1736/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1736/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 8-1-2017 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1736 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1736/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Π. του Ι., κατοίκου ... και 2) Η. Μ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτιο Βασιλείου.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. Θ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ήδη 2ο αναιρεσίβλητο, Θ. Θ. και 2) Θ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των ήδη αναιρεσιβλήτων και κατά των ήδη αναιρεσειόντων: Μ. Θ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γκουζάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-4-2009 και 8-5-2009 αγωγές των ήδη 1ου (με την ιδιότητα του διορισμένου προσωρινού ειδικού δικαστικού συμπαραστάτη της ήδη αποβιώσασας Χ. Θ. του Θ.) και 2ου αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2736/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 4730/2013 μη οριστική, 1939/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή συμπληρώθηκε από την 5218/2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της 1939/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή συμπληρώθηκε από την υπ’ αριθμ. 5218/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2016 αίτησή τους.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 8-1-2017 παρέμβασή της προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α’ και 215 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση.
Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Μ. Θ. του Χ., ομόδικος των αναιρεσιβλήτων στον πρώτο βαθμό, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 8-1-2017 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων και κατά των αναιρεσειόντων, με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στο οποίο απευθύνεται, ορίστηκε δε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης από την Πρόεδρο του Α2’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 13-3-2017 και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 20 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών.
Όμως η πρόσθετη παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε σε κανένα από τους κυρίως διαδίκους, αφού δεν προσκομίζεται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα καμία έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης, ούτε οι παριστάμενοι κυρίως διάδικοι προσκομίζουν το τυχόν επιδοθέν σ’ αυτούς αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.
Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης σε όλους τους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, ως απαράδεκτη.
Με τα άρθρα 1666 έως 1668 ΑΚ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 13 ν. 2447/1996 και ισχύουν από 20-12-1996, εισήχθη ο θεσμός της δικαστικής συμπαραστάσεως, με τον οποίο διώκεται η ενοποίηση των θεσμών της δικαστικής απαγορεύσεως και της δικαστικής αντιλήψεως του προϊσχύσαντος δικαίου, ώστε να παρέχεται στο δικαστήριο η ευχέρεια επιλογών ανάλογα με τις περιστάσεις, τις συνθήκες και τα ατομικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως και να αντιμετωπίζονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα πρόσωπα που έχουν σοβαρά ψυχοδιανοητικά ή σωματικά προβλήματα ή χαρακτηρολογικές ανωμαλίες (παρεκκλίσεις).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1666 παρ. 1 ΑΚ, σε δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται ο ενήλικος: 1) Όταν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του, όταν λόγω ασωτίας, τοξικομανίας ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στερήσεως τον εαυτό του, το σύζυγό του, τους κατιόντες του ή τους ανιόντες του.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1667 παρ. 1 ΑΚ, η εισαγωγή της υποθέσεως για συζήτηση γίνεται μόνο μετά την υποβολή αιτήσεως από πρόσωπο που νομιμοποιείται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα και οι γονείς του πάσχοντος ή ο εισαγγελέας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1681 ΑΚ, τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαραστάσεως αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση, για την έναρξη όμως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της αποφάσεως που τον διορίζει, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1672 ΑΚ, ο διαχωρισμός μεταξύ του χρόνου ενάρξεως των αποτελεσμάτων της δικαστικής συμπαραστάσεως και του χρόνου ενάρξεως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη έχει ως συνέπεια τον υποχρεωτικό διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο διορισμός δε αυτός μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια αίτηση.
Εξάλλου, κατά το ίδιο άρθρο, η εξουσία του προσωρινού συμπαραστάτη περιλαμβάνει τη λήψη κάθε ασφαλιστικού μέτρου που είναι απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατέου. Ο όρος "ασφαλιστικό" δεν χρησιμοποιείται με την τεχνική - δικονομική έννοια, αλλά περιλαμβάνει κάθε μέτρο υλικής ή νομικής φύσεως απαραίτητο για την "εξασφάλιση" του προσώπου ή της περιουσίας του συμπαραστατέου από σοβαρό κίνδυνο.
Το ίδιο υποστηριζόταν και στο προηγούμενο δίκαιο κατά την ερμηνεία του αντίστοιχου άρθρου 1692 ΑΚ, που έκανε λόγο για "συντηρητικό μέτρο", τόσο δε η θεωρία όσο και η νομολογία δέχονταν ότι ο όρος αυτός έπρεπε να ληφθεί όχι με τη στενή δικονομική σημασία του αλλά με την ευρύτερη έννοια του εκάστοτε αναγκαίου (και κατεπείγοντος) μέτρου για τη συντήρηση του προσώπου και της περιουσίας του πάσχοντος, ακόμη και αν αυτό δεν ενέπιπτε στη στενή δικονομική έννοια του συντηρητικού μέτρου.
Κατά συνέπεια, η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι ουσιωδώς περιορισμένη σε σχέση με την αντίστοιχη του οριστικού και περιλαμβάνει μόνο τις απολύτως απαραίτητες πράξεις, η διενέργεια των οποίων είναι επιβεβλημένη. Ως τέτοιες είναι δυνατόν ενδεικτικά να θεωρηθούν η νοσηλεία του συμπαραστατέου, η εκποίηση εύθραυστων πραγμάτων, η επισκευή βλαβών, πράξεις κατεπείγουσες προς διακοπή της παραγραφής, η πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών κλπ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 805 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διορισθεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 781 ΚΠολΔ. Η προσωρινή διαταγή είναι και αυτή δικαστική απόφαση, αφού περιέχει συγκεκριμένη δικαστική επιταγή, που εκδίδεται από το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, κατόπιν συνοπτικής διαδικασίας και διαγνώσεως των λόγων που την δικαιολογούν και εκτελείται κατά την προβλεπόμενη ειδική διαδικασία, λόγω της φύσεώς της (Ολ.
ΑΠ 1154/1990). Περαιτέρω, από τα άρθρα 62, 63 παρ. 1 και 64 παρ. 1 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ προκύπτει ότι ικανός να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα είναι και το φυσικό πρόσωπο, που είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με το θάνατο του φυσικού προσώπου.
Όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που κηρύχθηκαν σε δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1666 επ. ΑΚ, παραμένουν διάδικοι, εκπροσωπούνται όμως από τους κατά το ουσιαστικό δίκαιο νόμιμους αντιπροσώπους τους, προκειμένου δε για πρόσωπο που κηρύχθηκε σε δικαστική συμπαράσταση από το δικαστικό συμπαραστάτη, ο οποίος αντιπροσωπεύει το πρόσωπο στο πλαίσιο των καθηκόντων που του παρασχέθηκαν με την τελεσίδικη περί διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη απόφαση (ΑΠ 574/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: α) για την παροχή έννομης προστασίας απαιτείται η συνδρομή δύο διαδικαστικών προϋποθέσεων, η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον, β) η νομιμοποίηση, δηλαδή η ύπαρξη δικαιώματος του προσώπου να υπερασπίζεται την υπόθεση που δικάζεται ως ενάγων ή εναγόμενος ή ως έχων την εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, συμπίπτει, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (περιπτώσεις μη υποχρέων ή μη δικαιούχων διαδίκων), με την ιδιότητα του υποκειμένου του επιδίκου δικαιώματος ή της επίδικης έννομης σχέσης, γ) η νομιμοποίηση, ενεργητική και παθητική, πρέπει να υφίσταται κατά την έναρξη της δίκης, δηλαδή στην πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, αλλά και καθόλη τη διάρκεια αυτής, ώστε να καθίσταται δυνατή η έκδοση αποφάσεως από το δικαστήριο και να μπορεί να ικανοποιηθεί το δικαίωμα του οποίου αναγνωρίζεται δικαιούχος ο διάδικος, δ) σε σχέση με τις λοιπές διαδικαστικές προϋποθέσεις, η νομιμοποίηση εξετάζεται μετά τη διαπίστωση των λοιπών, δηλαδή της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, της ανυπαρξίας εκκρεμοδικίας ή δεδικασμένου, της ικανότητας να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο και πριν από το έννομο συμφέρον, η έρευνα του οποίου γίνεται μετά τις λοιπές γενικές διαδικαστικές προϋποθέσεις, και ε) η έλλειψη της νομιμοποιήσεως, που προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής μπορούν να γνωστοποιηθούν από τους κληρονόμους του διαδοχικά με ενιαία δήλωση αυτών στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας αυτών ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.
ΑΠ 22/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κρινόμενη ... αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 8-5-2009 από τον εκκαλούντα Α. Θ. του Ι., με την ιδιότητα του προσωρινού ειδικού συμπαραστάτη της ενάγουσας Χ.
Θ. του Θ.. Αναφορικά με την τελευταία εκκρεμούσε η από 3-3-2009 ... αίτηση των Α. Θ. του Ι. και Θ. Θ. του Ι., υποβληθείσα διά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου αυτή να τεθεί υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, η οποία (αίτηση) είχε προσδιοριστεί για να δικαστεί στις 5-10-2009 ... Ενόψει της εκκρεμούς παραπάνω αιτήσεως και δυνάμει της από 20-3-2009 προσωρινής διάταξης του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ο Α.
Θ. διορίστηκε προσωρινός ειδικός συμπαραστάτης αυτής (Χ. Θ.), προκειμένου με την ιδιότητά του αυτή "να ασκήσει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων κάθε ένδικο βοήθημα, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης αγωγής ή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων προς το σκοπό ακύρωσης ή διάρρηξης των μεταβιβάσεων των επίδικων ακινήτων".
Πρέπει να σημειωθεί ότι η Χ. Θ. ουδέποτε τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, καθόσον η ως άνω από 3-3-2009 ... αίτηση δεν συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 5-10-2009 και ορίστηκε νέα δικάσιμος αυτής στις 11-5-2010, πλην όμως η εν λόγω αίτηση εν τέλει δεν συζητήθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο (11-5-2010), κατέστη δε πλέον άνευ αντικειμένου λόγω του επισυμβάντος θανάτου της τελευταίας στις 15-5-2010.
Το γεγονός όμως τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον στην παρούσα δίκη ... είναι και παραμένει διάδικος (ενάγουσα) η Χ. Θ. και όχι ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης αυτής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το ... προσκομιζόμενο ... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, οι 1) Θ. Θ. του Ι., 2) Α. Θ. του Ι., 3) Θ. Θ. του Π., 4) Ο.
Θ. του Π., 5) Θ. Θ. του Χ., 6) Μ. Θ. του Χ. και 7) Π. Θ. του Χ. είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας ... Κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής (10-2-2011), που αποτελεί ... τον κρίσιμο χρόνο εξέτασης των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, μεταξύ των οποίων η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος, οι ανωτέρω ήδη είχαν καταστεί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ...
αρχικώς ενάγουσας, η οποία ανεξαρτήτως της νομιμοποίησης του καταθέσαντος την αγωγή προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της, παραμένει ... διάδικος στην παρούσα δίκη.
Συνεπώς οι τελευταίοι νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το θάνατο της πιο πάνω ενάγουσας και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε λόγω του θανάτου αυτής, και έτσι παραδεκτώς το δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε με την συμπροσβαλλόμενη 4730/2013 απόφασή του τους σχετικούς λόγους εφέσεως των αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Χ. Θ. να συνεχίσουν τη δίκη, και αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί, αν η θανούσα κατά το χρόνο καταρτίσεως της πωλήσεως των επίδικων ακινήτων είχε συνείδηση των πραττομένων λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 1672 και 1681 ΑΚ περί προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη, και ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την ως άνω απόφαση, γιατί ενώ η αγωγή ασκήθηκε από τον προσωρινό συμπαραστάτη της Χ.
Θ., χωρίς αυτή εν τέλει να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση, εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή αυτή είχε ασκηθεί εκ μέρους της και ότι νομίμως οι κληρονόμοι της εξακολούθησαν τη δίκη μετά το θάνατό της. Ωστόσο, από τις παραδοχές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή κατά των αναιρεσειόντων κατατέθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος είχε διορισθεί με προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ως προσωρινός συμπαραστάτης της Χ.
Θ., και σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός εξακολουθούσε να έχει την ως άνω ιδιότητα. Κατά συνέπεια η αγωγή αυτή είχε ασκηθεί στο όνομα της Χ. Θ. από το νόμιμο εκπρόσωπό της, έστω και αν δεν τέθηκε αυτή υπό δικαστική συμπαράσταση λόγω του θανάτου της, και η άσκησή της επέφερε τις ανάλογες δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες, στερείται δε έννομης επιρροής το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο είχε παύσει το λειτούργημα του προσωρινού συμπαραστάτη, εφόσον εμφανίσθηκαν οι νόμιμοι κληρονόμοι της θανούσας και δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Συναφώς προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την ένδικη αγωγή, με τον ισχυρισμό ότι κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο αφενός μεν είχε λήξει το λειτούργημα τόσο του Α.
Θ. όσο και του Π. Θ., ως προσωρινών δικαστικών συμπαραστατών διαδοχικά της Χ. Θ., αφετέρου δε η ίδια ουδέποτε τέθηκε υπό δικαστική συμπαράσταση. Ειδικότερα, εφόσον η ένδικη αγωγή κατατέθηκε από τον Α. Θ. με την ιδιότητα του προσωρινού συμπαραστάτη της Χ. Θ. και επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες με επιμέλεια του αντικαταστάτη του Π.
Θ. και σε χρόνους που δεν είχε παύσει το λειτούργημα ενός εκάστου τούτων, το δικόγραφο της αγωγής δεν ήταν άκυρο, και συνακόλουθα οι κληρονόμοι της θανούσας Χ. Θ. νομιμοποιούνταν να παραστούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και να δηλώσουν την βούλησή τους για εκουσία επανάληψη της δίκης.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήρια της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολομ. ΑΠ 15/2000).
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο με την 4730/2013 συμπροσβαλλόμενη μη οριστική του απόφαση διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αφού προηγουμένως δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 532, 533 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, θα έπρεπε να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, χωρίς να εξαφανίσει προηγουμένως την εκκαλουμένη απόφαση.
Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν στο Εφετείο και τον άνω ισχυρισμό ως στοιχείο προς αντίκρουση της αγωγής και της εφέσεως των αναιρεσίβλητων. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών τους, οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου πρόβαλαν ισχυρισμούς αφενός μεν ως προς την ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής και την έλλειψη νομιμοποιήσεως των κληρονόμων της Χ.
Θ. να συνεχίσουν τη δίκη, αφετέρου δε ως προς την ικανότητα αυτής προς κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως των δύο ακινήτων της, ουδόλως δε ισχυρίσθηκαν ότι το Εφετείο όφειλε να μην εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προτού διενεργηθούν οι συμπληρωματικές αποδείξεις που είχαν διαταχθεί με την ως άνω συμπροσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση γιατί η ως άνω αιτίαση, αυτή καθεαυτή, δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ενόψει του ότι οι ως άνω διατάξεις δεν απαγγέλλουν κάποια δικονομική ακυρότητα, ούτε το απαράδεκτο αυτό, υπό την επίκληση δικονομικής βλάβης, επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε (Ολ.
ΑΠ 12/2000).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες και ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενοι ότι αυτή περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δέχθηκε προς απόδειξη της αγωγής ως ορθές τις γνωματεύσεις των ψυχιάτρων που εξέτασαν την Χ. Θ. στην οικία της τρεις μήνες μετά τις επίμαχες δικαιοπραξίες, ενώ έκρινε μη ουσιώδεις τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών του Θεραπευτηρίου "...", που την εξέτασαν τρεις μήνες αργότερα, ως δήθεν αναγόμενες σε χρόνο μεταγενέστερο της δήλωσης βούλησης της ίδιας, με συνέπεια να υφίστανται αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι αιτιάσεις αυτές προεχόντως ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη, πλην των ως άνω γνωμοδοτήσεων, και τα πιστοποιητικά νοσηλείας της Χ. Θ. στο νοσοκομείο πριν το χρόνο καταρτίσεως των επίμαχων δικαιοπραξιών. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, ως προς τις οποίες η κρίση του δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν ιδρύουν, κατά τα προεκτιθέμενα, τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
λόγο αναίρεσης. Επομένως ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ως προς την ψυχοδιανοητική κατάσταση της Χ. Θ. κατά το χρόνο καταρτίσεως των επίμαχων πωλήσεων των δύο ακινήτων της δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα:
α) την από 26-3-2009 ένορκη κατάθεση της N. J., οικιακής βοηθού της πωλήτριας, β) την από 10-9-2009 εξουσιοδότηση της Χ. Θ. προς τη Μ. Π., με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από την Προϊσταμένη του Νοσοκομείου "..." και γ) την από 3-2-2010 εξουσιοδότηση της Χ. Θ. προς τον δικηγόρο Κ. Κ., με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από αρμόδιο αστυνομικό όργανο, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι αυτή και σε μεταγενέστερο χρόνο από την κατάρτιση των επίμαχων δικαιοπραξιών δεν είχε υποστεί την έκπτωση των διανοητικών της λειτουργιών, που εμφάνισαν στις εκθέσεις τους οι ψυχίατροι που την εξέτασαν για λογαριασμό των αναιρεσίβλητων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του .../5-1-2009 πιστοποιητικού της Β’ Παθολογικής Κλινικής του ... Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά και β) της από 20-11-2008 ιατρικής βεβαίωσης της ιδιωτικής κλινικής "...", κρίνοντας ότι από τα έγγραφα προκύπτει ότι η αποβιώσασα Χ.
Θ. είχε υποστεί τον Ιούλιο 2008 σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο διαπιστώθηκε και κατά τη νοσηλεία της στην κλινική "..." με δεξιά πυραμιδική συνδρομή, ενώ το αληθές είναι ότι από το πιστοποιητικό του ... Νοσοκομείου δεν προκύπτει ως γεγονός η ύπαρξη εγκεφαλικού επεισοδίου και μάλιστα σοβαρού, το οποίο, αν πράγματι είχε συμβεί θα έπρεπε να μνημονεύεται ρητά, ούτε προκύπτει κάτι ανάλογο από το πιστοποιητικό της κλινικής "...", όπου για πρώτη φορά γίνεται μνεία για ύπαρξη εγκεφαλικού επεισοδίου, το οποίο προφανώς δεν ήταν της αναφερόμενης βαρύτητας, αφού στο ίδιο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι η ασθενής εξήλθε σε καλή κατάσταση, έχουσα πλήρη επαφή με το περιβάλλον και δυνάμενη να αυτοεξυπηρετεθεί.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων μάλιστα παρατίθεται αυτούσιο στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως, συνεκτιμώντας αυτά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα της ψυχοδιανοητικής καταστάσεως της Χ.
Θ. κατά το χρόνο καταρτίσεως των επίμαχων συμβάσεων πωλήσεως διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαΐου 2016 αίτηση των Η. Π. και Η. Μ. για αναίρεση της 1939/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 5218/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, και της 4730/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ