Legislator Case Law & Legislation
1736/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease contract duration and interpretation of ambiguous declarations.

Case Number 1736/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a lease contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to apply specific civil code articles and ignored a prior lease agreement, but the court found these arguments vague and unsupported by evidence of ambiguity. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; An appeal based on the non-application of interpretative rules regarding ambiguous declarations is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a genuine ambiguity or uncertainty in the parties' statements.

Keywords

AI generated
lease contract duration ambiguous declarations interpretative rules inadmissible appeal civil code articles legal costs Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 34 of the Civil Code
Article 61 of the Civil Code
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 58, paragraph 10, item b of Presidential Decree 34/1995

Cited Case Law

AI generated
Case 1037/1992
Case 249/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1736 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1736/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοφανώ Παπαζήση.

Των αναιρεσιβλήτων: ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Αλεξίου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Νοεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4142/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2020/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, β) αλλά και την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ΄ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν.

Σε όλες όμως αυτές τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα : α) στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και β) στις υπόλοιπες περιπτώσεις οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ΄ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (ΑΠ 1037/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλούμενη, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, τις διατάξεις των άρθρων 34 και 61 του Α.Κ., προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, με το να δεχθεί ότι από 16.61969 μέχρι του μηνός Νοεμβρίου 2003 λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων μία ενιαία σύμβαση μισθώσεως του αναφερομένου καταστήματος, με μισθώτρια την αναιρεσείουσα και ότι η αναγραφή στο από 15.4.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ότι το μίσθιο κατάστημα εκμισθώνεται μέχρι τις 31-12-1988 στην αναφερόμενη και από την αναιρεσείουσα συσταθείσα ετερόρρυθμη εταιρία, της οποίας μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος ήταν η ίδια (αναιρεσείουσα) έγινε για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο την αναιρεσείουσα.

Και ότι συνέπεια της παραδοχής αυτής ήταν να γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων για απόδοση της χρήσεως του μισθίου σ΄ αυτούς, κατόπιν καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως, που είχε καταστεί κατά την 31.12.1996 αορίστου χρόνου, ως έχουσα διάρκεια μεγαλύτερη των 27 ετών, με τον συνυπολογισμό του ανωτέρω χρόνου μισθώσεως στην ετερόρρυθμη εταιρεία.

Ο προαναφερόμενος όμως λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προεχόντως είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, γιατί στο αναιρετήριο : α) δεν εκτίθενται με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά παρατίθενται αποσπασματικώς και επιλεκτικώς ορισμένες από τις παραδοχές αυτής και β) δεν εξειδικεύεται το νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 34 και 61 που φέρονται ότι εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετική ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Επομένως τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τις εφάρμοσε.

Το στοιχείο αυτό, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια, ότι δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

προκειμένου να διαπιστώσει ότι στις 27.12.1994 μεταξύ των μερών καταρτίσθηκε νέα αυτοτελής σύμβαση μισθώσεως και δεν παρατάθηκε η αρχική από 16.6.1969 μίσθωση όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να συνυπολογισθεί ο χρόνος διάρκειας της μισθώσεως αυτής στον προβλεπόμενο από το άρθρο 58 παρ. 10 περ.

β΄ του Π.Δ. 34/1995 χρόνο μισθώσεως και έτσι να λυθεί η σύμβαση μισθώσεως. Όμως η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι το Εφετείο διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των μερών σχετικά με την έννοια και το σκοπό της από 27.12.1994 συμβάσεως μισθώσεως. Επομένως ο διαληφθείς λόγος αναιρέσεως προεχόντως είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος και για το λόγο αυτό απορριπτέος.

ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αν η δήλωση βουλήσεως στη σύμβαση εμφανίζει σημεία ασαφή και αμβίβολα, που μπορούν να αποσαφηνιστούν με ερμηνεία, συγχωρείται για το λόγο αυτό η προσφυγή και σε γεγονότα κείμενα εκτός συμβάσεως, που προκύπτουν ιδιαιτέρως από έγγραφα, τα οποία προτεινόμενα από κάποιον από τους διαδίκους, επειδή συντελούν στην εξεύρεση της αληθινής θελήσεως των συμβληθέντων, αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ..

Πράγματα, όμως, δεν αποτελούν η ερμηνεία που δίδεται, από κάποιον από τους διαδίκους, σε διάταξη νόμου ή απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή το πραγματικό υλικό προς ενίσχυση της παραδοχής ή αποκρούσεως του αποδιδόμενου στη δήλωση βουλήσεως κρισίμου νοήματος (ΑΠ 249/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσβάλλει την, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, καταλυτικό της αγωγής, ισχυρισμό της, που περιέχεται στις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, προς απόκρουση της εφέσεως των αντιδίκων της, ότι προηγούμενη αυτής μισθώτρια ήταν η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ξανθοπούλου Μένη και Σια Ε.Ε." όπως αναφέρεται στο από 27.12.1994 καταρτησθέν μισθωτήριο συμβόλαιο.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του, ότι συμπληρώθηκε ο από το άρθρο 58 παραγρ. 10 περ. β΄ του Π.Δ. 34/1995 προβλεπόμενος χρόνος διάρκειας της μισθώσεως, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν, τον οποίο, και με ιδιαίτερη σκέψη, απέρριψε ως αβάσιμο. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 18-10-2005 αίτηση της .... για αναίρεση της 2020/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (440) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ