Legislator Case Law & Legislation
1736/2012 AI generated

1736/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1736/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας είναι αόριστος, όταν δεν αναφέρονται ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν. Αοριστία λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο περί προβολής στο Εφετείο του ισχυρισμού που τον θεμελιώνει (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος, όταν καθίστανται απολύτως βέβαιο ότι το σχετικό αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο. Συνεκτίμηση μαρτυρικής κατάθεσης ελευθέρως κατ΄ άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.

Legislator headnote

AI generated

1736/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2005 αγωγή του Χρήστου Έξαρχου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4676/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7440/2007 μη οριστική, 620/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2009 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1736 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας είναι αόριστος, όταν δεν αναφέρονται ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας που παραβιάστηκαν. Αοριστία λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο περί προβολής στο Εφετείο του ισχυρισμού που τον θεμελιώνει (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος, όταν καθίστανται απολύτως βέβαιο ότι το σχετικό αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο. Συνεκτίμηση μαρτυρικής κατάθεσης ελευθέρως κατ΄ άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.

Αριθμός 1736/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Δ. του Π. και 2) Α. Μ. του Α., συζ. Χ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Τζούλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Έ. του Θ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Λεωνίδας Μαραβέλης και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 16/11/2010 και κληρονομήθηκε από τις θυγατέρες του: 1. Ά.-Μ.-Δ. Ε. του Χ., κατοίκου ... και 2. Α.-Κ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Η μεν πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη, η δε δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2005 αγωγή του Χρήστου Έξαρχου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4676/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7440/2007 μη οριστική, 620/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 29/3/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 16.11.2010 πέθανε στις Η.Π.Α. ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Χ. Έ. του Θ.. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου του 1) Ά.-Μ.-Δ. Έ. του Χ. και 2) Α.-Κ. Έ. του Χ., θυγατέρες του, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρο του Λεωνίδα Μαραβέλη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το ουσιαστικό δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα. Τον ίδιο λόγο θεμελιώνει και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας , μόνο όμως εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Για τη διαδικαστική πληρότητα αυτού του λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται, πλην άλλων, στη μεν πρώτη περίπτωση η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα και ο τρόπος με τον οποίο αυτή παραβιάσθηκε ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της, στη δε δεύτερη περίπτωση το συγκεκριμένα διδάγματα που φέρονται ως παραβιασθέντα κατά την ερμηνεία (επίσης συγκεκριμένου) κανόνα δικαίου ή κατά την υπαγωγή σ αυτόν των πραγματικών γεγονότων.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο α) ότι την κρίση του, για τον καταπλεονεκτικό χαρακτήρα της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων στις 4-7-2000 συμβάσεως πωλήσεως ακινήτων, στήριξε εξ ολοκλήρου στην από 10-10-2005 εκτίμηση ακινήτου του κτηματομεσίτη Π.

Μ., η οποία όμως αναφέρεται στο έτος 2002 και όχι στο έτος 2000 (χρόνος καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως), κατά το οποίο οι τιμές των ακινήτων στην Αττική ήταν πολύ μικρότερες έναντι εκείνων του έτους 2002, και έτσι προέβη (το Εφετείο) " σε σφοδρή παράβαση κανόνα δικαίου" και β) ότι, με την κρίση του περί υπάρξεως φανερής δυσαναλογίας μεταξύ της αξίας των πωληθέντων ακινήτων και του τιμήματος που ορίσθηκε ίσο με την με την αντικειμενική αξία αυτών " παρέβλεψε με τρόπο ασυνήθιστο και πρωτόγνωρο το γνωστό και αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία και τους σχετικούς φορείς γεγονός ότι από το έτος 1995 περίπου εντεύθεν το 90 % των αγοραπωλησιών που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική επικράτεια έχουν τίμημα στην αντικειμενική αξία των μεταβιβαζομένων ακινήτων", και ως εκ τούτου "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας σχετικά με την έννοια της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας και συγκεκριμένα με την εξειδίκευση και την στοιχειοθέτηση της υπάρξεως φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής".

Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες ως προς μεν την πρώτη (υπό α') αιτίαση, δεν καθορίζουν σε τι συνίσταται η "σφοδρή παράβαση κανόνα δικαίου" (προφανώς υπονοείται το άρθρο 179 ΑΚ), στην οποία προέβη το Εφετείο, με το να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του στην εκτίμηση του ειρημένου κτηματομεσίτη, ως προς δε τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, δεν αναφέρουν ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας και κυρίως με ποιον τρόπο αυτά έχουν παραβιασθεί κατά την ερμηνεία "κανόνα ουσιαστικού δικαίου" (πάλι προφανώς υπονοείται το άρθρο 179 ΑΚ) ή κατά την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων, τα οποία επίσης δεν προσδιορίζουν οι αναιρεσείοντες.

ΙΙΙ. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ απορρέοντα δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο κατά νόμον αποδεικτικό μέσο και δη την "εκτίμηση" του ως άνω κτηματομεσίτη, η οποία όμως δεν φέρει την υπογραφή αυτού αλλά κάποιου άλλου προσώπου, με συνέπεια να στερείται αποδεικτικής δυνάμεως. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία περί προβολής του άνω (θεμελιωτικού του λόγου) ισχυρισμού στο Εφετείο (άρθρο 562§2 ΚΠολΔ).

IV. Τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ θεμελιώνει και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιωδών πραγματικών γεγονότων.

Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι την αποδεικτική του κρίση διαμόρφωσε "από την προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ... Δ. Κ. Α. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά (απομαγνητοφωνημένα) δημόσιας συνεδρίασης του και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι ...". Κατόπιν τούτου, με βάση και το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεώς του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε από το Εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, η ως άνω μαρτυρική κατάθεση του Δ. Α., η οποία άλλωστε ειδικώς μνημονεύεται με την αναφορά και του ονόματος του εν λόγω μάρτυρα, τρεις φορές στην εφετειακή απόφαση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

V. Με τον τέταρτο λόγο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι, με το να απορρίψει το αίτημα τους για εξέταση νέου μάρτυρα λόγω θανάτου του μάρτυρα Δ. Α., προσέδωσε παρά τον νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη στη μαρτυρική κατάθεση της Φ. Κ., που εξετάσθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν προσέδωσε στην άνω μαρτυρική κατάθεση "αυξημένη αποδεικτική δύναμη", αλλά τη συνεκτίμησε ελευθέρως μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.5.2009 αίτηση των 1) Χ. Δ. του Π. και 2) Α. Μ. του Α., συζύγου Χ. Δ. για αναίρεση της 620/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ