1736/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 74/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 7 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1736/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο με το να δεχθεί ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη ασκεί καταχρηστικά τα καθήκοντά της και πρέπει να της αφαιρεθεί η επιμέλεια επί των ανηλίκων τέκνων της, θεμελιώνει αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 1532 ΑΚ, η οποία συζητείται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και εντεύθεν ότι δεν μπορεί να ερευνηθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1736 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1736/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ...... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή.
Της αναιρεσίβλητης : ....... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 74/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 7 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της περ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που νόμιμα προτάθηκαν και δη την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, άλλως ότι εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση αυτή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε επί του ως άνω ζητήματος τα εξής: "Ο περαιτέρω ισχυρισμός του ότι αυτή ασκεί καταχρηστικά τα καθήκοντά της και πρέπει να της αφαιρεθεί η επιμέλεια επί των ανηλίκων τέκνων της, ο οποίος, σημειωτέον, θεμελιώνει αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 1532 ΑΚ, η οποία συζητείται κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρο 121 Εισ.
Ν ΑΚ), δεν μπορεί να ερευνηθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ενόψει του ότι η εκκαλούμενη εκδόθηκε κατά την προβλεπόμενη από τα άρθρα 681 ΚΠολΔ ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ.1, 667, 670, 671 παρ.1 έως 3 και 672 έως 676 ΚΠολΔ, επί αγωγής και ανταγωγής, στηριζόμενες στα άρθρα 1510-1514 ΑΚ". Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι αυτός ισχυρίστηκε τα εξής: "ενώ αποδείχθηκε με σειρά γεγονότων ότι όχι απλώς είναι εντελώς ακατάλληλη, αλλά και επικίνδυνη για τη ψυχική και σωματική τους υγεία λόγω του νευρικού και κυκλοθυμικού χαρακτήρα της, και της σχιζοφρενούς προσωπικότητάς της, από τα παραπάνω γεγονότα, αλλά και κατά παράβαση του άρθρου 1532 ΑΚ που ορίζει ότι εάν ο γονέας παραβαίνει τα καθήκοντα που του επιβάλλει το λειτούργημα για την επιμέλεια των παιδιών και δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί σ' αυτό, αλλά και αν το ασκεί καταχρηστικά, το Δικαστήριο μπορεί να αναθέσει στον άλλο γονέα την επιμέλειά τους".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος στην ως άνω έφεση ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης για ανάθεση σ' αυτή της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, ενόψει μάλιστα και της αντίθετης ανταγωγής του αναιρεσείοντος, για ανάθεση σ' αυτόν της επιμέλειας των τέκνων, και όχι ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από μέρους της αναιρεσίβλητης, που έχει ως αίτημα την απόρριψη και μόνον της αγωγής και, επομένως, δεν συνιστά "πράγμα".
Περαιτέρω το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο με το να δεχθεί ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη ασκεί καταχρηστικά τα καθήκοντά της και πρέπει να της αφαιρεθεί η επιμέλεια επί των ανηλίκων τέκνων της, θεμελιώνει αγωγή στηριζόμενη στο άρθρο 1532 ΑΚ, η οποία συζητείται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και εντεύθεν ότι δεν μπορεί να ερευνηθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης.
Επομένως, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρθιμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28/1997, Ολ.ΑΠ 30/1997).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησής της.
Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ότι περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, στη ......
Σερρών, στις 6-9-1997 και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα, τη ....., που γεννήθηκε στις 13-7-1998 και τον ..... , που γεννήθηκε στις 21-2-2001. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά, κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2005. Έκτοτε, ως άνω ανήλικα διαμένουν με τη μητέρα τους, σε ιδιόκτητη κατοικία της τελευταίας, η οποία (κατοικία) διαθέτει άνετο, αυτοτελή και επαρκή χώρο για κάθε ανήλικο.
Αυτή είναι υγιής, ηθική και φιλόστοργη μητέρα, άξια και ικανή να διαπαιδαγωγήσει σωστά τα τέκνα της και να συμβάλλει θετικά και υπεύθυνα στην, περαιτέρω, ομαλή ψυχοσωματική και ψυχοπνευματική τους ανάπτυξη. Διατηρεί στη Θεσσαλονίκη κατάστημα κοσμημάτων, στο οποίο απασχολεί και μία υπάλληλο και κατά τις ελεύθερες ώρες της αναλώνει όλες της τις δυνάμεις στη φροντίδα και περιποίηση των ανηλίκων τέκνων της, παρέχοντας σ' αυτά αφειδώς την αγάπη, στοργή και θαλπωρή της, καθώς και κάθε συναισθηματική και ηθική στήριξη, που έχουν απόλυτη ανάγκη, λόγω της μικρής τους ηλικίας και των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από τη διακοπή της οικογενειακής συνοχής.
Άσκησε με απόλυτη επιτυχία μέχρι τώρα την επιμέλεια των τέκνων της, με γνώμονα την καλή σωματική και ψυχοδιανοητική τους ανάπτυξη, αυτό δε, αποτελεί εγγύηση ότι και στο μέλλον θα επιτελεί το καθήκον της αυτό με την ίδια στοργή και γνώση. Ισχυρίζεται βέβαια ο εκκαλών ότι, αυτή δεν είναι κατάλληλη για την άσκηση των καθηκόντων της που απορρέουν από την επιμέλεια επί των ανηλίκων τέκνων της, διότι αδιαφορεί γι' αυτά και λόγω του νευρικού και κυκλοθυμικού της χαρακτήρα, βιαιοπραγεί σε βάρος τους.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρας της ενάγουσας ...... , παιδικής φίλης αυτής και νονάς του ανήλικου ......, η οποία έχει άμεση αντίληψη των συνθηκών διαβίωσης των ανηλίκων, αυτή (ενάγουσα) είναι αφοσιωμένη στα τέκνα της, τα οποία αγαπά και φροντίζει και όπως χαρακτηριστικά καταθέτει είναι "ταγμένη μητέρα", το δε Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση από την κατάθεση της μάρτυρας του εκκαλούντος, ...... , αδελφής αυτού, η οποία προσπαθεί να συμπορευτεί με τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος αδελφού της, και η κατάθεση της στο σημείο αυτό δεν κρίνεται πειστική.
Σημειώνεται ότι, κατά την προσωπική επικοινωνία που είχε ο Εισηγητής-Δικαστής με τα ανήλικα, δεν αναφέρθηκε από τα τελευταία τέτοια συμπεριφορά της μητέρας τους σε βάρος τους.... Ο εκκαλών είναι δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο Σερρών. Διαμένει στη Θεσσαλονίκη, ενώ μεταβαίνει σχεδόν καθημερινά στις Σέρρες για τις ανάγκες του επαγγέλματός του, όπου και διανυκτερεύει τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, με συνέπεια να αδυνατεί, παρά το μεγάλο ενδιαφέρον και την πατρική αγάπη που έχει για τα ανήλικα τέκνα του, να ασχοληθεί αυτοπροσώπως με την επιμέλεια και φροντίδα αυτών, των οποίων οι εν λόγω ανάγκες είναι ιδιαίτερα αυξημένες και συνεχείς λόγω και της ηλικίας που διανύουν.
Κατά την προσωπική επικοινωνία του Εισηγητή-Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού με τα ως άνω ανήλικα διαπιστώθηκε ότι αυτά έχουν μεταξύ τους έντονο συναισθηματικό δεσμό, είναι έξυπνα και κοινωνικά, διατυπώνουν με αυθορμητισμό τις απόψεις τους και τρέφουν αισθήματα αγάπης και για τους δύο γονείς. Αυτά χωρίς να αναφέρουν κάτι το επιλήψιμο σε βάρος της μητέρας τους, εξέφρασαν την επιθυμία να διαμένουν με τον πατέρα τους, διότι μαζί του, όπως χαρακτηριστικά δήλωσαν "πάμε βόλτες και παίζουμε". 'Όμως, η γνώμη αυτή των ανηλίκων δεν συμπορεύεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον αυτών, αν ληφθεί υπόψη ότι έχουν ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική τους ανάπτυξη, λόγω της ηλικίας τους (8 και 5 ετών, αντίστοιχα) και την προσωπικότητά τους υπό διαμόρφωση και γι'αυτό υπόκεινται ενδεχομένως σε επιδράσεις και υποβολές του πατέρα τους, (σημειώνεται ότι ασκεί δικαίωμα επικοινωνίας με τα τέκνα του κάθε Τετάρτη απόγευμα κάθε μήνα από ώρα 16:30 μέχρι ώρα 20:30, το πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 18:00 της Παρασκευής μέχρι ώρα 20:00 της Κυριακής και το δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από ώρα 18:00 της Παρασκευής μέχρι ώρα 15:00 του Σαββάτου), οι οποίες ναι μεν δεν γίνονται από αυτόν από πρόθεση, πλην όμως οδηγούν ασφαλώς στον σχηματισμό της προτίμησης αυτών (ανηλίκων) προς αυτόν.
Εξάλλου, η ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων στον πατέρα τους δεν συμπορεύεται με το καλώς εννοούμενο συμφέρον αυτών, καθόσον η αλλαγή του προσώπου του δικαιουμένου να επιμεληθεί αυτά και η μεταβολή και απομάκρυνσή τους από το περιβάλλον της μητέρας τους, αλλά και το φιλικό και σχολικό τους περιβάλλον είναι βέβαιο ότι θα διαταράξει την ομαλή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική τους ανάπτυξη και θα επιδράσει επιβλαβώς στην περαιτέρω εξέλιξή τους.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, η μητέρα των ανηλίκων παρέχει περισσότερες από το σύζυγό της εγγυήσεις για καλύτερη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση των τέκνων τους, τα οποία, λόγω της ηλικίας τους, έχουν ανάγκη των ιδιαίτερων περιποιήσεων και φροντίδων της μητέρας τους, τις οποίες και δεν μπορεί να τους προσφέρει ο πατέρας τους, ενόψει, όπως προαναφέρθηκε, της ηλικίας των ανηλίκων και των επαγγελματικών του απασχολήσεων.
Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα το αληθινό συμφέρον των ανηλίκων, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες τους, κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας γι' αυτά στη μητέρα τους, η οποία παρέχει όλα τα εχέγγυα για την περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξή τους.
Το Δικαστήριο οδηγείται στην εν λόγω κρίση από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, το Δικαστήριο από όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα έχει μορφώσει εδραία δικανική πεποίθηση, ως προς το γεγονός του αληθινού συμφέροντος των ανηλίκων, για το ποιος δηλαδή από τους δύο γονείς θα πρέπει ασκήσει την επιμέλεια επ' αυτών και γι' αυτό το σχετικό αίτημα περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (συμβουλευτικής) για το θέμα αυτά, που υποβάλλεται από τον εκκαλούντα πρέπει να απορριφθεί".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 5 παρ.1, 21 παρ.1, 20 παρ. 1, 25 παρ.1 του Συντάγματος, 3 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών, που κυρώθηκε με το ν.2502/19977 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, 4 παρ.1 και 2 του Συντάγματος και 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 14 § 1 ΔΣΑΠΔ, και, περαιτέρω, τη διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, αφού συνεκτίμησε τη γνώμη των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, η οποία δεν ήταν δεσμευτική γι'αυτό, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο ανέθεσε την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη μητέρα τους.
Επομένως οι ως άνω λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και στην έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, σχετικώς με την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Άρα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν αφορά παραβίαση δικονομικής διατάξεως ή ελλείψεις, σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιας διατάξεως.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τον πέμπτο λόγο, μέρος πρώτο, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατική αιτιολογία τη διάταξη του άρθρου 695 ΚΠολΔ.
Ο ανωτέρω εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε παραβίαση που σχετίζεται με την εφαρμογή δικονομικής διατάξεως, όπως είναι η προαναφερόμενη. Περαιτέρω, με το να έδωσε το Εφετείο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, μεγαλύτερη δύναμη αποδείξεως στην κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης από εκείνη της μάρτυρος του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ και ο αντίθετος, ως εκτιμάται, πέμπτος, μέρος δεύτερο, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από την αναφορά σ' αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την 530/30-8-2006 βεβαίωση του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Σερρών και τα έγγραφα-μηνύματα των ανηλίκων τέκνων προς τον αναιρεσείοντα πατέρα τους, και, επομένως, ο πέμπτος, μέρος τρίτο, εκ του άρθρου 559 περ.11 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2007, αίτηση του ......., για αναίρεση της 1/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ