Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence identification in criminal proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction by the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the trial court violated procedural rights by reading documents without identifying their specific identities in the minutes. The court rejected this claim, ruling that the documents were sufficiently identified by their serial numbers and titles, and that the appellant had the opportunity to comment on their content during the reading. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the costs of the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 349, 510, 358 of the Code of Civil Procedure; The court may read evidence without detailed identification in minutes if the document's identity is clear from context, provided the accused retains the right to make relevant statements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1735 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1735/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 316/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 3890/16.4.2018 αίτησή του και στους από 31.8.2018 πρόσθετους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο και που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 610/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με αριθμό καταθέσεως 3890/16-4-2018 νομότυπη και εμπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως του Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και οι επ' αυτής από 31-8-2018 πρόσθετοι λόγοι, που κατετέθησαν επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα, για αναίρεση της υπ' αριθμ.316/2-2-2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Β Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και πρέπει να εξεταστούν στην ουσία.
Κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ " 1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορο του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας.
Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.3.Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή. 4.
Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές...". Σημειωτέον ότι, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου που είχε αντικατασταθεί με την παρ.5 άρθρου 33 Ν.4055/2012 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 93 παρ.4 Ν. 4139/2013.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους απόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγο ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Πρέπει, δηλαδή, αυτή να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) Τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και γ) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια ή γεγονός ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του ) και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα αναβολής (ΟλΑΠ 7/2005).
Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για τους ανωτέρω λόγους, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη για νόμιμη απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ.
δ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Εάν δε το δικαστήριο προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως και καταλήξει στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα αναβολής, υπερβαίνει την εξουσία του κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ 1 και 2), κατά την έναρξη της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που εξέδωσε αυτή, η πρόεδρος εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου που βρέθηκε απών. Στο σημείο αυτό της διαδικασίας εμφανίστηκε ως άγγελος, η δικηγόρος Κ.
Κ. που αφού έλαβε το λόγο ανέφερε κατά λέξη "ότι συνήγορος υπερασπίσεως του κατ/νου είναι ο Άγγελος Πάρσαλης (AM ΔΣΑ 12247), ο οποίος κατά τη σημερινή δικάσιμο παρίσταται σε δικαστήριο στη Σύρο. Προσκόμισε δε την 26-1-2018 εξουσιοδότηση του κατ/νου προς τον ανωτέρω συνήγορο υπερασπίσεως και το φωτοαντίγραφο του εισιτηρίου^γΕχρΓθεβ).
Ως εκ τούτου ζήτησε την διακοπή εκδίκασης της υπόθεσης". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως, ότι:
"Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο ο κατ/νος δεν παρουσιάστηκε, εμφανίστηκε όμως ως άγγελος η δικηγόρος Αθηνών Κ. Κ., η οποία δήλωσε ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από το δικηγόρο Αθηνών Άγγελο Πάρσαλη, ο οποίος αδυνατεί να παραστεί λόγω επαγγελματικής απασχόλησης με την ιδιότητα του συνηγόρου σε υπόθεση που εκδικάζεται στην Σύρο και γι' αυτό το λόγο ζητείται διακοπή της δίκης στο πρόσωπό του σε άλλη δικάσιμο, προσκόμισε δε: 1) την από 26.1.2018 εξουσιοδότηση του κατ/ου προς τον παραπάνω δικηγόρο για εκπροσώπησή του στην παρούσα δίκη και 2) φωτοαντίγραφο εισιτηρίου της αεροπορικής εταιρείας SKY EXPRESS, που έχει εκδοθεί στο όνομα του ως άνω δικηγόρου, με ημερομηνία εκδόσεως 31.1.2018 αναχωρήσεως 1.2.2018 και ώρα 7.30 από Αθήνα και αφίξεως στη Σύρο στις 8.05, τα οποία και αναγνώστηκαν.
Το αίτημα αυτό, εκτιμούμε ως αίτημα αναβολής διακοπής της δίκης (βλ. ΑΠ 1808/2016 ΤΝΠ Νόμος), για τους επικαλούμενος λόγους ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του συνηγόρου του κατ/νου, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αβάσιμο. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε η αδυναμία εμφάνισης του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού στον παρόν Δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο, καθόσον η απλή αναγγελία του κωλύματος λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων αυτού δεν αρκεί, για την αποδοχή κατ' ουσίαν του σχετικού αιτήματος, αφού δεν ενισχύεται από κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει πράγματι την παρουσία και την ανάγκη παρουσίας του συν/ρου στη Σύρο για επαγγελματικούς λόγους, όπως επικαλείται.
Δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ποιου συγκεκριμένου κατηγορουμένου είναι συνήγορος ο ως άνω δικηγόρος, τι υπόθεση αφορά και ότι η τελευταία έχει προσδιοριστεί νια την 2-2-2018. Μόνη η έκδοση εισιτηρίου στο όνομά του προαναφερόμενου πληρεξουσίου δικηγόρου με προορισμό την Σύρο, δεν αποδεικνύει τη χρήση αυτού και τη μετάβαση του στη Σύρο για επαγγελματική του υπόθεση και συνεπώς την επικαλούμενη αδυναμία του να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Σε κάθε δε περίπτωση η παρουσία του εν λόγω συνηγόρου κατά την ως άνω δικάσιμο για επαγγελματική του υπόθεση στο Δικαστήριο της Σύρου, δεν αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανωτέρα βία κατά την έννοια του άρθρου 349 Κ.Π.Δ., δηλαδή κατάσταση η οποία δεν μπορούσε να προβλεφτεί δεδομένου ότι αυτός γνώριζε την ανάληψη της υποχρεώσεώς του, έναντι του κατ/νου, αφού η παρούσα δικάσιμος της 2-2-2018, ήταν ήδη γνωστή σ' αυτόν από την προηγούμενη αναβολή ομοίως στο πρόσωπο του ενώ ήδη η υπόθεση έχει αναβληθεί τρεις φορές, εκ των οποίων δύο (2) για λόγους που αφορούν στο πρόσωπο του εν λόγω συνηγόρου και μία λόγω αποχής από τα καθήκοντά της ετέρας συνηγόρου του κατ/νου, της δικηγόρου.
Πειραιώς Π.-Ε. Α., και εν τούτοις προέκρινε άλλες επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Εξάλλου εφόσον δεν αποδεικνύεται ανωτέρω βία του εν λόγω συνηγόρου για να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά τη σημερινή δικάσιμο, δεν συντρέχει λόγος διακοπής της δίκης σε άλλη δικάσιμο, αφού κατά τα αναφερόμενα η διακοπή της συνεδρίασης προβλέπεται ακριβώς σε περίπτωση συνδρομής λόγου ανωτέρας βίας ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναβολής-διακοπής, το οποίο καταχρηστικώς προβάλλεται και είναι αντίθετο στο συμφέρον της δικαιοσύνης, που συνίσταται στην κατά το δυνατόν ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης".
Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα διακοπής - αναβολής της δίκης ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορούσε να διακοπεί ή ακόμη να αναβληθεί η δίκη. Ειδικότερα, απέρριψε το αίτημα διακοπής της δίκης, εκτιμούμενο ορθά από το δικαστήριο και ως αίτημα αναβολής, κρίνοντας αυτό ως αβάσιμο, με αναφορά για τη θεώρηση αυτή την έλλειψη διαπίστωσης αδυναμίας του συνηγόρου υπεράσπισης να παραστεί, λόγω επικαλουμένων ανειλημμένων επαγγελματικών του υποχρεώσεων και δη εκτέλεση καθηκόντων του ως συνηγόρου σε δικαστική υπόθεση, που ποτέ, όμως δεν προσδιόρισε ποια ήταν αυτή και σε ποιο συγκεκριμένα δικαστήριο στη Σύρο ήταν εκκρεμής, ώστε να συναχθούν σχετικά συμπεράσματα για την ικανοποίηση του αιτήματος.
Ουδεμία δε, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αυτού, αντίφαση υφίσταται μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αφού στο τελευταίο, σύμφωνα με όσα είχαν γίνει δεκτά στο σκεπτικό, το Δικαστήριο δεν απέρριψε μόνο το αίτημα αναβολής αλλά συγχρόνως αποφάνθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος διακοπής της δίκης.
Επομένως, δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη αφού το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επομένως, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Με το να προχωρήσει δε το δικαστήριο στην κατ' ουσία εξέταση της υποθέσεως και να καταλήξει στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα διακοπής - αναβολής της δίκης, δεν υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, προβαλλόμενοι με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγους του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, έλλειψη νόμιμης βάσης, απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας, ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το κατά τον αναιρεσείοντα, αίτημα διακοπής της δίκης και το δικαστήριο εχώρησε, στη συνέχεια, στην επί της ενοχής κρίση, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Ωσταύτως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το σκέλος του με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 510§1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 340 και 432 ΚΠΔ, αφού ο ως άνω αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στην περίπτωση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και όχι ποινικής δικονομικής διάταξης (ΑΠ 652/2008, ΑΠ 306/06).
Στο άρθρο 386 ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και με το άρθρο 11 παρ. 4 Ν. 2721/1999 και ήδη ως προς το ποσό με το άρθρ. 25 του ν. 4055/2012, ορίζεται: " παρ. 1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Παρ.3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός.
Η απάτη προσλαμβάνει κατά τα ως άνω κακουργηματική μορφή : α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ(ήδη 30.000) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (ήδη 120.000) Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 13 στοιχ.
στ' ΠΚ, "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. ...". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση αυτής, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή της χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα.
Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) στη φύση εγκλήματος που τελείται κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις (ΑΠ 388/16, 291/16, 619/14 602/14), ενώ και χωρίς επανειλημμένη τέλεση συντρέχει κατ' επάγγελμα τέλεση, όταν διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια συντρέχει τέλεση, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σε αυτή , δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής:
"Ο εγκαλών, πολιτικός μηχανικός και συγκοινωνιολόγος στο επάγγελμα γνώρισε τον κατηγορούμενο στην …., το καλοκαίρι του έτους 2005, όπου ο τελευταίος διέμενε με την οικογένεια του σύζυγο και γιο του σε σουίτα του ξενοδοχείου πολυτελείας "..." στην …. ιδιοκτησίας του Κ. Κ.. Για την διαμονή του στο εν λόγω ξενοδοχείο ο κατηγορούμενος κατέβαλλε μεγάλο χρηματικό ποσό, ενώ παράλληλα κυκλοφορούσε με αυτοκίνητο μάρκας PORSCHE CAYENN και διέθετε στην κατοχή του και άλλα ακριβά αυτοκίνητα.
Επίσης είχε αγκυροβολημένο στη μαρίνα της … σκάφος μάρκας SEARAY, αξίας 300.000 ευρώ, με το οποίο κατά την διάρκεια των θερινών του διακοπών ταξίδευε στο Αιγαίο και σε άλλα μέρη. Παρουσιάστηκε στον εγκαλούντα ως βιομήχανος με ιδιόκτητο εργοστάσιο κατασκευής μπαταριών στη …. και ότι πραγματοποιούσε διεθνείς αγοραπωλησίες με κάποιο συνέταιρο του, … καταγωγής με το όνομα Α..
Επίσης παρέστησε στον εγκαλούντα ότι μεταξύ των δραστηριοτήτων του περιλαμβανόταν και η αγορά σκραπ στην Ινδία με πολλά κέρδη εκατομμυρίων ευρώ. Στις διάφορες εξόδους που πραγματοποιούσε -ξόδευε μεγάλα χρηματικά ποσά και άφηνε υπέρογκα φιλοδωρήματα στους σερβιτόρους. Η φιλική τους σχέση συνεχίστηκε και τον χειμώνα του έτους 2005 στην Αθήνα όπου στις διάφορες φιλικές και κοινωνικές τους εξόδους ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ως οικονομικά εύρωστος.
Στις 22-11-2005 ο εγκαλών παραστάθηκε ως ανώνυμος πιστός στα Ιεροσόλυμα στην τελετή ενθρόνισης του Πατριάρχη ….. Θ. και εκεί αντιληφθεί ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται δεξιά στον ιερατικό θρόνο του Νέου Πατριάρχη γεγονός που σήμαινε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σημαντικός, έντιμος και ηθικός άνθρωπος. Έτσι αφού είχε κερδίσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του εγκαλούντα, προχώρησε περαιτέρω στην πραγμάτωση του απατηλού σχεδίου το οποίο είχε καταστρώσει.
Συγκεκριμένα, αφού συνέχισε να επαναλαμβάνει τις ίδιες πιο πάνω παραστάσεις περί ανθρώπου και μάλιστα βιομήχανου μεγάλης οικονομικής επιφάνειας επιτυχημένου επιχειρηματία στο εξωτερικό και να επιδίδεται σε υπέρογκες δαπάνες, άρχισε να παροτρύνει τον εγκαλούντα να του εμπιστευθεί τις οικονομίες του προκειμένου να τις επενδύσει για λογαριασμό του σε ομόλογα του εξωτερικού με πολύ μεγάλες αποδόσεις.
Μάλιστα σε διάφορες συναντήσεις τους του επιδείκνυε έγγραφα που αφορούσαν καταθέσεις του πολλών εκατομμυρίων και σε τράπεζες της ..., τα οποία είχε δήθεν κερδίσει από επενδύσεις του σε Βουλγαρικά ομόλογα. Το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 του ανέφερε σε συνεπεία των πολλών και μεγάλων επαγγελματικών δραστηριοτήτων του στη ..., υπάρχει ένα ομόλογο που αν επενδύσει κεφάλαια θα του αποδώσει κέρδη 100% άμεσα σε λίγους μήνες και ότι λόγω των εμπορικών δραστηριοτήτων του στη ...
θα αναλάμβανε να επενδύσει για λογαριασμό του τα χρήματα. Ο εγκαλών πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και στις 9-10-2006 προέβη στην ανάληψη του ποσού των 25.000 ευρώ από την τράπεζα ... και τον Οκτώβριο του έτους 2006 κατέβαλε το ποσό των αυτό στον κατηγορούμενο ο\προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό του σε ομόλογο του Βουλγαρικού Δημοσίου, με την κατηγορηματική διαβεβαίωση ότι τα χρήματα θα είχαν διπλασιαστεί τους επόμενους έξι (6) μήνες.
Ως εγγύηση για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον εγκαλούντα την υπ' αριθ ...631-1 επιταγή της ... όπου είχε θέσει την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, λευκή ως προς την ημερομηνία εμφάνισης αυτής, συμφωνήθηκε δε ότι σε περίπτωση που δεν επέστρεφε τα χρήματα θα είχε δικαίωμα να συμπληρώσει την ημερομηνία εμφάνισης και να εισπράξει το χρηματικό ποσό που του κατέβαλε.
Τον μήνα Μάιο του έτους 2007 ο κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι το ομόλογο που είχε επενδύσει το ποσό των 25.000 ευρώ είχε μεγάλη απόδοση και έτσι το προς καταβολή ποσό ανήλθε σε 47.000 ευρώ, το οποίο και θα του κατέβαλε. Κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2007με τον ίδιο τρόπο τον έπεισε να ρευστοποιήσει μετοχές του χαρτοφυλακίου του από τις οποίες ανέλαβε το ποσό των 50.000 ευρώ στις 27-6-2007 από την Τράπεζα …, των 100.000 ευρώ από την τράπεζα ...
καθώς και το ποσό των 23.000 ευρώ σε μετρητά στα τέλη Ιουνίου 2007 και του κατέβαλε συνολικά το ποσό των 173.000 ευρώ. Ως εγγύηση ο κατηγορούμενος του παρέδωσε την υπ' αριθ. ...856-2 επιταγή της ... ποσού 195.000, με χρέωση του υπ' αριθ ...37036 λογαριασμού του που τηρούσε στην ως άνω Τράπεζα. Στην εν λόγω επιταγή είχε θέσει την υπογραφή του στην θέση του εκδότη, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία ήταν ασυμπλήρωτα.
Στην επιταγή αυτή περιλαμβάνονταν το ποσό των 173.000 ευρώ, καθώς και εκείνο των 22.000 ευρώ που ήταν τα κέρδη του από την απόδοση του ομολόγου των 25.000 ευρώ. Ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι το Δεκέμβριο του 2007 θα επιστρέψει το κεφάλαιο και κέρδη. Τον Ιανουάριο του έτους 2008 ο εγκαλών ζήτησε από τον κατηγορούμενο καταβολή των χρημάτων του και το ομόλογο του Δημοσίου της ..., όπου ο κατηγορούμενος είχε πει ότι επένδυσε τα χρήματα του, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε με τις δικαιολογίες ότι έχουν απεργία οι Τράπεζες στη ...
ότι άλλαξε η νομοθεσία, ότι δεν είναι σωστές οι εξουσιοδοτήσεις, ότι ήρθε σε ρήξη με τους δικηγόρους και αναγκάστηκε να τους αλλάξει. Στις συνεχείς οχλήσεις του εγκαλούντα για την επιστροφή τουλάχιστον μόνο του κεφαλαίου, τον καθησύχασε με τις διαβεβαιώσεις όπως μην ανησυχείς, μέχρι και ο Πρωθυπουργός της Πολιτείας ...
είναι φίλος μου,...έχω δανείσει στον επιχειρηματία Κ. Κ. το ποσό των 880.000 ευρώ...οι καταθέσεις μου σε τράπεζα της …. υπερβαίνουν το ποσό των 1.000.000 ευρώ. Μάλιστα του είχε κλείσει ραντεβού στο αεροδρόμιο "..." περί της (28) φορές με σκοπό να του καταβάλει τα χρήματα, αλλά κάθε φορά χρησιμοποιούσε διαφορετικές δικαιολογίες για την μη επιστροφή τους.
Όλες αυτές όμως οι διαβεβαιώσεις απέβλεπαν στον εφησυχασμό του εγκαλούντα ώστε να μην καταφύγει στη δικαστική οδό, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να επιστρέψει το ως άνω ποσό.
Αντίθετα από την αρχή είχε εξυφάνει οργανωμένο σχέδιο για να πλησιάσει τον κατηγορούμενο να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, παρουσιάζοντας τον εαυτό του πλούσιο, έντιμο, με σπουδαίες γνωριμίες, ότι γνωρίζει τρόπους επωφελούς επένδυσης και να τον εμπιστευθεί για σχετική επένδυση μεγάλα χρηματικά ποσά.
Ο κατηγορούμενος ούτε πλούσιος ήταν, ούτε βιομήχανος ούτε έμπορος, ούτε σημαντικό πΟρόσωπο, ούτε ομόλογο προς επένδυση στη ... υπήρχε, αλλά όλα αυτά που παρέστησε στον εγκαλούντα ήταν ψευδή και απέβλεπε στο να κρατήσει τα ποσά που θα αποσπούσε από τον εγκαλούντα προς ιδίο όφελος. Μάλιστα κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε αγορά ακινήτου οικοπέδου κατά κυριότητα 50% σε αυτόν και 50% στην σύζυγο του Ό.
συνολικής εκτάσεως 6,5 στρεμμάτων στη θέση "..." του Δήμου … από την πωλήτρια εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" εμπορικής αξίας 200.000 ευρώ προκειμένου να οικοδομήσει κατοικία και μάλιστα την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας ανέθεσε στην αδελφό του εγκαλούντα πολιτικό μηχανικό, Γ.
Χ.. Στη συνέχεια ο εγκαλών ανακάλυψε ότι και άλλα πρόσωπα στην Κω είχαν καταστεί θύματα απάτης από τον κατηγορούμενο, όπως ο Μ. Δ., επιχειρηματίας, ο Α. Π., ιδιοκτήτης καταστήματος, Ν. Κ., ιδιοκτήτης άλλου καταστήματος και ο οικονομολόγος Α. Π., οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους ακάλυπτες επιταγές εκδόσεως του κατηγορουμένου.
Για το λόγο αυτό και εφόσον ο εγκαλών πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εστερείτο επαρκούς υπολοίπου στη Γενική Τράπεζα δεν εμφάνισε τις σχετικές επιταγές προς πληρωμή. Η προαναφερόμενη απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πλάνη στον εγκαλούντα για την οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και τις επενδυτικές του ικανότητες, την ύπαρξη των οποίων εάν γνώριζε ουδέποτε θα είχε παραδώσει σ' αυτόν τα προαναφερόμενα ποσά για επένδυση.
Το συνολικό περιουσιακό όφελος που απεκόμισε ο κατηγορούμενος , με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος ανέρχεται στο ποσό των 198.000 ευρώ (173.000 + 25.000 ευρώ), με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντα, ποσά δηλαδή που υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ. Τα ανωτέρω δε ο κατηγορούμενος τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια λόγω της επανειλημένης τέλεσης της πράξεως απάτης (λήψη δύο διαφορετικών ποσών 25000 ευρώ και 173000 ευρώ από τον παθόντα σε δύο διαφορετικά χρονικά διαστήματα) βάσει οργανωμένου σχεδίου και ύστερα από επιμελή προπαρασκευή της κατά τρόπο μεθοδικό και αποτελεσματικό και της υποδομής που ο ίδιος διαμόρφωσε (συστηματική, οργανωμένη και μεθοδευμένη δραστηριοποίηση τους) όπως συνάγεται από τις απατηλές ενέργειες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει σκοπός προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή για την τέλεση του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται, σύμφωνα με το διατακτικό, αφού όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδείχθηκαν από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων και μάλιστα από την ρητή και κατηγορηματική κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία ενισχύεται από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι έχουν ιδία αντίληψη των πραγμάτων, μάλιστα δε ο μάρτυρας Α.
Π. αναφέρει ότι και ο ίδιος είχε πέσει θύμα απάτης του κατηγορουμένου, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό μέσο." Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα κακουργηματικής απάτης (ήτοι απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το παράνομο όφελος και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ), για την οποία επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κατά τους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, ρε την εν γένει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, και την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το δε όφελος που αποκόμισε από την πράξη του, με αντίστοιχη ζημία του παθόντος, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, διαπράττεις δε απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Συγκεκριμένα: Με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, τον Οκτώβριο του έτους 2006 και. τον Ιούνιο- του έτους 2007 στην …, παρέστησε ψευδώς στον παθόντα Ι. Χ. του Ν. ότι είναι επιχειρηματίας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και λόγω του επαγγέλματος του (επιχειρηματίας) και των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων στην ..., (εργοστάσιο κατασκευής μπαταριών) δύναται να επενδύσει χρηματικά ποσά που ο παθών θα του διέθετε, σε βουλγαρικά ομόλογα, που θα απέδιδαν κέρδη στον παθόντα σε ποσοστό 100% του επενδυόμενου κεφαλαίου μέσα σε λίγους μήνες.
Προκειμένου δε να ενισχύσει την ψευδή αυτή παράσταση και να αποκτήσει σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με τον μηνυτή, του ανέφερε ότι κάποιες από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες ήταν και η αγορά σκραπ από την … και η μεταπώληση του στην … με κέρδη πολλών εκατομμυρίων ευρώ, ενώ επιδείκνυε στη συναναστροφή του με τον παθόντα ένα πολυτελή τρόπο διαβίωσης, κυκλοφορώντας με πολυτελή αυτοκίνητα μάρκας JEEP και MERCEDES , διαμένοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα με την οικογένεια του σε σουίτα στο πολυτελές ξενοδοχείο ...
στο νησί της …. Κάνοντας θερινές διακοπές και επισκεπτόμενος με κότερο αξίας 300.000 ευρώ, που έλεγε ότι ήταν ιδιοκτησίας του τα γειτονικά νησιά της Δωδεκανήσου και των τουρκικών παραλίων. Έτσι έπεισε τον παθόντα, να του καταβάλει αρχικά το ποσό των 25.000 ευρώ τον Οκτώβριο του έτους 2006 και στην συνέχεια το ποσό των 173.000 ευρώ τον Ιούνιο του έτους 2007, προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό του σε Βουλγαρικά ομόλογα, τα οποία θα απέφεραν κέρδη στον παθόντα σε ποσοστό 100% του κεφαλαίου σε λίγους μήνες, δίνοντας του ως εγγύηση δύο επιταγές της ...
εκδόσεως του και συγκεκριμένα την υπ' αρ. ...631-1 ποσού 25.000 ευρώ, με τόπο εκδόσεως τα …, εις διαταγήν του παθόντα και με χρέωση του υπ' αρ. ...7036 λογαριασμού, που διατηρεί στην ανωτέρω τράπεζα, χωρίς να έχει συμπληρώσει την ημερομηνία εμφάνισης της και την υπ' αρ. ...856-2 ποσού 195.000 ευρώ και με χρέωση του υπ' αρ. ...7036 λογαριασμού, που διατηρεί στην ανωτέρω τράπεζα, χωρίς να έχει συμπληρώσει την ημερομηνία εμφάνισης της, τον τόπο εκδόσεως και τον δικαιούχο της επιταγής, τις οποίες ο παθών ουδέποτε συμπλήρωσε και εμφάνισε προς πληρωμή.
Στην πραγματικότητα όμως ουδεμία σχέση είχε με επενδύσεις στην ..., δεν είχε, πρόθεση να επενδύσει τα προαναφερόμενα κεφάλαια, που του εμπιστεύθηκε ο παθών σε βουλγαρικά ομόλογα και να επιστρέψει τα ποσά που του έδωσε αλλά τα κράτησε προς ιδίο όφελος, ιδιοποιούμενος αυτά, αγοράζοντας οικόπεδο συνολικής εκτάσεως 6,5 στρεμμάτων στη θέση "..." του Δήμου … από την πωλήτρια εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", εμπορικής αξίας 200000 ευρώ, προκειμένου να οικοδομήσει κατοικία, μαζί με την σύζυγό του Ό.. Ο δε παθών, αν γνώριζε την πραγματικότητα, ήτοι ότι ουδεμία σχέση είχε με επενδύσεις στην ... και ότι δεν είχε πρόθεση να επενδύσει τα προαναφερόμενα κεφάλαια που του εμπιστεύθηκε σε βουλγαρικά ομόλογα και να επιστρέψει τα ποσά που του έδωσε αλλά σκόπευε να τα κρατήσει προς ιδίον όφελος, ιδιοποιούμενος αυτά, δεν θα του έδινε τα προαναφερόμενα ποσά που ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 198.000 ευρώ.
Το συνολικό δε περιουσιακό όφελος που αποκόμισε ανέρχεται στο ποσό των 198.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία του παθόντος, αυτός δεν ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού όπως προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης (λήψη δύο διαφορετικών ποσών, 25.000 ευρώ και 173.000 ευρώ από τον παθόντα σε δύο διαφορετικά χρονικά διαστήματα), αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών στον παθόντα και διαμόρφωση σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με αυτόν, προκειμένου να του αποσπάσει τα δύο προαναφερόμενα ποσά, σε δύο διαφορετικά χρονικά διαστήματα), σκοπό του ήταν ο προσπορισμός εισοδήματος, αποκαλύπτεται δε ότι έχει αποκτήσει σταθερή ροπή για την τέλεση του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του".
Με αυτά που δέχθηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμ. 316/2018 απόφαση του την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ αλλά και των 120.000 ευρώ και για το οποίο έγκλημα καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ' 26 παρ.1 α, 27, 98παρ1 και 2 και 386 παρ1 και 3α και β του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και επομένως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα και όσον αφορά και τις επιμέρους αιτιάσεις και λόγους του αναιρεσείοντα στο δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, α) παρατίθεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παριστώντας εν γνώσει της αναληθείας τους ψευδή γεγονότα, όπως φερεγγυότητά του, οικονομική του ευρωστία και εξασφαλισμένη με επιτυχία και δυνατότητα αυτού να επενδύσει, με υψηλότερες αποδόσεις, τις οικονομίες του εγκαλούντα σε ομόλογα στην ..., παραπλάνησε τον εγκαλούντα και του απέσπασε συνολικά, με τις μερικότερες, συνδεόμενες με ενότητα δόλου πράξεις, ποσό 198.000 ευρώ (25.000 και 173.000 ευρώ), το οποίο φυσικά ουδέποτε επένδυσε ενώ διαλαμβάνεται επίσης ότι ο αιτών επεδίωκε το παράνομο αυτό περιουσιακό όφελος, β) αιτιολογείται ο αιτιώδης συνδεσμος μεταξύ της παραπάνω απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της πλάνης και της βλάβης του εγκαλούντα, γ) αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων απέβλεπε εξυπαρχής στο ανωτέρω συνολικό ποσό του παράνομου περιουσιακού οφέλους από την κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξης, οπότε αυτή διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα (ΑΠ 926/2012), δ) αφού το συνολικό ποσό του οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, δεν υπάρχει ζήτημα μη εφαρμογής του ως άνω επιεικέστερου άρθρου 25 ν. 4055/2012, με το οποίο αυξήθηκε το ποσό των 73.000 ευρώ σε 120.000 ευρώ, που εσφαλμένα υπολαμβάνεται από τον αναιρεσείοντα ως δυσμενέστερος του προϊσχύοντα νόμου, δηλαδή του άρθρου 386 παρ. 3 εδ.
β ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την κατά τα άνω αντικ. του εδ. β (ΑΠ 507/2015, ΑΠ 602/2014) και η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα, θεμελιώνεται τόσο στην εξακολουθητική τέλεση της πράξεως αλλά και στην υποδομή με το παρατιθέμενο οργανωμένο σχέδιο δράσης με ετοιμότητα, επανειλημμένης τέλεσης που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων, ενώ αναφέρεται ακόμη ο σκοπός πορισμού εισοδήματος και ότι το συνολικό όφελος που πέτυχε ο αναιρεσείων υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, ενώ η κατά συνήθεια τέλεση θεμελιώνεται, εκτός της συνδρομής του στοιχείου που αναφέρεται στο ποσό του παράνομου περιουσιακού οφέλους, στην παραδοχή της επανειλημμένης τέλεσης και της από αυτήν προκύπτουσας ροπής στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 384§1 και 3, του Π.Κ.
είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε.
Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης για το σχηματισμό της δικαιοδοτικής κρίσης του Δικαστηρίου αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ άλλων εγγράφων, μετά από σχετική πρόταση της Εισαγγελέα και τα :α) Το με αύξοντα αρ. 23 και τίτλο "Αγωγή του Α.
Π. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) το με αύξοντα αρ 24 και τίτλο "έγκληση του Α. Π. ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών". Τα έγγραφα αυτά ενόψει των αναφερόμενων στοιχείων τους, της αρίθμησής τους και της έλλειψης ανάγνωσης άλλων, με παρεμφερές περιεχόμενο, εγγράφων και δεδομένου ότι δεν αναγνώσθηκε άλλο έγγραφο με τα ίδια στοιχεία, δεν παρίστατο ως αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, υπό την ειδικότερη αιτίαση, ότι αναγνώσθηκαν τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά απ' αυτά εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα Ι. Χ. κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρο 583 ΚΠΔ και 176, 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.4.2018 υπ' αριθμό πρωτ. 3890/16.4.2012 του Β. Μ. του Κ. κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 316/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και τους από 31.8.2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στην δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα Ι. Χ. την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ