Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding lawyer's fee contract termination and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute involving a lawyer and a bank. The appellant argued that the bank's recall of a public deposit constituted illegal behavior reviving his claim for damages due to the contract's invalidity. The court rejected this, ruling that the contract had already terminated in 2009 and the subsequent recall was lawful without fault.
Legislator headnote
AI generatedArticles 416, 427, 430, 431, 434 of the Civil Code; Articles 1, 2, 5, 6, 8, 9 of Law 3198/1955; Articles 167, 174, 653, 656 of the Civil Code; Article 63 of the Code of Lawyers; Article 236 of the Professional Code: The recall of a public deposit following the termination of a fee contract is not unlawful or attributable if the contract had already expired and the corresponding fee was paid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1735 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1735/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.E. Α.Ε." και το δ.τ. "E.E.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτιου Σαρρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν η 619/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και των προσθέτων λόγων της, η 8523/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την υπό κρίση από 19.9.2022 και με αριθ. καταθ. 96421/147/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 8523/16.8.2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, την από 15.5.2019 έφεση και τους από 12.4.2021 πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της υπ' αριθ. 619/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου ....
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την οποία ο πρώτος ζητούσε αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ως δικηγόρου που τον συνέδεε με την εναγομένη και εξαιτίας θετικής ζημίας που υπέστη από τη συμπεριφορά της τελευταίας ως προς την είσπραξη της αποζημίωσης αυτής, και επέβαλε σε βάρος του ιδίου χρηματική ποινή ποσού χιλίων (1.000) ευρώ ως ποινή τάξης για παράβαση της καλής πίστης και του καθήκοντος αλήθειας.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 619/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου ….. μόνο κατά την πιο πάνω διάταξή της με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του ενάγοντος - εκκαλούντος η χρηματική ποινή για παράβαση της καλής πίστης και του καθήκοντος αληθείας, ενώ απέρριψε, κατά τα λοιπά, κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με την οποία ο αναιρεσείων δικηγόρος στρέφεται κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που με αυτή ηττήθηκε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ..... την 6.10.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 16.8.2022, δηλαδή εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΙI. Με τη διάταξη της παρ. 3 περ. Β' υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης, ήτοι όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου) το οποίο από 23.1.2017 ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 παρ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκείμενη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων δικηγόρος προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 53352586995303200042/2022 ηλεκτρονικού παραβόλου ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, όπως βεβαιώνεται από τη Γραμματέα του Πρωτοδικείου ... στη συνταχθείσα από 6.10.2022 έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Όμως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη η ως άνω διαφορά, έχοντας το προαναφερόμενο αντικείμενο, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αναίρεσης. Κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1084/2023).
ΙΙΙ. Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει οτι: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος με την από 19.11.2018 (με αριθ. καταθ. 101733/1534/2018) αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., απευθυνόμενη κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E. E. Α.Ε.", εξέθεσε ότι στις 14.1.2008 προσλήφθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", καθολική διάδοχος της οποίας είναι ήδη η εναγομένη, με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, αντί συμφωνηθείσας μηνιαίας αμοιβής ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
Ότι από τις 8.1.2010 η ανωτέρω τραπεζική εταιρία έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, μολονότι ο ίδιος της δήλωσε ότι εξακολουθεί να τις προσφέρει, ενώ δεν του κοινοποίησε εξώδικη έγγραφη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, παρά τα προβλεπόμενα από τον οικείο Κανονισμό για το προσωπικό της εταιρίας αυτής, ούτε του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωσή του.
Ότι με την υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ..., που εκδόθηκε επί έφεσής του κατά της υπ' αριθ. 69/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι επί της αναφερόμενης σε αυτή σύμβασής του ως απλής σχέσης παροχής νομικών δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Ότι, περαιτέρω, η άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία στις 25.7.2011 κατήγγειλε το πρώτον την απλή σχέση παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών του με πάγια (μηνιαία) αμοιβή, κοινοποιώντας του την με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, παραλλήλως, του δήλωνε ότι του προσφέρει και την αποζημίωση που αυτός δικαιούτο εξαιτίας της καταγγελίας, συνολικού ύψους δεκαεπτά χιλιάδων πεντακοσίων (17.500) ευρώ, και ότι, σε περίπτωση που εκείνος δεν εμφανιζόταν στην αναφερόμενη στην εξώδικη δήλωση συμβολαιογράφο, θα γινόταν παρακατάθεση του χρηματικού ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως και εν τέλει συνέβη, στις 26.7.2011, αφού ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στη συμβολαιογράφο έχοντας την άποψη ότι δεν συνέτρεχε λόγος δημόσιας κατάθεσης της αποζημίωσης.
Ότι έναντι της ως άνω αποζημίωσης, που δικαιούτο ενόψει της μη καταγγελίας της προαναφερόμενης σχέσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριετίας, αυτός έλαβε το ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ. Ότι την υπόλοιπη αποζημίωση διεκδίκησε ασκώντας προγενέστερη, και δη την από 26.5.2016 (με αριθ. καταθ. 18402/219/2016) αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., επί της οποίας εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθ. 571/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...
και, κατ' έφεση της εναγομένης, η υπ' αριθ. 8769/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία κρίθηκε ότι η ως άνω παρακατάθεση του ποσού της αποζημίωσης καταγγελίας επέφερε την απόσβεση της σχετικής αξίωσής και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η εν λόγω αγωγή του. Ότι, όταν μετά την έκδοση της αμέσως πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης, αυτός μετέβη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για να αναλάβει το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούτο, πληροφορήθηκε ότι ήδη από τις 25.6.2012 είχε γίνει ανάκληση της παρακατάθεσης του σχετικού ποσού.
Ότι, έτσι, ήτοι με την ανάκληση αυτή, που έχει ως συνέπεια να λογίζεται η παρακατάθεση ως μη γενομένη, με αποτέλεσμα την αναβίωση της δικής του αξίωσης και της αντίστοιχης ενοχής του οφειλέτη, η εναγομένη, που έχει υπεισέλθει στη θέση της αμέσως πιο πάνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως καθολική διάδοχος αυτής, υποχρεούται να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης, δηλαδή δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, ενώ, επιπροσθέτως, οφείλει να του καταβάλει και αποζημίωση ύψους εννιακοσίων ογδόντα έξι (986) ευρώ, προς αποκατάσταση της ισόποσης θετικής ζημίας που ο ίδιος υπέστη από τη συγκεκριμένη ενέργειά της και η οποία συγκροτείται από τα ποσά που ειδικότερα εκθέτει.
Ζήτησε, δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και εννιακοσίων ογδόντα έξι (986) ευρώ. Η αγωγή αυτή, όπως πιο πάνω αναφέρεται, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθ. 619/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία παραλλήλως επιβλήθηκε σε βάρος του ενάγοντος χρηματική ποινή για παράβαση της καλής πίστης και του καθήκοντος αληθείας, το δε Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας ως εφετείο και δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, απέρριψε κατ' ουσίαν αυτή και τους πρόσθετους λόγους της καθ' ο μέρος αφορούσαν στα άνω κύρια αιτήματα της αγωγής.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχόλησης που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ' εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρο 63 παρ. 1 - 4 του Κώδικα περί Δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 του ανωτέρω Κώδικα), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΟλΑΠ 45/2002, ΑΠ 457/2019).
Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται σε συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω Κώδικα). Εξάλλου η προαναφερόμενη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή λύεται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο, η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος.
Με τη λύση της σύμβασης με καταγγελία ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από το άρθρο 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν.δ. 3790/1957: "Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και, επομένως, η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 417/2021, 506/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 8523/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, δέχθηκε τα εξής: "....Ο ενάγων είναι δικηγόρος από την 14η.2.2006 και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου .... Τη 14η Ιανουαρίου 2008 συνήψε έγγραφη σύμβαση έμμισθης εντολής με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα E.E. Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "E.E.", ως καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας από τη δεύτερη λόγω εξαγοράς της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" .......
Η ανωτέρω σύμβαση τιτλοφορούνταν ως "ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών", στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε η παροχή νομικών υπηρεσιών εκ μέρους του για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, ήτοι από 14.1.2008 μέχρι 13.7.2008, αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας ύψους 2.500,00 ευρώ. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε εγγράφως και διαδοχικά τρεις (3) φορές και συγκεκριμένα από 15.7.2008 έως 31.12.2008, από 2.1.2009 έως 30.6.2009 και από 1.7.2009 έως 31.12.2009, με το ίδιο αντικείμενο, στα πλαίσια των οποίων ο ενάγων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στην αντισυμβαλλόμενη του από την πρόσληψή του μέχρι και 31.12.2009, οπότε και η τελευταία σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Ο ενάγων ήγειρε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 4.3.2010 αγωγή του, με την οποία προέβαλε την ακυρότητα της καταγγελίας και την περιέλευση της αντισυμβαλλομένης του σε κατάσταση υπερημερίας περί της αποδοχής των υπηρεσιών του και αιτήθηκε (α) να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτόν και την εκεί εναγομένη σχέση ήταν σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αμοιβή, αορίστου χρόνου, από 14.1.2008, (β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας (η οποία έγινε αυθαίρετα, κακόβουλα και προς βλάβη των συμφερόντων του, χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης) και να υποχρεωθεί η εναγομένη, η οποία δεν αποδέχεται έκτοτε τις προσφερόμενες από τον ενάγοντα υπηρεσίες του, να τις αποδέχεται, (γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας, από την επομένη της καταγγελίας και μέχρι την ημερομηνία έκδοσης απόφασης επί της αγωγής και επικουρικά αποζημίωση λόγω καταγγελίας και (δ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της επικαλούμενης ηθικής του βλάβης, συνεπεία του παρανόμου της καταγγελίας της σύμβασης.
Με τη με αριθμό 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ... ...κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η σύμβαση του ενάγοντος ήταν άκυρη, αφού αυτή έγινε χωρίς προηγούμενη έγκρισή της με πράξη του Πρωθυπουργού ή του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη με αριθμό 236/1994 ΠΥΣ, η οποία ήταν απαραίτητη, αφού η εκεί εναγομένη ήταν νομικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 παρ. 1 ε (εδ.
θ') του ν. 2190/1994 και ο ενάγων δεν υπαγόταν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 3 της εν λόγω ΠΥΣ. Με την ίδια, δε, απόφαση έγινε δεκτό ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από της πρόσληψής του έως 31.12.2009, οπότε έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, και περαιτέρω ότι, ενόψει της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σύμβασης, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από το νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς τη θέλησή της, επιδικάζοντας υπέρ του ενάγοντος, πλην άλλων, και το ποσό των 7.500,00 ευρώ, που αφορούσε στη νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, νομιμοτόκως ....., καθώς αποζημίωση απόλυσης δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιο εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης με απλή σχέση εργασίας και περαιτέρω κρίθηκε ότι μέχρι την καταβολή ολόκληρης της νόμιμης αποζημίωσης ο ενάγων δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη, εντός των ορίων του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αμοιβή του. .........
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, την 25η.7.2011, ήτοι σε χρόνο που δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα η εγκυρότητα ή μη της προαναφερόμενης καταγγελίας, προέβη σε νέα, επικουρική, καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής, λόγω επικαλούμενου σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στην εκ μέρους του ενάγοντος μη προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του και προκειμένου να προβεί σε διακοπή τυχόν υπερημερίας της, ενόψει του προβληθέντος εκ μέρους του αντιδίκου της ισχυρισμού περί ύπαρξης ενεργού σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ των διαδίκων, με την από 25.7.2011 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα αυθημερόν, αφού είχε προηγηθεί η από 9.5.2011 εξώδικη δήλωσή του ότι υφίσταται μεταξύ τους ενεργή σύμβαση έμμισθης εντολής.
Συγχρόνως, με την ίδια εξώδικη δήλωση, προσέφερε στον ενάγοντα, σε μετρητά, την αποζημίωση καταγγελίας ύψους 17.500,00 ευρώ, η οποία αποτελούνταν από την πάγια αντιμισθία του, ύψους 2.500,00 ευρώ, επί 14/12 επί έξι (6) μήνες, ενόψει του προβληθέντος εκ μέρους του ισχυρισμού περί ύπαρξης ενεργούς σύμβασης εντολής, διάρκειας άνω των τριών (3) ετών, αρχομένης από 14.1.2008 και ορίσθηκε ότι, σε περίπτωση μη ανεύρεσής του ή άρνησής του να εισπράξει το εν λόγω ποσό, καλείται αυτός να το εισπράξει ενώπιον της Συμβολαιογράφου …..
Μ.Σ., στο Συμβολαιογραφείο αυτής, στην …… και επί της οδού Θ. αριθμ. 23 - 25, την 16η.7.2011 και ώρα 11.00, ενώ, σε περίπτωση μη εμφάνισής του, το γεγονός αυτό θα ισοδυναμεί με άρνησή του προς είσπραξη του εν λόγω ποσού, το οποίο η εναγομένη δήλωσε ότι θα παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το εκδοθέν Γραμμάτιο Συστάσεως Παρακαταθήκης του ανωτέρω Ταμείου θα κατατεθεί στην ως άνω Συμβολαιογράφο, από την οποία θα έχει τη δυνατότητα να το αναλάβει ο ενάγων.
Επειδή ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου κατά την ορισθείσα ως άνω ημέρα, συντάχθηκε η με αριθμό 9910/26.7.2011 πράξη εμφάνισης και αναμονής της ανωτέρω Συμβολαιογράφου, στη συνέχεια, δε, η εναγομένη προέβη, την 26η.7.2011, σε παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ανωτέρω ποσού των 17.500,00 ευρώ, εκδοθέντος σχετικά του υπ' αριθ. 648271/26.7.2011 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης.
Κατόπιν τούτων, η από 25.7.2011 νέα καταγγελία, η οποία μπορούσε να γίνει από την εργοδότρια εναγομένη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός της από την προηγούμενη καταγγελία και με το σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, με την ταυτόχρονη προσήκουσα προσφορά της, οριζόμενης από το άρθρο 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αποζημίωσης, με την κατάθεσή της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, μετά την άρνηση του ενάγοντος να την εισπράξει, είναι σύμφωνη με το νόμο και επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης.
Το κύρος της επικουρικής αυτής καταγγελίας δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά το χρόνο που έγινε η εναγομένη τελούσε σε υπερημερία ή κατά το χρόνο που η πρώτη καταγγελία (31.12.2009) δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως η εναγομένη απέβλεπε στη λύση της ένδικης σύμβασης και στην άρση της υπερημερίας της.
Επομένως, η εναγομένη, από 25.7.2011 και εφεξής, έπαυσε να οφείλει στον ενάγοντα τη συμφωνημένη, εντός των ορίων του άρθρου 92 του Κώδικος περί Δικηγόρων, αμοιβή του και, συνεπώς, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν όφειλε σε αυτόν μηνιαίες αντιμισθίες, δεδομένου ότι η συμφωνημένη αμοιβή του είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο που καταβάλλεται σε αυτόν μέχρι καταβολής πλήρους αποζημίωσης και επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και ως μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης. .............Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον με τη με αριθμό 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ...
κρίθηκε ότι, στην ένδικη περίπτωση, επήλθε η λύση της σύμβασης από 31.12.2009, υποχρεώνοντας την εναγομένη στην καταβολή του ποσού των 7.500,00 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, κατά τη γενομένη δεκτή επικουρικώς σωρευμένη βάση της αγωγής, την οποία αποζημίωση και ο ενάγων εισέπραξε, όπως συνομολογεί με την ένδικη αγωγή του, η δεύτερη επικουρική καταγγελία, στην οποία προέβη η καταγγέλλουσα και η οποία περιείχε αίρεση δικαίου, δεν είχε καμία έννομη επιρροή στην ένδικη περίπτωση, αφού η μεταξύ των αρχικών διαδίκων απλή σχέση έμμισθης εντολής κρίθηκε λυθείσα από το χρόνο της πρώτης καταγγελίας (31.12.2009), η οποία και επέφερε τη λύση της.
Δεδομένου, δε, ότι στην ένδικη περίπτωση η σύμβαση του ενάγοντος με την εναγομένη ήταν αυτοδικαίως άκυρη, ως μη αναγνωριζόμενη από το νόμο, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με τη με αριθμό 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία κρίθηκε και η μη συνέχιση της σύμβασης, δεν απαιτούνταν η εκ μέρους της, εντολέως του ενάγοντος, εναγομένης έγγραφη καταγγελία της ...
Τούτο, δε, διότι η σύμβαση αυτή ήταν αυτοδικαίως άκυρη και δεν απαιτούνταν λύση της και η εκ περισσού γενομένη (άτυπη) καταγγελία της από την εναγομένη και συνεπώς ο εν λόγω αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος περί ακυρότητας γενομένης καταγγελίας λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου, κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικος περί Δικηγόρων, επί του οποίου επιστηρίζει τους λόγους (πρώτο και δεύτερο) έφεσής του και τους συναφείς με αυτούς πρόσθετους (πρώτο και δεύτερο) λόγους έφεσης αξιολογείται ως νόμω αβάσιμος και ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ δεν επιδρά στο κύρος της καταγγελίας η μη ταυτόχρονη με την καταγγελία καταβολή της αποζημίωσης, αφού η σύμβαση λύεται οπωσδήποτε ....
και τα διαλαμβανόμενα στον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης αξιολογούνται ως νομικά αβάσιμα. Η, μετά τη γενομένη ως άνω δήλωση της εναγομένης περί λύσης της σύμβασης, προσφορά της εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος ουδόλως επέδρασε στη λύση της απλής σχέσης παροχής νομικών υπηρεσιών, ήδη από 30.12.2009, αφού αυτή μπορούσε μόνο, σε περίπτωση αποδοχής της από την εργοδότη, να οδηγήσει στη σύναψη νέας (και υπό τις προϋποθέσεις εγκυρότητας) σύμβασης, γεγονός που δεν επισυνέβη στην κρινόμενη περίπτωση, τα δε αντίθετα διαλαμβανόμενα στον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσης αξιολογούνται ως αβάσιμα.
Το γεγονός δε ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται την, κατά νόμο, αποζημίωση απόλυσης, δεν διαφοροποιεί τις ανωτέρω παραδοχές περί μη ανάγκης τήρησης του εγγράφου τύπου της καταγγελίας, διότι η μη καταβολή της (οφειλόμενης) αποζημίωσης αποβλέπει την εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησης του απασχολούμενου και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ' αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ' εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", οι οποίες, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα και ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απολύσεως, όταν ο εντολέας παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, όπως στην ένδικη περίπτωση δικαστικής αμφισβήτησης.
Για το λόγο δε αυτό, μετά την τελεσίδικη κρίση της με αριθμό 2056/26.4.2012 απόφασης του Εφετείου ..., η εναγομένη προέβη, με τη με αριθμό 85729/25.6.2012 αίτηση ανάκλησης, σε ανάληψη του με αριθμό 648271/26.7.2011 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης και του κατατεθέντος ποσού, αφού εξέλιπε πλέον ο λόγος της παρακατάθεσης, ήτοι η μη τελεσίδικη μέχρι το χρόνο εκείνο κρίση περί της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, η οποία και επέφερε τη μη εξακολούθηση της απλής σχέσης έμμισθης εντολής, κατά τα προαναφερόμενα.
Η τελευταία αυτή συμπεριφορά της εντολέως με την ανάληψη του ποσού της παρακατάθεσης δεν συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, κατά τον αβάσιμο προς τούτο ισχυρισμό του ενάγοντος, αφού εξέλιπε ο λόγος της παρακατάθεσης και δεν υφίστατο νόμιμη αιτία διατήρησής της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε, ομοίως, ότι είχε ήδη επέλθει η λύση της απλής σχέσης μεταξύ των μερών από το χρόνο της αρχικής καταγγελίας, μη δικαιούμενου εκ μέρους του ενάγοντος του αιτούμενου ποσού των 10.000,00 ευρώ ως μέρους της νόμιμης αποζημίωσης, αν και με εν μέρει πιο συνοπτική αιτιολογία, η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας (ΚΠολΔ 534), δεν έσφαλε και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης και πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαίως, από το παρόν Δικαστήριο, για την ενότητα της σκέψης, πρέπει ν' απορριφθούν...".
Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι η καταγγελία στην οποία προέβη η εναγομένη στις 25.11.2011, ήτοι σε χρόνο που δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσιδίκως η εγκυρότητα ή μη της πρώτης καταγγελίας που είχε γίνει στις 31.12.2009, προέβη σε νέα, επικουρική, καταγγελία της ένδικης σύμβασης εντολής, προκειμένου να προβεί στη διακοπή τυχόν υπερημερίας της, ότι η από 25.7.2011 νέα καταγγελία, η οποία περιείχε αίρεση δικαίου και δεν έχει καμία έννομη επιρροή στην ένδικη περίπτωση και ότι δεν απαιτείτο εκ μέρους της εντολέως του ενάγοντος έγγραφη καταγγελία της απλής σχέσης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, και δη των διατάξεων των άρθρ. 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 167, 174, 648, 653 και 656 εδ.
α' ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και σε απλή σχέση εργασίας και ανάλογη εφαρμογή και σε άκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής. Ο λόγος αυτός, ωστόσο, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως (ΑΠ 29/2023, ΑΠ 105/2017, ΑΠ 356/2014), και συγκεκριμένα στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε δήθεν ότι η ένδικη σύμβαση λύθηκε με την από 25.7.2011 νέα καταγγελία, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι, όπως είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ..., η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής ήταν εξαρχής άκυρη επειδή είχε γίνει χωρίς προηγούμενη έγκρισή της με πράξη του Πρωθυπουργού ή του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη με αριθμό 236/1994 ΠΥΣ (η οποία ήταν απαραίτητη για τους λόγους που στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης παρατίθενται) και αυτός, έχοντας παράσχει τις υπηρεσίες του έως τις 31.12.2009 έστω και με άκυρη σύμβαση, δικαιούτο της αποζημίωσης απόλυσης για την καταγγελία που είχε γίνει εκ μέρους της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας στις 31.12.2009, οπότε και η τελευταία έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και, ως εκ τούτου, επήλθε η λύση της σύμβασης.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι η σύμβασή του με την εναγομένη ήταν αυτοδικαίως άκυρη, ως μη αναγνωριζόμενη από το νόμο, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ..., και δεν απαιτείτο λύση της και απορρίπτοντας τον αγωγικό του ισχυρισμό περί ακυρότητας της γενομένης στις 31.12.2009 καταγγελίας αυτής λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 εδ. 4, 92 και 94 εδάφ.
τελευταίο του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και της υπ' αριθ. 236/1994 ΠΥΣ, με βάσει της οποίες όφειλε να κρίνει ότι λόγω της ακυρότητας της σύμβασης έμμισθης εντολής του (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ...), η σχέση που τον συνέδεε πλέον με την εργοδότρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία ήταν αυτή της απλής έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, της οποίας η καταγγελία δεν έγινε νόμιμα, καθώς δεν κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 31.12.2009 έγγραφο ούτε του καταβλήθηκε η αποζημίωση που ορίζεται από το άρθρο 94 εδ.
τελευταίο του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και ότι αυτή την κατήγγειλε το πρώτον με την από 25.7.2011 έγγραφη καταγγελία προσφέροντας του ως αποζημίωση το ποσό των 17.500 ευρώ, προκειμένου να απαλλαγεί από την ως άνω ex lege παροχή αποζημίωσης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή η σύμβαση που τον συνέδεε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, λόγω ακυρότητάς της ως σύμβασης έμμισθης εντολής, ήταν αυτή της απλής σχέσης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, διεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία καταγγέλθηκε το πρώτον στις 25.7.2011, ενώ με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σύμβαση έμμισθης εντολής ήταν εξαρχής άκυρη και ότι από τις 31.12.2009 η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση και έπαυσε έκτοτε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και ότι η από 25.7.2011 καταγγελία της ως άνω εταιρείας, που ασκήθηκε επικουρικά, δεν είχε οποιαδήποτε έννομη επιρροή αναφορικά με τη λύση της σύμβασης.
Ουδόλως, δε, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εργοδότριάς του υπήρξε μετά τις 31.12.2009 κάποια άλλη σύμβαση ενεργός, δυνάμει της οποίας αυτός παρείχε τις δικηγορικές υπηρεσίες του και η οποία, για να λυθεί, θα έπρεπε να καταγγελθεί. Εξάλλου, η μη καταβολή της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα αποζημίωσης λόγω της καταγγελίας στις 31.12.2004 της (άκυρης) σύμβασης έμμισθης εντολής είχε ως συνέπεια την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του, ως παροχή ex lege και ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε και δεν σχετίζεται με το ζήτημα της καταβολής της αποζημίωσης από την από 25.7.2011 επικουρική καταγγελία της ως άνω ανώνυμης εταιρείας.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, ενώ στην αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι με την υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ... έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι με την 236/1994 ΠΥΣ δεν εθίγησαν οι διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων, οι οποίες ισχύουν και στην απλή, λόγω της ακυρότητας της σύμβασής του ως σύμβασης έμμισθης εντολής, σχέση του, όπως η υποχρέωση έγγραφης καταγγελίας αυτής και η καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης, και ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης στις 25.7.2011 το πρώτον με επίδοση εγγράφου κατήγγειλε την απλή αυτή σχέση παροχής των νομικών δικηγορικών του υπηρεσιών με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή και του προσέφερε τη μέχρι τότε αποζημίωσή του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό του αυτό με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του δεν απάντησε στον συγκεκριμένο ισχυρισμό του, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και παρά το νόμο δεν τον έλαβε υπόψη, ενώ, αν τον έκανε δεκτό, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα και διατακτικό και θα έκανε δεκτή την αγωγή του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, σαφώς και έλαβε υπόψη του όσα ανωτέρω παρατίθενται και έκρινε ότι η μεταξύ του τελευταίου και της εντολέως του σχέση έμμισθης εντολής ήταν εξαρχής άκυρη, ότι αυτή λύθηκε στις 31.12.2009 χωρίς έκτοτε να υφίσταται κάποια άλλη σύμβαση μεταξύ του ιδίου και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ότι η από 25.7.2011 επικουρική καταγγελία αυτής δεν είχε οποιαδήποτε έννομη επιρροή.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι, ενώ με την αγωγή ισχυρίστηκε τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στον 3ο λόγο αναίρεσης και ότι τον ως άνω ισχυρισμό τον οποίο επανέφερε με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσής του και τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 εδ. 4, 92 και 94 εδ.
τελευταίο του Κώδικα Δικηγόρων και εκείνων των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1995 και 167, 174, 648, 653 και 656 εδ. α' του ΑΚ, αφού στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνονται παραδοχές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως διαλαμβάνονται ανεπαρκώς, δηλαδή δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που αποκλείουν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες εν τέλει δεν εφαρμόστηκαν, και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται:
α) η τελεσίδικη κρίση της υπ' αριθ. 2056/2012 απόφασης του Εφετείου ... ότι με την υπ' αριθ. 236/1994 ΠΥΣ δεν εθίγησαν οι διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων και ότι ισχύουν οι διατάξεις αυτές και στην απλή σχέση παροχής έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία λόγω της ακυρότητας της σύμβασής του ως έμμισθης εντολής, και β)ότι η από 25.7.2011 επίμαχη καταγγελία έγινε κατά τη διάρκεια που ήταν ενεργή η απλή σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία του και όχι η σύμβαση έμμισθης εντολής, εφόσον η τελευταία ήταν εξαρχής αυτοδικαίως άκυρη και τούτο ήταν γνωστό στην εντολέα του.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων δεν δικαιούται την αποζημίωση λόγω της από 25.7.2011 επικουρικής καταγγελίας, εφόσον δέχθηκε ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής είχε λυθεί στις 31.12.2009 λόγω της καταγγελίας της άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής για την οποία του καταβλήθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση ύψους 7.500 ευρώ χωρίς έκτοτε να υφίσταται κάποια άλλη σύμβαση μεταξύ του ιδίου και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, κατά τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της και ότι ως εκ τούτου η από 25.7.2011 επικουρική καταγγελία δε είχε οποιαδήποτε έννομη επιρροή.
V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 434 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη δημόσια κατάθεση της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, την οποία ο οφειλέτης έχει την ευχέρεια να ενεργήσει ή να μην ενεργήσει, δηλαδή να συμβληθεί ή όχι με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, επέρχεται απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει, κατά το χρόνο της κατάθεσης, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν τη δημόσια κατάθεση, δηλαδή είτε όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος κατά τις διατάξεις των άρθρων 349 επ.
του ΑΚ, είτε όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την παροχή του για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπό του. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημόσια κατάθεση δεν συνεπάγεται κανένα αποτέλεσμα ως έννομη συνέπεια (ΑΠ 1700/2022, 326/2018, 1289/2013). Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι, μετά την υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ..., εξέλιπε ο λόγος της παρακατάθεσης, γι' αυτό και η καταγγέλλουσα ανακάλεσε τη δημόσια κατάθεση του ποσού της αποζημίωσης και ανέλαβε το ποσό αυτής στις 25.6.2012, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 416, 427, 430, 431 και 434 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 167, 174, 653 και 656 εδ.
α' ΑΚ, 63 παρ. 4 και 5 ε. 4, 92 και 94 εδ. τελευταίο του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και τις διατάξεις της 236/1994 ΠΥΣ, καθότι όφειλε να κρίνει ότι με την υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ... δεν κρίθηκε η εγκυρότητα της καταγγελίας της απλής σχέσης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και, συνεπώς, η ανάκληση από την καταγγέλλουσα της δημόσιας κατάθεσης του ποσού της αποζημίωσης και ανάληψη του παρακαταταθέντος ποσού από αυτήν συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της και ως εκ τούτου ανατράπηκαν αναδρομικά τα αποσβεστικά αποτελέσματα της κατάθεσης, με αποτέλεσμα να αναβιώσει η αξίωσή του η σχετική με την αποζημίωσή του λόγω της καταγγελίας της σύμβασής του.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι δήθεν υπήρχε ενοχή που δικαιολογούσε την παρακατάθεση και η οποία αναβίωσε με την ανάληψη του ποσού από την καταθέσασα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, ενώ με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η άκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής είχε λυθεί στις 31.12.2009, όπως δέχθηκε η υπ' αριθ. 2056/2012 απόφαση του Εφετείου ..., χωρίς έκτοτε να υφίσταται κάποια άλλη σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ότι εξέλιπε ο λόγος και δεν υφίστατο νόμιμη αιτία διατήρησης της παρακατάθεσης του ποσού της αποζημίωσης για την επικουρική καταγγελία της 25.7.2011, εφόσον η σύμβαση έμμισθης εντολής είχε λυθεί ήδη στις 31.12.2009 και είχε καταβληθεί η οφειλόμενη για αυτήν αποζημίωση και ότι, ως εκ τούτου νόμιμα η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προέβη σε ανάληψη του εν λόγω ποσού, χωρίς η συμπεριφορά της αυτή να είναι πράξη παράνομη και υπαίτια, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νόμιμη σκέψη που προηγήθηκε.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταταθέντος υπ' αριθ. 53352586995303200042/2022 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.9.2022 και με αριθ. καταθ. 96421/147/2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 8523/16.8.2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ