Legislator Case Law & Legislation
1735/2019 AI generated

Supreme Court quashes conviction for accomplice liability due to contradiction between reasoning and verdict text.

Case Number 1735/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for moral accomplice liability. The defendant argued that the lower court failed to specify the factual elements constituting the accomplice role in the verdict's operative part. The court found a contradiction between the reasoning, which detailed the accomplice's role, and the verdict, which lacked this specific description. Consequently, the decision was quashed and remitted for a new trial to ensure legal clarity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(E) and 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; A criminal judgment containing contradictions between its reasoning and operative part regarding the definition of accomplice liability is void, necessitating remittal for retrial.

Keywords

AI generated
moral accomplice liability contradiction reasoning verdict legal certainty principle remittal for retrial Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(E) of the Code of Criminal Procedure
Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 589(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 329 of the Code of Criminal Procedure
Article 331 of the Code of Criminal Procedure
Article 333(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 362 of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Article 1 of Law 337/69
Article 1 of Law 1325/1972
Article 4(1) of Law 2408/1996
Article 22(1) of Law 2721/1999
Article 15(3) of Law 3472/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1735 / 2019 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1735/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Σταματική Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κατσαδούρου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΣΤΤ187/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 4458/12-4-2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 696/2019.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα ως προς τον 3ο λόγο αυτής, να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά, την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12.4.2019 (αριθ.πρωτ.4458/2019) αίτηση του Γ. Σ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ.187/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 589 παρ. 2 του ισχύοντος ΚΠΔ " Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντα κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα" Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333 παρ.2,362 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1εδ.

δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.

γ' του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα ή οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν (έστω και αν αυτοί, λόγω απουσίας τους, δεν κατέθεσαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) θεωρείται ότι αναγνώστηκαν και στην κατ' έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 231/2015).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι όταν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αναφέρεται ότι αναγνώστηκε η εκκαλουμένη σαφώς συνάγεται ότι αναγνώστηκε η πρωτόδικη απόφαση με τα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά αυτής και τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έλλειψη προσδιορισμού αυτών. (ΑΠ 1134/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώστηκε η εκκαλουμένη απόφαση με τα πρακτικά της και τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην στερηθεί το δικαίωμα να σχολιάσει τα αναγνωστέα έγγραφα και να υποβάλει παρατηρήσεις.

Κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός των εγγράφων ήταν σαφής, αφού γίνεται μνεία ποια έγγραφα αναγνώστηκαν.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων διατείνεται ότι από την περικοπή της προσβαλλομένης ότι "ανεγνώσθησαν η εκκαλουμένη με τα πρακτικά της, τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν...." δεν προκύπτει παντελώς η ταυτότητα των εγγράφων που φέρεται ότι αναγνώστηκαν απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α'του ισχύοντος Π.Κ., που είναι ίδια με αυτή του προϊσχύσαντος " με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδική πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α)πρόκληση από ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση, ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές ( παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής , οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων46,47και 48 Π.Κ. και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή, αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος, που να αποκλείει τον καταλογισμό.

Από αυτά συνάγεται ότι το αξιόποινο, ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εν λόγω εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ523/2019).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ενόψει των προεκτεθέντων, επί ηθικής αυτουργίας σε ορισμένη αξιόποινη πράξη για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει εκτός των άλλων, να αναφέρονται σε αυτή ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ήτοι να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος με παραινέσεις, προτροπές, πειθώ, φορτικότητα κ.λ.π.

έπεισε το φυσικό αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τους μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, από άποψη τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξης. (ΑΠ 523/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 187/2019 αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: " από την ομολογία της β'εκκαλούσας-κατηγορουμένης σε συνδυασμό με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της παρούσας δίκης, αποδείχθηκε πλήρως ότι η ανωτέρω υπέγραψε τις επίδικες ακάλυπτες επιταγές.

Κατά συνέπεια, εντελώς παρελκυστικά και για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας, υποβλήθηκε από τον α'εκκαλούντα-κατηγορούμενο δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του το αίτημα γραφολογικής εξέτασης των σωμάτων των επίδικων επιταγών και η αναβολή κατ'άρθ.352 Κ.Π.Δ. της παρούσας ποινικής δίκης, αιτήματα που υποβλήθηκαν και στον πρώτο βαθμό εκδικάσεως της κατηγορίας αλλά κρίθηκαν και απορρίφθηκαν και τότε όπως και τώρα ως ουσία αβάσιμα.

Εξάλλου από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που προσκομίστηκαν, το Δικαστήριο πείστηκε ότι η β'εκκαλούσα-κατηγορουμένη προέβη στην ... στις 09.01.2012, και στις 04.01.2012 ως οικονομική διευθύντρια της εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον δ.τ. "...", στην έκδοση τεσσάρων(4) ακάλυπτων επιταγών, όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα κατωτέρω στην παρούσα, ποσού 40.000 € η α', 20110,5 € η β',82879,40 € η γ', 40.000 € η δ', τελώντας κατά την έκδοσή τους υπό τον έλεγχο, τις εντολές και τις σαφείς και συγκεκριμένες οδηγίες του εργοδότη της, α'κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν ο κύριος μέτοχος της ως άνω εταιρείας και ο οποίος την έπεισε και την κατεύθυνε να προβεί στις ανωτέρω πράξεις με πειθώ και φορτικότητα εκμεταλλευόμενος τη σχέση εξάρτησης που είχε η β'εκκαλούσα-κατηγορουμένη με τον ίδιο ως συνδεόμενη με εργασιακή σχέση μαζί του, υποσχόμενος ότι θα ενίσχυε οικονομικά την εταιρεία του και θα κάλυπτε έτσι τις επιταγές που θα υπέγραφε η β'εκκαλούσα-κατηγορουμένη, το οποίο όμως δεν έπραξε.

Επομένως ο α'εκκαλών κατηγορούμενος ευθύνεται ως ηθικός αυτουργός της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, της οποίας φυσικός αυτουργός υπήρξε η β'εκκαλούσα-κατηγορουμένη. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της β'εκκαλούσας-κατηγορουμένης το ελαφρυντικό του άρ.84 παρ.2β, διότι στην πράξη της ωθήθηκε υπό την επιβολή προσώπου με το οποίο βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης.

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής, για την οποία, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, ανασταλείσα επί τριετία η ποινή φυλακίσεως, και τη δεύτερη κατηγορουμένη, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ένοχη σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατ' εξακολούθηση, με το ακόλουθο διατακτικό: "......Στην ..., στους παρακάτω χρόνους και δη στις 9-1-2012,9-1-2012,4-1-2012 και 9-1- 2012, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από κοινού ενεργώντας, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δτ "...", εξέδωσαν με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσαν τις κάτωθι (4) μεταχρονολογημένες επιταγές:

1) με αριθμό ...55-4, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15/2/2012 ποσού (40.000,00) ευρώ. για να πληρωθεί από την ... ΑΕ, σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής,

2)με αριθμό ...53-8, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15-2-2012, ποσού (20.110,50) ευρώ, για να πληρωθεί από την ... ΑΕ, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", νομίμως περιελθούσα με οπισθογράφηση στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.

3)με αριθμό ...08-2, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 20/1/2012. ποσού (82.879,40) ευρώ, για να πληρωθεί από την ..., σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας με την .επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής και

4)με αριθμό ...54-6, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 15-1-2012, ποσού (40.000,00) ευρώ, •νια να πληρωθεί από την ... ΑΕ, σε διαταγή της εγκαλούσης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.

Και αφού εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 9-1-2012,9-1-2012, 4-1-2012 και 9-1-2012, αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με τις παραδοχές που κατά τα ανωτέρω διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης προκύπτει ότι: η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, τα αποδεικτικά μέσα, από όπου συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία προκύπτει ότι το άνω δικαστήριο αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδείξεων και χωρίς να είναι αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση τούτων ούτε να χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27παρ.1,46 παρ.1α 98 του ΠΚ και 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, σε συνδυασμό με άρθρο 1 Ν.Δ.337/69, όπως αντικ.

με άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, άρθρο 4 παρ.1 Ν.2408/1996 και άρθρο 22 παρ.1 Ν. 2721/1999 και άρθρο 15 παρ.3 Ν. 3472/2006. Ειδικότερα, εκτίθεται ότι "... το δικαστήριο πείστηκε ότι η β'εκκαλούσα προέβη στην ... στις 09/01/2012, και στις 04/01/2012 ως οικονομική διευθύντρια της εταιρείας με την επωνυμία ... στην έκδοση τεσσάρων (4) ακάλυπτων επιταγών ...

τελώντας κατά την έκδοσή τους υπό τον έλεγχο τις οδηγίες του εργοδότη της, α'κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν κύριος μέτοχος της ως άνω εταιρείας και ο οποίος την έπεισε και την κατηύθυνε να προβεί στις ανωτέρω πράξεις της, με πειθώ και φορτικότητα, εκμεταλλευόμενος... ". Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απάντησε στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δηλαδή ότι δεν υπέγραψε αυτός τις επιταγές.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων ευθύνεται ως ηθικός αυτουργός, στο διατακτικό τον καταδικάζει λεκτικά ως ηθικό αυτουργό, χωρίς όμως να αναφέρει σε τι συνίσταται η ηθική αυτουργία. Δηλαδή δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν, αλλά απλώς αναφέρει τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από κοινού που κατά το σκεπτικό τέλεσε, ως φυσικός αυτουργός, η δεύτερη κατηγορουμένη.

Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με την μη αναγραφή στο διατακτικό των περιστατικών που συγκροτούν την ηθική αυτουργία αλλά με την αναγραφή ότι οι δύο κατηγορούμενοι από κοινού ενήργησαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι της άνω εταιρείας, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον δεν καθίσταται σαφές, αν ο αναιρεσείων καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της ως άνω αντιφάσεως μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβάσεως του νόμου, δεκτού καθισταμένου του τρίτου λόγου αναιρέσεως που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ.187/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα, συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτό.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ