Legislator Case Law & Legislation
1736/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of breach of contract claim due to lack of reasoning.

Case Number 1736/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the second additional appeal argument against the Second Instance Court's decision to dismiss the breach of contract claim. The lower court rejected the plaintiffs' argument regarding the seller's bad faith without providing clear and sufficient reasoning on this specific issue. Consequently, the Supreme Court found the lower court violated Article 207(2) of the Civil Code and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939 and 207(2) of the Civil Code: The Supreme Court must provide clear and sufficient reasoning when rejecting a claim based on the debtor's bad faith, as such reasoning is essential for the outcome of the case.

Keywords

AI generated
breach of contract bad faith Civil Code lack of reasoning remand for retrial appeal against dismissal contractual obligations

Cited Legislation

AI generated
Article 939 of the Civil Code
Article 207(2) of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1736 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1736/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. ... (το γένος Π1) 2.... 3.... 4...., 5....6.....7.... 8.... του Z1 εκπροσωπούμενου ως ανηλίκου από την μητέρα του ... χήρα Z1, 9.Τ1 και Τ2 (ήδη συζ. ...) 10.Τ1 και της συζύγου του ... ως εκπροσώπων του ανήλικου τέκνου των ....11.... 12,... 13. ... 14...., οι οποίοι εκπροσωπηθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ορφανίδη.

Του αναιρεσιβλήτου:του Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΝΩΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΕΥΒΟΙΑΣ Συν.Π.Ε" που εδρεύει στην Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Ζαφείρα και Χρήστο Καυκούλα, που δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Οκτωβρίου 1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/1998 του ιδίου Δικαστηρίου και 49/2003, 63/2005 μη οριστικές και 78/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών (συνεδριάζοντος στη μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους και των από 16 Ιανουαρίου 2008 πρόσθετων επ' αυτής λόγων .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή τη αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 939 ΑΚ οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Με το θεσμό της διαρρήξεως σκοπείται η κατοχύρωση της υπεγγυότητας της περιουσίας του οφειλέτη, ήτοι της δυνατότητας των δανειστών να επιληφθούν της περιουσίας του με τα μέσα της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Αφού ο νόμος δεν διακρίνει η διάταξη αφορά κάθε περιουσιακή αξίωση του δανειστή, επομένως και τις ενοχικές αξιώσεις που κατά την πρωτογενή τους μορφή έχουν ως αντικείμενο πράγμα, όπως είναι η αξίωση του εκ προσυμφώνου αγοραστή προς πώληση, μεταβίβαση και, εν συνεχεία, παράδοση του προσυμφωνηθέντος πράγματος.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν απαιτείται να συντρέχει ως προϋπόθεση της διαρρήξεως η μη επάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη. Ο νόμος, προβλέπει την εν λόγω προϋπόθεση χωρίς να κάνει διάκριση, διότι αντιμετωπίζει τη συνήθη περίπτωση των χρηματικών αξιώσεων, των οποίων η ικανοποίηση επέρχεται με έμμεση εκτέλεση.

Αντιθέτως, αν προσυμφωνηθεί η πώληση και μεταβίβαση ακινήτου, ο αγοραστής δύναται να αξιώσει τη σύναψη της κύριας συμβάσεως, ζητώντας την καταδίκη του αντισυμβαλλομένου του σε δήλωση βουλήσεως περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως του πράγματος (Κ.Πολ.Δ 949), αλλά περαιτέρω και την εκπλήρωση της, σωρεύοντας και αίτημα παραδόσεως του πράγματος κατ' άρθρο 69 παρ. 1δ Κ.Πολ.Δ.

Μετά δε την έκδοση αποφάσεως περιέχουσας, πλην της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, και καταδίκη σε παράδοση του πράγματος, μπορεί να προβεί σε άμεση εκτέλεση κατά το άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ. Η άμεση αυτή και επομένως πληρέστερη ικανοποίηση του δανειστή προϋποθέτει την εξασφάλιση της υπεγγυότητας όχι οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, αλλά του συγκεκριμένου (προσυμφωνηθέντος) πράγματος. Η αντίθετη εκδοχή, ότι απαιτείται η συνδρομή της αρνητικής προϋποθέσεως της μη επάρκειας της υπόλοιπης, δηλαδή πλην του προσυμφωνηθέντος πράγματος, περιουσίας, έχει ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση υπάρξεως άλλων περιουσιακών στοιχείων, να είναι δυνατή η ικανοποίηση μόνο της δευτερογενούς αξιώσεως προς αποζημίωση (άρθρο 382 ΑΚ) και να παραμελούνται έτσι τα συμφέροντα του δανειστή, αν και ο τελευταίος είναι άξιος μεγαλύτερης προστασίας σε σχέση με τον τρίτο, ο οποίος είτε συμμετείχε στο δόλο του οφειλέτη είτε απέκτησε χωρίς αντάλλαγμα. Επομένως, εφόσον προβάλλεται ως προστατευτέα αξίωση του η πρωτογενής αξίωση του εκ προσυμφώνου αγοραστή κατά τα ανωτέρω, διαρρηκτέα είναι αμέσως η πράξη με την οποία απαλλοτριώθηκε το προσυμφωνηθέν πράγμα, χωρίς να ενδιαφέρει η ύπαρξη ή μη άλλων περιουσιακών στοιχείων (Ολ ΑΠ 19/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η αγωγή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της με την οποία εζητείτο η διάρρηξη των ένδικων δικαιοπραξιών για την εξασφάλιση της υπεγγυότητας των συγκεκριμένων (προσυμφωνηθέντων προς πώληση και μεταβίβαση) ακινήτων προς ικανοποίηση της πρωτογενούς εκ των προσυμφώνων αξίωσης του ενάγοντος προς μεταβίβαση των ακινήτων τούτων και όχι της δευτερογενούς αξίωσης αποζημιώσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 939 Α.Κ. διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής το ύψος της (εις χρήμα αξίωσης) του ενάγοντος κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα οι φερόμενες ως καταδολιευτικές δικαιοπραξίες ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν η υπολοιπόμενη περιουσία των μεταβιβαζόντων επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον στη προκειμένη περίπτωση διαρρηκτέες είναι αμέσως οι πράξεις με τις οποίες απαλλοτριώθηκαν τα προσυμφωνηθέντα πράγματα (ακίνητα) προς ικανοποίηση της πρωτογενούς αξίωσης από τα προσύμφωνα χωρίς να ενδιαφέρει το ύψος της τυχόν δευτερογενούς αξίωσης αποζημίωσης καθώς και η ύπαρξη ή μη άλλων περιουσιακών στοιχείων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 207 παρ. 2 ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι δεν πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της προκάλεσε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα τον ωφελούσε η πλήρωσή της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ματαίωση της αιρέσεως δεν απαιτείται να έγινε από πρόθεση και αδικαιολόγητα, αλλά με συμπεριφορά εκ μέρους του ωφελουμένου αντίθετη προς την καλή πίστη.

Η συμπεριφορά δε αυτή, από την οποία απαιτείται να επήλθε η ματαίωση της αιρέσεως και όχι απλώς δυσχέρανσή της, είναι δυνατόν να εκδηλώνεται όχι μόνο με θετική πράξη, αλλά και με παράλειψη. Όμως θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του ετέρου μέρους και της ματαιώσεως της αιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων (εκκαλών) και ήδη αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός ζήτησε με την αγωγή του κατά των εναγομένων (αναιρεσειόντων) όπως διαρρηχθούν οι απαλλοτριωτικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν με τα αναφερόμενα στην αγωγή συμβολαιογραφικά έγγραφα μεταξύ αυτών.

Οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, ενιστάμενοι ισχυρίσθηκαν κατά το άρθρο 202 ΑΚ ότι ο ενάγων συνεταιρισμός δεν κατέβαλε επτά (7) από τις σαράντα (40) δόσεις που θα έπρεπε να καταβάλει, συνολικού ύψους 40.000 δραχμών η κάθε μια προς εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος που συμφωνήθηκε.

Ότι η παράλειψή του αυτή είχε ως αποτέλεσμα, την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως που είχε ταχθεί με όρο του προσυμφώνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο οι αναιρεσείοντες είχαν υποσχεθεί να μεταβιβάσουν στον αναιρεσίβλητο, λόγω πωλήσεως, τα αναφερόμενα ακίνητα, και την ανατροπή τούτων.

Ότι συνακόλουθα, επανήλθε αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση και ο ενάγων συνεταιρισμός δεν είναι δανειστής των αναιρεσειόντων προς μεταβίβαση των προσυμφωνηθέντων προς πώληση ακινήτων με τη σύνταξη οριστικών συμβολαίων. Ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεων της πρώτης συζητήσεως της αγωγής συνομολόγησε ότι δεν κατέβαλε τις πιο πάνω (επτά) δόσεις, ισχυριζόμενος περαιτέρω κατ' αντένσταση, κατά το άρθρο 207 παρ. 2 ΑΚ) ότι η πλήρωση της αιρέσεως προκλήθηκε από τους πωλητές με συμπεριφορά αυτών αντίθετη στη καλή πίστη αφού, αυτός τους πρόσφερε το υπόλοιπο τίμημα και εκείνοι αρνούντο να το εισπράξουν και του πρότειναν να περιμένει την διευθέτηση του ζητήματος που είχε ανακύψει, τον διαβεβαίωναν εγγράφως ότι δεν αρνούνται τις συμφωνίες στις οποίες είχαν προβεί με τα προσύμφωνα πωλήσεως των ακινήτων, καθώς και ότι η κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων θα ελάμβανε χώρα ευθύς ως διευθετείτο το πρόβλημα της κατάτμησης των εκτάσεων και αναγνωριζόταν η ιδιωτική φύση αυτών από το Συμβούλιο Δασών, οπότε θα κατέβαλε σ' αυτούς ο ενάγων το υπόλοιπο των επτά (7) δόσεων.

Τον ισχυρισμό αυτόν (αντένσταση) παρείδε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την 157/2002 οριστική του απόφαση απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή. Το εφετείο με την 49/2003 μη οριστική του απόφαση έταξε σε βάρος του αναιρεσίβλητου (εκκαλούντος) το οικείο επί της αντενστάσεως αυτής θέμα αποδείξεως και ακολούθως (μετά την έκδοση της 63/2005 ομοίας περί αποδείξεων άλλου θέματος απόφασή του και τη διεξαγωγή αυτών) εξέδωσε την 78/2006 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την επί του άρθρου 202 ΑΚ ένσταση των εναγομένων, κατά παραδοχή ως βάσιμης στην ουσία της από το άρθρο 207 παρ. 2 ΑΚ αντενστάσεως του ενάγοντος, δέχθηκε εντέλει ως ουσιαστικά βάσιμη την από το άρθρο 939 επ.

ΑΚ ένδικη αγωγή διαρρήξεως. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα γιατί έλαβε υπόψη την επί του άρθρου 207 παρ. 2 ΑΚ αντένσταση και την ομοία επί του άρθρου 281 ΑΚ αντένσταση του αναιρεσίβλητου ενάγοντος προς κατάλυσή της από τους εναγομένους προβληθείσας ως ανωτέρω ενστάσεως του άρθρου 202 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά μεν το πρώτο μέρος του (τον στηριζόμενο στο άρθρο 207 παρ. 2 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο εναγόμενος αναιρεσίβλητος με την από 7-5-1998 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων που κατέθεσε στη πρώτη συζήτηση της αγωγής πρόβαλε την από το άρθρο 207 παρ. 2 ΑΚ αντένσταση ήτοι ότι οι εναγόμενοι με την αντίθετη προς τη καλή πίστη συμπεριφορά τους προκάλεσαν την πλήρωση της αιρέσεως αφού κατά τρόπο συνεπτυγμένο πλην αρκούντως επαρκή κατά τ' ανωτέρω εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά της αντίθετης προς τη καλή πίστη συμπεριφοράς των εναγομένων που προκάλεσαν την πλήρωση της αναιρέσεως.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του (τον στηριζόμενο στο άρθρο 281 ΑΚ) πρέπει ν' απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η ένσταση των εναγομένων (άρθρ. 202 ΑΚ) απορρίφθηκε αφού έγινε δεκτή η αντένσταση του ενάγοντος που θεμελιώνεται στο άρθρο 207 παρ. 2 ΑΚ και όχι στο άρθρο 281 ΑΚ.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ πρόσθετος λόγος (υπό στοιχ. γ του υπό αρ. 3) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι για την απόδειξη του ταχθέντος με την 49/2003 μη οριστική απόφαση θέματος αποδείξεως που στηρίζεται στην απόδειξη κατ' αντένσταση (άρθρ. 207 παρ. 2 ΑΚ) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, που αναφέρεται παραπάνω, έλαβε υπόψη μάρτυρες που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού το αποδεικτικό τούτο μέσο απαγορεύεται κατά το άρθρο 393 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, που καθιερώνει την απαγόρευση της μαρτυρικής απόδειξης κατά του περιεχομένου εγγράφου (προσυμφώνων αγοράς επιδίκων εκτάσεων) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το ταχθέν θέμα αποδείξεως δεν αναφερόταν στο περιεχόμενο των προσυμφώνων αλλά στην απόδειξη της πιο πάνω προβληθείσας αντενστάσεως του ενάγοντος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες εναγομένους ισχυρισμό, ότι κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης περί διαρρήξεως των εις αυτή απαλλοτριώσεων, αγωγής, η εκ των ένδικων προσυμφώνων απαίτηση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος για τη μεταβίβαση της κυριότητος των ακινήτων είχε ήδη υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή είναι απορριπτέος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (78/2006) το Εφετείο έλαβε υπόψη του μοναδικό περί εικοσαετούς παραγραφής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Επίσης από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η καταβολή του υπολοίπου τιμήματος (των 7 δόσεων) έγινε στις 22-11-1990 γι' αυτό και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το σχετικό από την ίδια διάταξη (αριθ. 8) μέρος του με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος.

Στο άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της εκδοθησομένης αποφάσεως εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών, οι πράξεις καθενός απ' αυτούς ωφελούν και βλάπτουν τους λοιπούς, οι δε νομίμως μετέχοντες της δίκης ή προσεπικληθέντες ομόδικοι, απολειπόμενοι, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους.

Περίπτωση δε αναγκαστικής ομοδικίας κατά το άρθρο 76 ΚΠολΔ υπάρχει και στην περίπτωση που α) ο δανειστής, ασκών κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ δικαίωμα του οφειλέτη προς αναγνώριση της ακυρότητας καταρτισθείσας συμβάσεως μεταξύ του τελευταίου και τρίτου, ενάγει αμφοτέρους τους συμβληθέντες στην προσβαλλόμενη δικαιοπραξία και β) ο δανειστής, απαιτών τη διάρρηξη κατ' άρθρο 939 ΑΚ, απαλλοτριώσεως που έγινε προς βλάβη αυτού από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο, προς τον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, καθόσον και στις δυο πιο πάνω περιπτώσεις δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων έναντι των ως άνω ομοδίκων, ήτοι του οφειλέτη του δανειστή και του τρίτου με τον οποίο συμβλήθηκε.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1β εδαφ. τελ. ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων της πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για την όλη δίκη. Ο κανόνας όμως αυτός κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς ένα ή μερικούς ομοδίκους, μη οριστική δε ως προς τους λοιπούς.

Διότι από τις διατάξεις των άρθρων 74. 75 παρ. 1 και 2, 76 και 517 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στην περίπτωση αυτή, η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αποτέλεσμα και η ως προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτού τη δίκη. Έκτοτε συνεπώς η απόφαση είναι ως προς αυτόν εκκλητή και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 78/2006 και τις συμπροσβαλλόμενες με αυτή 49/2003 και 63/2005 μη οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών (συνεδριάζοντος στη μεταβατική έδρα Χαλκίδας), η από 14.5.2002 έφεση του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού κατά της 411/1998 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ασκήθηκε στις 20.5.2002.

Όμως η εκκαλουμένη απόφαση (411/1998), που εκδόθηκε επί της από 20-10-1995 παυλιανής αγωγής του εκκαλούντος συνεταιρισμού και στρέφεται κατά των αναιρεσειόντων (εναγομένων), με την οποία αγωγή εδιώκετο η διάρρηξη ως καταδολιευτικής μεταξύ των άλλων και της δικαιοπραξίας (γονικής παροχής του εναγομένου Z2 στα επίσης εναγόμενα τέκνα του T1 και T2) που είχε καταρτισθεί με το νομίμως μεταγραφέν ...

συμβολαιογραφικό έγγραφο, επιδόθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος - αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού στις 18-11-1998 και επομένως η έφεση κατά το μέρος που αφορούσε την απόρριψη της σωρρευόμενης αυτής αγωγής ως αόριστης ασκήθηκε πέραν της οριζόμενης στο άρθρο 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας των τριάντα ημερών. Αν δε ληφθεί υπόψη ότι 1) η απόφαση (411/1998) με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τους εναγομένους Z2 και τα τέκνα του T1 και ....και T2, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της κατά το μέρος που αφορούσε την πιο πάνω δικαιοπραξία (καθόσον όπως κρίθηκε δεν αναφερόταν, αν και κατά ποιο μέτρο η καταδολιευτική γονική παροχή υπερβαίνει το προσήκον από τις περιστάσεις μέτρο, συνιστώσα κατ' αυτό δωρεά) είναι οριστική, γιατί περιέχει τη διάγνωση μιας έννομης σχέσης του δικονομικού δικαίου και αποτελεί δεδικασμένο ως προς το δικονομικό ζήτημα που κρίνεται μ' αυτή και ότι 2) στην περίπτωση της απλής ομοδικίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αν εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς έναν από τους απλούς ομοδίκους, η απόφαση υπόκειται σε έφεση αυτοτελώς ως προς αυτόν και πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τους λοιπούς, η προκειμένη έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, αφού στην εξεταζόμενη περίπτωση μεταξύ των ως άνω εναγομένων και των λοιπών εναγομένων υπάρχει απλή ομοδικία, αφού, σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των πιο πάνω (τριών) ομοδίκων στηρίζοντας στην ίδια νομική και πραγματική αιτία, που είναι όμως (η πραγματική αιτία) διαφορετική από εκείνη των λοιπών ομοδίκων.

Επομένως οι λόγοι της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος του κυρίως δικογράφου και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου κατά της 411/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας κατά το μέρος που αφορούσε την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης ως προς την ανωτέρω δικαιοπραξία είναι ουσιαστικά βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του όρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 78/2006 οριστική του απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει των υπ' αριθμ. ...- ...- .. προσυμφώνων συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ν. Καραστάθη, ο εκ των εναγομένων Z2 και ο πατέρας του ετέρου Π1, Z1, υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα Συνεταιρισμό, με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Ένωσης Ηλεκτ/τών Ευβοίας ΣΥΝ.

ΠΕ", εκ μείζονος εκτάσεώς τους, έκταση 53.814 τ.μ. συνολικώς, άγονο βουνώδη και πετρώδη (38.604 τ.μ. 5070 τ.μ. και 10.140 τ.μ. αντιστοίχως), κειμένη στη θέση "..." ή "..." της Κτηματικής Περιφέρειας .... Και ειδικότερα: α) αμφότεροι από κοινού και κατά ποσοστό 2/3 και 1/3 αντιστοίχως, δυνάμει του αριθμ. ... προσυμφώνου, υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στον ενάγοντα Συνεταιρισμό έκταση 38.604 τ.μ.

β) ο Z1 δυνάμει του αριθμ. ... προσυμφώνου, έκταση 5.070 τ.μ. και γ) ο Z2, δυνάμει του αριθμ. ... προσυμφώνου, έκταση 10.140 τ.μ., αντί 44 δραχμών ανά τ.μ. και συνολικού τιμήματος αντιστοίχως ανά έκταση 1.530.760, 223.080 και 446.160 δραχμών. Επίσης, ως αρραβών συμφωνήθηκαν ανά έκταση τα ποσά, των 450.000, 50.000 και 100.000 δραχμών αντιστοίχως, το δε υπόλοιπο του τιμήματος ανά έκταση, πιστώθηκε.

Στα ανωτέρω προσύμφωνα, κατά τρόπον πανομοιότυπον έχουν αποτυπωθεί οι όροι και οι συμφωνίες ολοκληρώσεως των μεταβιβάσεων, οι οποίοι κατά το ενδιαφέρον την παρούσα υπόθεση μέρος τους, προέβλεπαν τα εξής: α) Το υπόλοιπο του τιμήματος θα κατεβάλετο σε 40 μηνιαίες δόσεις, και ειδικότερα για το πρώτο προσύμφωνο, ποσού 27.100 δραχμών των 39 πρώτων και 23.860 της τελευταίας, για το δεύτερο προσύμφωνο ποσού δραχμών 4.300 των 39 πρώτων και δραχμών 5.380 της τελευταίας, και για το τρίτο προσύμφωνον, δραχμών 8.600 των 39 πρώτων δόσεων και δραχμών 10.760 της τελευταίας, αρχής γενομένης των καταβολών από 28-2-1967, των δε υπολοίπων, την τελευταία ημέρα εκάστου των 39 συνεχών μηνών, ατόκως, πασών δε των καταβολών αποδεικνυομένων, δι' εγγράφου αποδείξεως, β) Σε περίπτωση μη καταβολής κάποιας εκ των δόσεων, ο αγοραστής καθίσταται υπερήμερος, χωρίς άλλη όχληση ανατρέπεται η σύμβαση αυτή, των πωλητών απαλλασσομένων κάθε υποχρέωσης τους που απορρέει από τη σύμβαση αυτή, ο δε αρραβώνας και κάθε άλλο χρηματικό ποσόν, που μέχρι τότε έχει καταβληθεί, έναντι του τιμήματος, καταπίπτει υπέρ των πωλητών.

γ) Όταν εξοφληθεί και η τελευταία δόση του τιμήματος, οι πωλητές υποχρεούνται να εμφανιστούν ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου ή του νομίμου αντιπροσώπου του, προς σύνταξη και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, κατόπιν εγγράφου προσκλήσεως των πωλητών, προ 10 τουλάχιστον ημερών. Σε περίπτωση δε μη εμφάνισης των τελευταίων, ο αγοραστής δικαιούται να προβεί δι' αυτοσυμβάσεως στη σύνταξη του οριστικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, για την οποία οι πωλητές δια των προσυμφώνων αυτών, παρέχουν στον ενάγοντα αγοραστή την ανέκκλητη εντολή και το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα, να υπογράψει αυτός το οριστικό συμβόλαιο ως αντιπρόσωπος τους.

δ) Η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου μπορεί να γίνει οποτεδήποτε - από την ημέρα υπογραφής των προσυμφώνων και πριν την εξόφληση του τιμήματος, εφόσον το ζητήσει τούτο ο ενάγων συνεταιρισμός, καλώντας προς τούτο εγγράφως τους εναγομένους πωλητές, προ 15 ημερών, υποχρεουμένων τούτων να προσέλθουν για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.

Όμως οι πωλητές δεν υποχρεούνται να πράξουν αυτό, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε παύσει η ενέργεια του προσυμφώνου, λόγω μη εμπροθέσμου καταβολής κάποιας δόσεως εκ του υπολοίπου τιμήματος. Εφόσον δε κατά τα ανωτέρω καταρτιστεί το οριστικό συμβόλαιο (πριν δηλαδή την εξόφληση των δόσεων του υπολοίπου τιμήματος και εφόσον μέχρι τότε δεν υπήρξε ουδεμία καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων), θα τεθεί σ' αυτό (οριστικό συμβόλαιο) όρος, σύμφωνα με τον οποίο η πώληση, θα τελεί υπό την διαλυτική αίρεση, της πλήρους καταβολής του τιμήματος, και επομένως, εφόσον εντός των άνω συμφωνηθεισών προθεσμιών, δεν γίνει η καταβολή κάποιας δόσεως τούτου (τιμήματος), θα πληρούται η αίρεση, με αποτέλεσμα την παύση της ενεργείας του οριστικού συμβολαίου, την ανατροπή των αποτελεσμάτων αυτού και την αυτοδίκαια επάνοδο της κυριότητας των μεταβιβασθέντων στους πωλητές.

Στην περίπτωση δε αυτή, οι μέχρι της ανατροπής καταβολές δόσεων του τιμήματος, θα καταπίπτουν υπέρ των πωλητών, λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ή αποζημιώσεως. Οι πωλητές ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτών, υποχρεούνται όπως κατά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, προσκομίσουν την υπό του νόμου απαιτουμένην σχετική αδεία της Διεύθυνσης Γεωργίας και κάθε άλλο απαραίτητο για την περαίωση της σύμβασης αυτής έγγραφο.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι κατά την κατάρτιση των ως άνω προσυμφώνων, οι συμφωνηθείσες να μεταβιβαστούν στον ενάγοντα εκτάσεις των 38.604, 5.070 και 10.140 τ.μ., ήταν βουνώδεις, πετρώδεις, καλύπτονταν από αραιή βλάστηση (κυρίως πουρνάρια) και ήταν κατάλληλες για βοσκή, είχαν δηλαδή μορφή χορτολιβαδικής εκτάσεως, και ενέπιπταν στη ρύθμιση του δασικού κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 4173/.1929 αλλά και του ν.δ. 86/1969 και του ν. 998/1979.

Δεν ήταν δε δυνατόν κατά τον ως άνω χρόνον υπογραφής των τριών προσυμφώνων, να καταρτιστούν - αντί αυτών αμέσως - οι οριστικές συμβάσεις πωλήσεως, διότι λόγω της ιδιότητας των ανωτέρω εκτάσεων ως χορτολιβαδικών ήταν απαραίτητη η λήψη αδείας κατατμήσεως αυτών, από τον Υπουργό Γεωργίας, η οποία δεν υπήρχε κατά την κατάρτιση των προσυμφώνων, και γι' αυτό τη σχετική υποχρέωση εκδόσεως της, ανέλαβαν κατά τα ανωτέρω με τα προσύμφωνα, οι πωλητές.

Η έλλειψη συνεπώς της αδείας κατατμήσεως, ήταν και ο νομικός λόγος, που υπαγόρευσε στους συμβαλλομένους την κατάρτιση των προσυμφώνων και όχι των οριστικών συμβολαίων. Σημειώνεται δε ότι η κατάρτιση των ως άνω προσύμφωνων, δεν ήταν αντίθετη στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, που ίσχυαν κατά τον χρόνον καταρτίσεως τους, αφού αυτή υπαγορεύτηκε από την έλλειψη άδειας κατατμήσεως, ένεκα της οποίας δεν ήταν δυνατόν να καταρτιστούν οι οριστικές συμβάσεις πωλήσεως, και γι αυτό ακριβώς το λόγο, συμφωνήθηκε να γίνει η κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων πωλήσεως, μόνον εφόσον προσκομιστεί η σχετική άδεια από τους πωλητές, μόλις δηλαδή πληρωθεί η νόμιμη προϋπόθεση, η οποία απετέλεσε την αναβλητική αίρεση καταρτίσεως αυτής, η οποία αποκλειστικώς εξηρτάτο από τις ενέργειες των πωλητών, δεν είχε χρονικό περιορισμό, δηλαδή δεν ορίστηκε χρονικό διάστημα εντός του οποίου όφειλαν να ενεργήσουν αυτοί (πωλητές), για την έκδοση της εν λόγω αδείας.

Όπως δε αποδεικνύεται από την αριθμ. ... Απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, για μείζονα έκταση των πωλητών - στην οποία συμπεριλαμβάνοντο και οι αναφερόμενες στα ως άνω προσύμφωνα εδαφικές εκτάσεις εκ 38.604, 5.070 και 10.140 τ. μέτρων - χορηγήθηκε στους τελευταίους άδεια κατατμήσεως, στα επακριβώς προσδιοριζόμενα στην απόφαση αυτή τμήματα, σύμφωνα με το άρθρο 60 του ν.

δ. 86/1969, με τον όρο να μη κατατμηθούν περαιτέρω, και να μην εκχερσωθούν αυτές χωρίς άδεια της αρμόδιας Δασικής Αρχής. Επομένως, από την έκδοση της περί κατατμήσεως ως άνω αδείας του Υπουργού Γεωγίας, ήταν δυνατή η κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων πωλήσεως των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων. Όμως οι ανωτέρω δύο πωλητές (Z1και Z2), δεν έστερξαν στην κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων πωλήσεως, μέχρι και την έναρξη ισχύος του νόμου 998/1979, με τον οποίο μεταβλήθηκαν οι όροι χαρακτηρισμού εκτάσεως δασικής ως ιδιωτικής ή αποχαρακτηρισμού αυτής, καθώς και οι προϋποθέσεις εκποιήσεως αυτής.

Έτσι μετά την ισχύ του τελευταίου αυτού νόμου, εκδόθηκαν, η αριθμ. ... απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με την οποία αναγνωρίστηκε μεγαλύτερη έκταση (1.489 τ.μ.) των πωλητών, στην οποία περιλαμβάνονται και οι επίδικες εκτάσεις, ως κτήση ιδιωτική και η ... απόφαση του ιδίου Υπουργού (Γεωργίας), με την οποία αποφασίστηκε, ύστερα από προσφυγή κατά της προηγουμένης αποφάσεως, στο Αναθεωρητικό Συμβούλιο ιδιοκτησίας Δασών, ότι η ως άνω μείζων έκταση των πωλητών είναι ιδιωτική.

Στη συνέχεια με το ... έγγραφο του Δασαρχείου ..., γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα συνεταιρισμό, ύστερα από σχετική αίτηση του, ότι με τη δεύτερη ως άνω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας λύθηκε οριστικά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιδίκων εκτάσεων, ότι αυτές έχουν χαρακτηριστεί χορτολιβαδικές και ότι πλέον η Δασική Υπηρεσία δεν έχει καμία αρμοδιότητα στην έκταση αυτή και δεν απαιτείται κανένα έγγραφο της για την αγοραπωλησία των εν λόγω εκτάσεων.

Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι μετά την έκδοση της ως άνω αριθμ. ... αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία χορηγήθηκε η άδεια κατατμήσεως της μεγαλύτερης ως άνω εκτάσεως των 1.489 στρεμμάτων, και στις επίδικες ως άνω εδαφικές εκτάσεις, που αναφέρονται στα προμνημονευόμενα προσύμφωνα και πάντως μετά την έκδοση της άνω ...

αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία αποφασίστηκε ότι οι επίδικες ως άνω εκτάσεις είναι ιδιωτικές, και ανήκουν κατά τα ανωτέρω στους εναγόμενους πωλητές, πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση από την οποία εξαρτήθηκε κατά τα προεκτεθέντα η κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων πωλήσεως, των επιδίκων ως άνω εδαφικών εκτάσεων, και συνεπώς έπρεπε οι εναγόμενοι πωλητές να συμπράξουν με τον ενάγοντα Οικοδομικό Συνεταιρισμό, στην κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων πωλήσεων πλην όμως, παρά τις προς τούτο προσκλήσεις του τελευταίου, δεν έστερξαν στην κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων ως όφειλαν και υποχρεούντο από τα ως άνω προσύμφωνα.

Συγκεκριμένα δε ο ενάγων, μεταξύ άλλων επέδωσε στους εναγομένους τις: 1) από 8-4-1978, 2) 7-8-1978, 3) 19-1-1981, 4) 14-3-1981 και 5) 19-6-1984 δηλώσεις - διαμαρτυρίες - προσκλήσεις, με τις οποίες διεμαρτύρετο για τη μη σύμπραξή τους στην κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων πωλήσεως και για την άρνηση είσπραξης εκ μέρους τους, του εκ δραχμών 279.240 υπολοίπου του τιμήματος, και παρεπονείτο για την πολυετή αδράνεια και αμέλειά τους για την έκδοση της απαιτουμένης για την σύνταξη των οριστικών συμβολαίων, αδείας από την αρμοδία υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας.

Σημειώνεται δε ότι ούτε από το όλο περιεχόμενο των ως άνω προσυμφώνων, ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε, ότι η κατάρτιση των οριστικών συμβάσεων, είχε εξαρτηθεί και από την εκ μέρους του ενάγοντος λήψη από το ΥΠΕΧΩΔΕ, άδειας καταλληλότητας των ως άνω επιδίκων εκτάσεων, για τη δημιουργία οικισμού, όπως αβασίμως οι εναγόμενοι διατείνονται.

Περαιτέρω αυτοί ισχυρίζονται ότι ο ενάγων δεν ετήρησε τους όρους των προσυμφώνων, και συγκεκριμένα εκείνον της αποπληρωμής του τιμήματος, των προς πώληση συμφωνηθεισών δια των ως άνω προσυμφώνων εκτάσεων, που έπρεπε να είχε γίνει μέχρι τις 31-5-1970. Όμως ο ισχυρισμός τους αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ενάγων όπως προαναφέρθηκε προσφερόταν στην καταβολή του ως άνω υπολοίπου του τιμήματος, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνούντο να το εισπράξουν. Αυτοί, απαντώντες στα ως άνω εξώδικα του ενάγοντος πουθενά δεν αναφέρουν παράβαση εκ μέρους του τελευταίου οποιουδήποτε όρου των ως εν λόγω προσυμφώνων , και ουδεμία μνεία κάνουν όχι μόνον περί καθυστερήσεως, αλλ' ούτε καν περί οφειλής υπολοίπου εκ του τιμήματος των μεταβιβασθησομένων στον ενάγοντα ως άνω εκτάσεων.

Αντιθέτως οι εναγόμενοι: α) στο από 2-1-1981 εξώδικο έγγραφο τους προς τον ενάγοντα του γνωρίζουν, ότι δεν είναι δυνατή η εκποίηση των δια των προσυμφώνων συμφωνηθεισών προς μεταβίβαση σ' αυτούς εκτάσεων, επειδή είναι δασικές και γι αυτό τον καλούν να προσέλθει να εισπράξει το τίμημα που τους έχει καταβάλει β) στο από 26-6-1984 όμοιο έγγραφο τους υπόσχονται, ότι θα συμπράξουν στη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων, όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού των επιδίκων εκτάσεων ως χορτολειβαδικών, η οποία ακόμη βρίσκεται σε εκκρεμότητα γ) στο από 5-3-1985 επίσης εξώδικο έγγραφο τους και πάλιν του γνωστοποιούν ότι ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού των επιδίκων εκτάσεων ως χορτολιβαδικών και όταν δε τούτο συμβεί θα ειδοποιηθούν, ότι δεν αρνούνται την μεταξύ τους συμφωνία, ούτε έχουν και την πρόθεση να νοσφισθούν τα χρήματα του και γνωρίζουν σ' αυτόν (ενάγοντα), εφόσον το επιθυμεί να καταργηθούν τα προσύμφωνα και να του επιστραφούν τα καταβληθέντα χρήματα και δ) στο από 15-5-1985 επίσης εξώδικο τους, επαναλαμβάνουν και πάλιν ότι υφίσταται ακόμη η εκκρεμότητα στη Διεύθυνση Δασών του Ν.

Ευβοίας, υπάρχει πρόβλημα εγκυρότητας των προσυμφώνων και ότι και πάλιν προσφέρονται στην επιστροφή των χρημάτων, που ως τίμημα τους έχει ο ενάγων καταβάλει. Ουδένα συνεπώς όρον ο ενάγων των ως άνω προσυμφώνων δεν παρέβη, και συνεπώς ούτε και αυτόν της καταβολής του υπολοίπου του τιμήματος, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα οι εναγόμενοι πωλητές επροφασίζοντο την εκκρεμότητα στο Υπουργείο Γεωργίας για τη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων - παρότι αυτή είχε από το έτος 1970 λήξει και σε κάθε δε περίπτωση από το 1984 - για την οποία όμως ουδέποτε ενημέρωσαν οι ίδιοι τον ενάγοντα για τη λήξη της, παρότι έναντι αυτού είχαν αναλάβει και σχετική δέσμευση.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο ενάγων πρόσφερε πραγματικώς και προσηκόντως το υπόλοιπο του τιμήματος - εκ 280.000 δραχμών - εντόκως στους εναγομένους πωλητές πλην όμως αυτοί αρνούντο να το εισπράξουν. Προς τούτο ο ενάγων προέβη σε δημόσια κατάθεση αυτού και στις 22-11-1990 επέδωσε στους εναγομένους τα αριθμ. ...- ...γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης, αφορώντα τις επτά (7) τελευταίες δόσεις του ως άνω συμφωνηθέντος τιμήματος των τριών προσυμφώνων μετά των τόκων αυτών.

Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται περαιτέρω και από το περιεχόμενο του από 22-11-1990 εξωδίκου των εναγομένων πωλητών προς τον ενάγοντα - αυθημερόν επιδοθέν - στο οποίο αναφέρουν ότι συνεχίζουν να προσφέρουν σ' αυτόν ότι ως τίμημα εκείνος τους έχει καταβάλλει. Είναι τουλάχιστον αντιφατικό το μεν να ισχυρίζονται ότι λόγω της μη εμπροθέσμου καταβολής των υπολειπομένων 7 δόσεων του τιμήματος, να έχει ο ενάγων από πολλών ετών απωλέσει τα δικαιώματά του εκ των ως άνω προσυμφώνων -ως χαρακτηριστικός αναγράφουν οι εναγόμενοι στο εν λόγω εξώδικο - το δε να προσφέρονται να αποδώσουν στον υπαίτιο παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, το καταβληθέν τίμημα χάριν "της φήμης τους" ως αβασίμως ισχυρίζονται.

Προδήλως προσφέρονται και πάλιν στην επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, αναγνωρίζοντας ότι η μη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων προήλθε από δική τους υπαιτιότητα, ως άλλωστε το ίδιο είχαν πράξει και κατά το παρελθόν με όμοια έγγραφα τους (βλέπε σχετικά τα από 26-6-1984 και 15-5-1985 έγγραφα τους). Ενόψει των ανωτέρω, οι εναγόμενοι πωλητές Z1 και Z2, σε αντίθεση με την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλεται στην κοινωνική συμβίωση, προκάλεσαν την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως που είχε τεθεί με τον όρο 2 των αριθμ. ...

προσυμφώνων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ν. Καραστάθη, κατά την οποία η μη καταβολή κάποιας εκ των δόσεων του τιμήματος, καθιστά υπερήμερο τον αγοραστή ενάγοντα χωρίς άλλην όχληση, και ανατρέπει την σύμβαση, των πωλητών απαλλασσομένων κάθε υποχρέωσής τους εκ της συμβάσεως αυτής. Όμως κατ' άρθρο 207 παρ. 2 ΑΚ, η αίρεση αυτή θεωρείται - ως εκ της ως άνω συμπεριφοράς των εναγομένων πωλητών - ότι δεν πληρώθηκε, οπότε ο ενάγων έχοντας εκπληρώσει όλες τις εκ των ως άνω προσυμφώνων απορρέουσες υποχρεώσεις του, προεχόντως δε αυτήν της εξοφλήσεως εμπροθέσμως του τιμήματος ως είχε δι' αυτών ( προσυμφώνων) συνομολογηθεί, έχει κατά των εναγομένων τη διαλαμβανομένη στα εν λόγω προσύμφωνα απαίτηση, γεννημένη τουλάχιστον από το έτος 1990" Έτσι που έκρινε το Εφετείο κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση των εναγομένων περί πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως δεχόμενο την αντένσταση του ενάγοντος από τη διάταξη του άρθρου 207 παρ. 2 ΑΚ στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον ειδικότερα δεν έχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και τούτο διότι καίτοι δέχεται το Εφετείο ότι κατά τα συμφωνηθέντα με τα προσύμφωνα 1) το τίμημα θα καταβαλλόταν σε 40 μηνιαίες δόσεις εκ των οποίων η πρώτη στις 28-2-1967 και η κάθε μία από τις υπόλοιπες 39 την τελευταία ημέρα εκάστου των 39 συνεχών μηνών και ότι έτσι η τελευταία δόση ήταν καταβλητέα στις 31 Μαΐου 1970 2) ότι σε περίπτωση μη καταβολής κάποιας από τις δόσεις ο αγοραστής καθίσταται υπερήμερος χωρίς άλλη όχληση και ανατρέπεται η σύμβαση και οι πωλητές απαλλάσσονται κάθε υποχρεώσεώς τους που απορρέει από τη σύμβαση 3) ότι οι τελευταίες 7 δόσεις του τιμήματος δεν είχαν καταβληθεί μέχρι και τις 22-11-1990 οπότε μετά από νομότυπη και προσήκουσα προσφορά του υπολοίπου τιμήματος από 280.000 δραχμών μετά των τόκων και την άρνηση των εναγομένων να το εισπράξουν ο ενάγων προέβη σε δημόσια κατάθεση και 4) ότι την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως προκάλεσαν οι εναγόμενοι πωλητές Z1 και Z2 σε αντίθεση με την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλεται στην κοινωνική σύμβαση, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και επαρκή ο χρόνος από τον οποίο άρχισε η αντίθετη προς τη καλή πίστη συμπεριφορά των προαναφερθέντων πωλητών καθώς και μέχρι πότε εξακολούθησε η συμπεριφορά τους αυτή ενόψει και του ότι και κατά το οικείο θέμα απόδειξης σε βάρος του ενάγοντος η συμπεριφορά αυτή προσδιορίζεται χρονικά από αρχές του έτους 1970 μέχρι και το έτος 1988, έτσι ώστε να μην υπάρχει στην απόφαση σαφής και επαρκής αιτιολογία ως προς το αν η μη καταβολή των επτά τελευταίων δόσεων του τιμήματος εκ των οποίων μάλιστα δύο είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες εντός του έτους 1969 (των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου), μέχρι και της γενομένης δημοσίας κατάθεσης (22-11-1990) που έγινε δύο περίπου έτη μετά το έτος 1988, προκλήθηκε από την αντίθεση προς την καλή πίστη συμπεριφορά των εναγομένων πωλητών, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 207 παρ. 2 Α Κ γι' αυτό και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του πρέπει να γίνει δεκτός και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά απ' αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 78/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και τις συμπροσβαλλόμενες υπ' αριθμ. 63/2005 και 49/2003 μη οριστικές κατά το εις το σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ