Supreme Court allows appeal against bank debt cap, remanding case for further trial on unjust enrichment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision, overturning the lower court's ruling. The appellant argued that the statutory debt cap did not apply to claims arising from usurious interest, which the lower court had accepted. The Court rejected this argument, citing established precedent that the cap applies to all debt claims regardless of their origin, including unjust enrichment claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30 paragraphs 1, 2, and 3 of Law 2789/2000; The statutory cap on bank debt limits apply to all outstanding claims, including those based on unjust enrichment, regardless of whether the debt originated before the law's enactment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1736 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1736/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ψαλτήρα .
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη-Γαλάνη, η οποία δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας λόγω καθολικής διαδοχής της τράπεζας από την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7342/1999 μη οριστική, 4304/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3365/2003 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1780/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση. Το εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5463/2007 απόφαση του, την αναίρεση της οποία ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 2-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2789/2000, όπως η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 6 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζονται τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με τους συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσόν πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31-12-1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμιά περίπτωση και για καμιά αιτία".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 εδαφ. α', β' και γ' του ίδιου άρθρου, όπως το εδαφ. β' προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη (εδ.
α). Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον (εδ.
β'). Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής, εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία (εδ. γ')". Παρά τη γενικότητα της διατυπώσεως τους, οι όμοιες ακριβώς διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8, έχουν την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτά καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1, κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλάσια του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμον ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1, όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι' αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.
Τούτο προκύπτει αφενός από τη λογική ερμηνεία και τη συστηματική θέση των διατάξεων του τρίτου εδαφίου των παραγράφων 2 και 8, τα οποία εντάχθηκαν στην ειδική ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου, αμέσως μετά την προβλέπουσα την πέραν του εκεί διαγραφομένου ορίου περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, και αφετέρου από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρυθμίσεως, που αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στη επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου είχαν επαυξήσει το χρέος τους, και όχι στην περιαγωγή αυτών (δανειοληπτών) σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεων τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως, ήτοι καθ' υπέρβαση των αρχήθεν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 οφειλομένων και μάλιστα με ουσιαστικό νόμο, που αναμφιβόλως θεσπίστηκε για να τους ευνοήσει (ΑΠ 1396/2012, Α.Π. 363/2011, Α.Π. 21/2011.
Α.Π. 702/2009 και υπ'αυτήν σημείωμα Γρηγ.Φαλτήρα, εις Δ, 40, 1129 επ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ΚΠολΔ η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Με την υπ' αριθ. 4474/1986 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων υποχρεώθηκε, ως ευθυνόμενος από σύμβαση εγγυήσεως του δανείου που είχε συναφθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της πιστούχου εταιρίας ΣΚΥΡΟΔΟΜΗ ΕΠΕ, ο μεταξύ των οποίων τηρούμενος αλληλόχρεος λογαριασμός είχε κλείσει οριστικά με καταγγελία της Τράπεζας στις 30-6-1984, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 20.887.762 δρχ., με το νόμιμο τόκο από 1-7-1984, πλέον Φ.Κ.Ε.
και τελών χαρτοσήμου. Με την από 10-2-1997 αγωγή του ενώπιον του ιδίου ως άνω δικαστηρίου ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι από 13-11-1987 έως και την άσκηση της αγωγής του κατέβαλε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη προς αποφυγή και της απειλούμενης εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης το συνολικό ποσό των 133.936.460 δρχ., που υπερέβαινε το οφειλόμενο κατά το ποσό των 33.110.815 δρχ.
ή 97.170,40 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε παράνομο (μη συμφωνηθέντα) ανατοκισμό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει το τελευταίο ποσό κατά το οποίο αυτή κατέστη σε βάρος του πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία. Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 76.177,15 ευρώ με την υπ' αριθ. 4304/2002 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.
Επί ασκηθείσης από την εναγόμενη έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3365/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα υπολόγιζε από 1-7-1984, που έκλεισε τον αλληλόχρεο λογαριασμό, ανατοκισμό χωρίς αυτός να έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση δανείου και χωρίς να έχει επιδικασθεί με την ως άνω 4474/1986 δικαστική απόφαση και έτσι αξίωσε και έλαβε, με την απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης, ποσό 76.788,27 ευρώ επί πλέον του οφειλομένου, κατά το οποίο έτσι κατέστη πλουσιότερη σε βάρος του ενάγοντος χωρίς νόμιμη αιτία.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η επικληθείσα από την εναγομένη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. γ' του Ν. 2789/2000, σύμφωνα με την οποία "καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία", καθόσον αυτή προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτο τον άνω ισχυρισμό της εναγομένης, το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1780/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Με την τελευταία απόφαση ερευνήθηκε και έγινε δεκτός ο έβδομος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. γ' του Ν. 2788/2000, δεχόμενος ο Άρειος Πάγος ότι η εν λόγω διάταξη δεν προσκρούει στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, διότι τα εκουσίως καταβληθέντα για την πληρωμή τόκων καθυστερούμενων τόκων, χωρίς την ύπαρξη συμφωνίας ανατοκισμού, χρηματικά ποσά είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος και δεν αποτελούσαν περιουσία του.
Μετά την αναίρεση της αποφάσεως του Εφετείου η υπόθεση επανήλθε στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο, εκδικάζοντας την έφεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και ειδικότερα μόνο ως προς τη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. γ' του ν. 2789/2000 και συμμορφούμενο προς την αναιρετική ως άνω απόφαση, κατά την οποία η ως άνω διάταξη, που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που έκλεισαν οριστικά, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, όπως αντιθέτως είχε δεχθεί η αναιρεθείσα απόφαση, εφάρμοσε τη διάταξη αυτή και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή.
Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, τόσο η αναιρεθείσα υπ' αριθ. 3365/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών όσο και η υπ' αριθ.1780/ 2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου τους, ερεύνησαν μόνο το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ.
γ' του ν. 2789/2000, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσουν αν η εν λόγω διάταξη ετύγχανε ή όχι εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση, αν δηλαδή το αδικαιολόγητο της καταβολής προέκυψε συνεπεία περιορισμού της οφειλής του ενάγοντος λόγω εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων του ν. 2789/2000 ή αν αυτό προέκυψε από την υπέρβαση των αρχήθεν οφειλομένων και ανεξάρτητα από την εφαρμογή του άρθρου 30 του ν.2789/2000.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, με την αιτιολογία ότι τα αδικαιολογήτως από τον ενάγοντα καταβληθέντα στην εναγομένη τράπεζα δεν αναζητούνται, σύμφωνα με το άρθρο 30 εδ. γ' του ν 2789/2000, το οποίο, συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση, έκρινε ως συνταγματικό, χωρίς να ερευνήσει αν το αδικαιολόγητο της καταβολής προέκυψε συνεπεία της υπαγωγής της οφειλής στις ευεργετικές διατάξεις του ως άνω νόμου ή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ρύθμιση, για το οποίο ζήτημα δεν δεσμεύεται από την αναιρετική απόφαση, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή το άρθρο 30 παρ. 2 εδ.
γ' του ν. 2789/2000, κατά τους βάσιμους από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου. Υπό την αντίθετη εκδοχή - και με δεδομένο ότι η αναιρετική απόφαση (1780/2005) αναφέρεται μόνο στο ζήτημα της συνταγματικότητας της επίμαχης ρύθμισης - θα έπρεπε να αποδοθεί στον Άρειο Πάγο η πρόθεση να νομολογήσει (σιωπηρώς) αντίθετα προς τις προαναφερόμενες νομικές (και λογικές) αρχές, πράγμα ασύμβατο και προς το πλάσμα της σοφίας και σωφροσύνης, του δικαστού, ως εφαρμοστού και εκφραστού της βούλησης του νομοθέτου.
Κατά την γνώμη, όμως, του Αρεοπαγίτη Χρυσοστόμου Ευαγγέλου, από την επισκόπηση αφενός της ένδικης αγωγής, στην οποία εκτίθεται ότι το αδικαιολόγητο της καταβολής του ποσού των 97.170,40 ευρώ προέκυψε το έτος 1995, πριν δηλαδή από την ψήφιση του ν. 2789/2000 και οφείλεται στο υπολογισμό από την εναγομένη τράπεζα τόκου τόκων χωρίς τούτο να έχει συμφωνηθεί και χωρίς να έχουν επιδικαστεί τέτοιοι τόκοι με την απόφαση 4474/1986 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αφετέρου της απόφασης του Εφετείου που αναιρέθηκε, με την οποία έγινε δεκτό ότι πράγματι η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος προέκυψε το έτος 1995, πριν δηλαδή από την ψήφιση του ν. 2789/2000 και οφειλόταν σε παράνομο ανατοκισμό, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεθείσα απόφαση του ότι το άρθρο 30 παρ. 2 εδ.
γ' του ν. 2789/2000 καταλαμβάνει μεν και την ένδικη απαίτηση του ενάγοντος, η οποία κατά την ίδια την αγωγή δεν προέκυψε από την εφαρμογή του ν. 2789/2000, αλλά από υπολογισμό μη συμφωνηθέντος (παρανόμου) ανατοκισμού, πλην αρνήθηκε την εφαρμογή του άρθρου αυτού ως αντισυνταγματικού. Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος, ο οποίος στην αναιρετική απόφαση του, ερμηνεύοντας την απόφαση 289/1980 της Νομισματικής Επιτροπής, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980, σε συνδυασμό με τα άρθρα 296 Α.Κ και 110 κα 111 παρ.2 ΕισΝΑΚ, δέχθηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να ανατοκίζουν οφειλόμενους τόκους υπό την προϋπόθεση ότι τούτο είχε συμφωνηθεί οποτεδήποτε με τον οφειλέτη, διαφορετικά η καταβολή του οφειλέτη προς την τράπεζα που αφορά τόκους τόκων που καταλογίστηκαν χωρίς την ύπαρξη συμφωνίας μπορεί να αναζητηθεί με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν ασχολήθηκε με τη συνταγματικότητα ή μη του άρθρου 30 παρ. 2 του ν. 2789/2000 εκ της υποχρεώσεως και μόνο να απαντήσει στον σχετικό λόγο αναιρέσεως, αλλά, επειδή δέχθηκε ως δεδομένη και ορθή την μη προσβληθείσα, άλλωστε, με αναιρετικό λόγο και μη αναιρεθείσα κρίση του Εφετείου ότι η ως άνω διάταξη καταλαμβάνει και την ένδικη απαίτηση του ενάγοντος, άλλως, θα απέρριπτε ως αλυσιτελή τον σχετικό με τη συνταγματικότητα λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Με την αναιρετική απόφαση του ο Άρειος Πάγος ακολούθησε την τότε, αντίθετη με την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη, πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 30 παρ. 2 εδ. γ' του ν. 2789/2000, λόγω της γενικότητας του, καταλαμβάνει και τις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεις των δανειοληπτών έναντι της τράπεζας οι οποίες προέκυψαν πριν από την ισχύ και ανεξάρτητα από την εφαρμογή του νόμου αυτού (βλ.
Α.Π. 222/2006, 1780/2005, 1284/2005, οι οποίες αναφέρονται σε αδικαιολόγητο πλουτισμό από παράνομο ανατοκισμό). Επομένως, (κατά τη γνώμη που μειοψήφησε) οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου, που κατ' ορθή υπαγωγή υπάγονται όλοι στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 30 παρ. 2 εδ.
γ' του ν. 2789/2000 ο αναιρεσείων δεν έχει αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης για καταβολή, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, του ποσού που της κατέβαλε, προς αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης, για καταλογισθέντες παρά τον νόμο τόκους καθυστερούμενων τόκων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη, καθόσον αυτή δεν έχει εφαρμογή επί απαιτήσεως που προέκυψε από παράνομο ανατοκισμό και αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που ερεύνησε την υπόθεση μέσα στα όρια που διέγραψε η αναιρετική απόφαση και σε συμμόρφωση προς αυτήν (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία δεσμεύει και το δικαστήριο τούτο που επιλαμβάνεται εκ νέου της ίδιας υποθέσεως ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε (άρθρο 580 αριθ. 4 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι πρόκειται για παραδοχή δεύτερης αίτησης αναίρεσης πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί η έφεση από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012), σε δικάσιμο που θα ορισθεί μετά από αίτηση οιουδήποτε εκ των διαδίκων και μετά από κλήση του αντιδίκου για συζήτηση της έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5463/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση.
Παραπέμπει σε ιδιαίτερη δικάσιμο ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, που θα προσδιορισθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, την εκδίκαση της από 23-10-2002 έφεσης και των από 25-2-2003 προσθέτων λόγων της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." κατά του ενάγοντος Α. Κ.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ