Appeal dismissed; court upheld evidence evaluation as not subject to Supreme Court review under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a dispute between two school principals. The appellant argued that the lower court relied on unproven facts and mischaracterized a specific letter, but the court found the decision based on a comprehensive evaluation of witness testimonies and documents. The court ruled that the assessment of evidence is a matter for the lower court and cannot be re-examined by the Supreme Court, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of evidence evaluation is limited to cases where the lower court accepted facts without proof or relied solely on unverified documents, excluding general factual assessments from appellate scrutiny.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1736 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1736/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Καρελλά.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσισβήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7205/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιουλίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 1 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-7-2007 αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Οι διάδικοι είναι δάσκαλοι και κατά το έτος 2001 ήσαν διευθυντές, ο μεν ενάγων του 9ου δημοτικού σχολείου του δήμου ....., η δε εναγομένη του 3ου δημοτικού σχολείου του ίδιου δήμου. Επιπλέον, ο πρώτος, μετά την παραίτηση της δεύτερης, ήταν και ταμίας και γραμματέας της 8ης Σχολικής Επιτροπής του δήμου ..... . Η εναγομένη στην από 15-5-2001 αναφορά της προς τον πρόεδρο και τα μέλη της ως άνω Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε και προς τον προϊστάμενο του 6ου Γραφείου Πρωτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως της Α' Δ/νσεως Πρωτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Αθηνών και προϊστάμενος της ίδιας Δ/νσεως ανέφερε ότι "...
για να συγκαλυφθούν οι παρανομίες του διευθυντή του 9ου, γραμματέα και ταμία της ΣΕ και κυρίως η αδιαφανής παρασκηνιακή διαχείριση των οικονομικών...". Επίσης, στην από 11-2-2002 αναφορά της προς τον πρόεδρο της 8ης Σχολικής Επιτροπής, που κοινοποιήθηκε και στα μέλη της, στο Υπουργείο παιδείας και στο ΣΔΟΕ Αθηνών αναγράφεται ότι "...
Το τέχνασμα της δημιουργίας εντάσεως, ο αποπροσανατολισμός από τη διαχείριση, το νταηλίκι και οι θεατρινισμοί, οι συκοφαντίες εναντίον μου (περί φαιδρού και τρελού ατόμου, που δημιουργεί προβλήματα) δεν αρκούν, για να καλύψουν εγκληματικές ενέργειες, κατά τις οποίες υποκλέπτονται χρήματα, που διαθέτει το κράτος για την υγεία (καθαριότητα) των μαθητών μας και τη στοιχειώδη λειτουργία (γραφική ύλη)...
Καταγγέλλω τον διαχειριστή της 8ης ΣΕ (ταμία-γραμματέα) για καταλήστευση των οικονομικών με πλαστά τιμολόγια και για πλαστογράφηση επίσημων στοιχείων (βιβλίο πρακτικών)". Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη την 8-4-2002 ενώπιον της επιθεωρήτριας του Υπουργείου Οικονομικών ανέφερε εις βάρος του ενάγοντος και του προέδρου της σχολικής επιτροπής ότι "αυτοί οι κλέφτες έφαγαν τα λεφτά της επιτροπής με πλαστά τιμολόγια".
Πλην όμως, τα υπόλοιπα καταγγελλόμενα, εκτός των αξιολογικών κρίσεων και χαρακτηρισμών που έχουν παρεμβληθεί στο κείμενο των καταγγελιών, που θα αναφερθούν εν συνεχεία, στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα και αντικειμενικά στοιχεία και δεν ήσαν ψευδή και, ως εκ τούτου, δεν ήσαν δυσφημιστικά ή συκοφαντικά για τον ενάγοντα.
Τούτο αποδεικνύεται κυρίως από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους διαδίκους υπ' αριθ. Πρωτ. ..... πορισματική έκθεση της επιθεωρήτριας της Δ/νσεως Επιθεωρήσεως Αθηνών της Γενικής Δ/νσεως Οικονομικής Επιθεωρήσεως του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, Α, η οποία διεπίστωσε ότι το 2001 ο ενάγων εισέπραξε χρηματικά ποσά για λογαριασμό της ΣΕ, τα οποία δεν κατέθεσε στο βιβλιάριο αυτής, αλλά για χρονικό διάστημα, μικρότερου του διμήνου, συνέχισε να τα κατέχει, ενώ αυτά ήσαν μεγαλύτερα απ' όσα εδικαιούτο να κατέχει κατά νόμον, αν και δεν είχε πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεώς τους όπως κρίθηκε και με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπό του ιδίου υπ' αριθ. 49476/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και για το λόγο αυτό η ως άνω επιθεωρήτρια προέβη σε αυστηρές συστάσεις προς αυτόν για την τήρηση των νομίμων διαδικασιών.
Εάν όμως ληφθούν υπόψη ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες υπεβλήθησαν οι προαναφερθείσες καταγγελίες σε δημόσιες υπηρεσίες, όπου τα αναγραφόμενα σ' αυτές έγιναν γνωστά από ευρύ κύκλο προσώπων, το σύνολο του κειμένου τους και ιδίως των περιεχομένων σ' αυτά απαξιωτικών αξιολογικών κρίσεων και χαρακτηρισμών του ενάγοντος, όπως περί αδιαφανούς και παρασκηνιακής διαχειρίσεως των οικονομικών, αποπροσανατολισμού από τη διαχείριση, υποκλοπής δημοσίων χρημάτων και καταληστεύσεώς του με πλαστά τιμολόγια και πλαστογράφηση επίσημων στοιχείων (αξιολογικές κρίσεις) και περί τεχνάσματος δημιουργίας εντάσεως και αυθαίρετης και βάναυσης συμπεριφοράς (νταηλίκι) καθώς και θεατρινισμών του ενάγοντος (χαρακτηρισμοί), προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του τελευταίου, δηλαδή σκοπός καταφρονήσεώς του από την εναγόμενη προερχόμενος από προσωπικές αντιπαραθέσεις τους (γεγονός, που επισημαίνεται και από την ως άνω επιθεωρήτρια, αλλά και συνομολογείται αμέσως από την ίδια εναγομένη στην από 11-2-2002 αναφορά της, στην οποία αναφέρει περί συκοφαντιών του ενάγοντος γι' αυτήν ως φαιδρού και τρελού ατόμου, που δημιουργεί προβλήματα").
Η εξυβριστική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης είναι αρκούντως σημαντική και ο ενάγων προσεβλήθη παράνομα και από πρόθεση στην προσωπικότητα του και ειδικότερα στην τιμή και την υπόληψη του ως άνθρωπος και εκπαιδευτικός λειτουργός και θιγόμενος, δικαιούται κατ' άρθρο 57 εδαφ. β'59, 914, 932 ΑΚ, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή.
Για την αποκατάστασή της, αν ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής και οι συνθήκες τελέσεως αυτής, η έκταση της βλάβης, η βαρύτητα του πταίσματος της εναγομένης, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων εκπαιδευτικών, οι οποίοι ως γνωστόν δεν λαμβάνουν υψηλές αποδοχές για το λειτούργημά τους, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι διαθέτουν ικανή περιουσία, ιδίως η εναγομένη, αρκεί το ποσόν των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο".
Επομένως, το εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του Κ.πολ.Δ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση που αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσας και να δεχθεί έφεση και αγωγή του αναιρεσίβλητου, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και η από 15-5-2001 αναφορά και η από 11-2-2002 αναφορά της αναιρεσείουσας προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Σχολικής Επιτροπής του Δήμου ....., που κοινοποιήθηκαν η πρώτη στον Προϊστάμενο του 6ου Γραφείου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Α'Δ/νσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Αθηνών και η δεύτερη στο Υπουργείο Παιδείας και στο ΣΔΟΕ.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δεύτερης αναφοράς της που δεν κοινοποιήθηκε σε κανένα παραλήπτη τρίτο, ενώ η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι κοινοποιήθηκε στους πιο πάνω παραλήπτες. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο δηλαδή την από 11-2-2002 αναφορά ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολό αυτών που ιστορεί στην αίτηση της ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από την συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι δηλαδή με την κοινοποίηση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου αλλά και του παρόμοιου της 15-5-2001 προσβλήθηκε από την αναιρεσείουσα υπαίτια η προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η από 11-2-2002 αναφορά της δεν κοινοποιήθηκε σε οποιοδήποτε τρίτο παραλήπτη πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις) την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ