), ποσού 30.000 ευρώ, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ", η οποία μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." και στη συνέχεια, αν και εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την τελευταία προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 20-12-2011, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως υπολοίπου, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα αυτής. Η επιταγή αυτή πράγματι δεν είχε υπογραφεί ιδιοχείρως από τον δεύτερο κατηγορούμενο, αλλά κατόπιν εντολής και για λογαριασμό του από την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία έθεσε την δική του υπογραφή αλλά και την δική της.
Συνεπώς, δεδομένου ότι υπήρχε αντίστοιχη εντολή, συναίνεση και έγκριση εκ μέρους του δεύτερου κατηγορουμένου για την υπογραφή της εν λόγω επιταγής στο όνομά του από την πρώτη κατηγορουμένη, αποδεικνύεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση πλαστογραφίας της υπογραφής του δεύτερου κατηγορουμένου εκ μέρους της πρώτης, ως εκ τούτου το αίτημα περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που υποβλήθηκε από την πληρεξούσια συνήγορο του τελευταίου πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν, είτε ο ίδιος είτε δια παρένθετων νομικών προσώπων, ο κύριος μέτοχος της εταιρείας, ως εκ τούτου είχε τα μεγαλύτερα οικονομικά συμφέροντα από τη λειτουργία και την επιχειρηματική της δραστηριότητα και ήταν εκείνος ο οποίος λάμβανε το σύνολο των σημαντικότερων επιχειρηματικών αποφάσεων, η δε πρώτη κατηγορουμένη ασκούσε τα καθήκοντα της Οικονομικής Διευθύντριας της εταιρείας, έχοντας την ευθύνη της διεκπεραίωσης των τρεχουσών οικονομικών συναλλαγών της από το έτος 1998.
Συνεπώς, υπαιτιότητα για τη μη πληρωμή της επίδικης τραπεζικής επιταγής έχουν και οι δύο κατηγορούμενοι, ο μεν Γ. Σ. ως ηθικός αυτουργός του οικείου αδικήματος, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι αποτελούσε τον ιθύνοντα νου και τον ουσιαστικό φορέα της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας, η δε Γ. Χ. ως φυσική αυτουργός αυτού, καθώς ναι μεν δεν ελάμβανε η ίδια τις αποφάσεις που καθόριζαν την επιχειρηματική πολιτική της εταιρείας, αλλά ούσα Οικονομική Διευθύντρια αυτής, αφ' ενός είχε την αρμοδιότητα καθορισμού των καθημερινών τρεχουσών συναλλαγών της και συνεπώς θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων της εταιρείας ως προς την ικανοποίηση των οικονομικών της υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και η πληρωμή της επίδικης επιταγής, αφ' ετέρου ήταν η πλέον αρμόδια να γνωρίζει, ως εκ τούτου δεν μπορούσε να μην γνωρίζει, ότι η επιταγή αυτή δεν θα πληρωνόταν τρεις μόλις μήνες μετά την έκδοσή της. Επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει, κατόπιν μετατροπής της κατηγορίας από φυσικός σε ηθικός αυτουργός, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αναγνωριζομένης στο πρόσωπο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β' Π Κ, ως πρωτοδίκως".
Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα καθώς και τη μη διάδικο στη παρούσα δίκη συγκατηγορούμενή του Γ. Χ. του Θ., ενόχους του ότι: "Στην Αθήνα την 20/12/2011, η 1η κατηγορουμένη εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της, καθώς δεν είχε στην πληρώτρια τράπεζα τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως ή της πληρωμής αυτών.
Συγκεκριμένα, ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ" (ήδη "... ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ") τη με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (με πραγματικό χρόνο έκδοσης την 29/9/11 και αναγραφόμενο την 20/12/11), ποσού τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000.- €), που ήταν πληρωτέα στον υπ' αρ. ...
λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρεία. Η ανωτέρω επιταγή μεταβιβάστηκε νόμιμα με οπισθογράφηση από την εγκαλούσα εταιρεία στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." ενώ εν συνεχεία, αν και εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την τελευταία προς. πληρωμή από την πληρώτρια τράπεζα την 20/12/2011, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης υπολοίπου, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα αυτής.
Η δε εγκαλούσα εταιρεία έγινε νόμιμη κομίστρια αυτής από αναγωγή. Αντιστοίχως, ο 2ος κατηγορούμενος, στην Αθήνα την 20/12/2011, φέροντας την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. της ως άνω ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", χρησιμοποιώντας πειθώ, προτροπές, φορτικότητα και παραινέσεις, προκάλεσε στην 1η κατηγορουμένη την απόφαση να εκτελέσει την ως άνω άδικη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατά τα αναγραφόμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά" Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού παραδεκτά που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πήρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία προκύπτει ότι το άνω δικαστήριο αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδείξεων και χωρίς να είναι αναγκαία κατά τα προεκτεθέντα η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση τούτων, ούτε να χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1α, του ΠΚ και 79 του ν.5960/1933.
Ειδικότερα , παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η μερική παραπομπή του σκεπτικού στο διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας αφού το τελευταίο, περιέχει αναλυτικά και με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής.
Εξάλλου, παρατίθεται στην απόφαση ότι η μη κάλυψη της επιταγής προκλήθηκε από την απόφαση του δευτέρου κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, λόγω έλλειψης κεφαλαιοδότησης της εκδότριας εταιρείας, ο οποίος... έδινε εντολές στην πρώτη κατηγορουμένη (μη διάδικο). Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απάντησε στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δηλαδή ότι δεν υπέγραψε αυτός τις επιταγές.
Επιπλέον στο διατακτικό που νομίμως συμπληρώνεται με το σκεπτικό αναφέρει τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων για να πείσει την συγκατηγορούμενή του. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος κατά το α' και β' σκέλος αυτού λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Καθ' ο μέρος δε, υπό την επίκληση του άνω λόγου, επιχειρείται διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά ως άνω δεκτά γενόμενα, ουδόλως προέκυψε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, που κατά τα ανωτέρω εφαρμόστηκαν από την προσβαλλομένη, η εκ πλαγίου παράβαση αυτών με αντιφάσεις ή λογικά κενά ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, γι' αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.5.2019 (αριθ. πρωτ.5598/10.5.2019) αίτηση του Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ.561/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ