Legislator Case Law & Legislation
1735/2017 AI generated

1735/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1735/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1735/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 19-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
catering contract opt-out clause repayment of public subsidies exclusion from public establishments disposable portion maintenance obligations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1735 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1735/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην … Υπουργό Οικονομικών, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά του Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χόντο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3512/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 6098/2013 μη οριστική και 1667/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 19-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 74, 75, 118, 216, 218, 219 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι το πρόσωπο των διαδίκων πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνδέεται προς τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητά του ως ενάγοντος ή εναγομένου. Από τη ρύθμιση αυτή του νόμου συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή πολλών εναγομένων, δηλαδή δεν μπορεί να εναχθούν περισσότεροι από έναν εναγόμενοι διαζευκτικά.

Δεν μπορεί δηλαδή να απευθύνεται η αγωγή και το αίτημα της καταψηφίσεως κατά του ενός υπό την προϋπόθεση ότι θα απορριφθεί η ίδια αξίωση κατά του άλλου. Δεν συντρέχει όμως η περίπτωση αυτή και δεν έχουμε απαγορευμένη δικονομικά επικουρική ή διαζευκτική εναγωγή όταν ενάγονται πλείονες εις ολόκληρον, όταν δηλαδή ζητείται η εις ολόκληρο καταδίκη πολλών εναγομένων για την πληρωμή της ίδιας απαιτήσεως, με κοινή ή διαφορετικές νομικές βάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε στην ένδικη αγωγή ότι με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που κατάρτισε στην Αθήνα με το πρώτο εναγόμενο (υπό εκκαθάριση Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανωτική Επιτροπή για τη διεξαγωγή του ..."), πώλησε με πίστωση του τιμήματος και παρέδωσε σ’ αυτό τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή προμήθειες τροφίμων και ποτών, συνολικής αξίας με τον αναλογούντα Φ.Π.Α. 44.863,47 ευρώ, και ότι συμφωνήθηκε η καταβολή του τιμήματος αυτού να γίνει από το πρώτο εναγόμενο μέχρι 17-10-2006, πλην όμως η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη.

Ότι μετά την από 22-3-2007 εξώδικη διαμαρτυρία της προς αυτό, το τελευταίο εξόφλησε ένα μόνο τιμολόγιο, ποσού 7.875,47 ευρώ, και ότι παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της αρνήθηκε να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής του, ποσού 36.988 ευρώ. Ότι με απόφαση του δευτέρου εναγομένου (Υπουργείου Πολιτισμού) διαλύθηκε το πρώτο εναγόμενο και ότι το δεύτερο εναγόμενο ήταν υπόχρεο κατά νόμο για τις πάσης φύσεως δαπάνες του πρώτου εναγομένου, ενώ το τρίτο εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) είναι καθολικός διάδοχος του πρώτου μετά τη διάλυσή του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς το πρώτο εναγόμενο η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ζητούσε να υποχρεωθούν το δεύτερο και το τρίτο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) να της καταβάλουν, εις ολόκληρον το καθένα, το ποσόν των 36.988 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής, ως αδικαιολογήτως πλουσιότεροι σε βάρος της χωρίς νόμιμη αιτία.

Είναι πρόδηλο ότι με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα δεν πρόκειται για περίπτωση διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων εναγομένων, εφόσον, όπως περιγράφηκε παραπάνω, οι αρχικοί εναγόμενοι είχαν εναχθεί ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ως κοινωνοί της ιδίας υποχρεώσεως και αυτοτελώς υπόχρεοι έναντι της ενάγουσας για διαφορετική νομική αιτία ο καθένας, και κατά συνέπεια στη συγκεκριμένη περίπτωση υφίστατο απλή παθητική ομοδικία από το άρθρο 74 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια το Εφετείο, που αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα. Συνακόλουθα τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την απόφαση του Εφετείου, ότι δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αφού αυτή περιλάμβανε διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή του υπόχρεου προς αποζημίωση της ενάγουσας, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 53 ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ειδικές Επιτροπές", όπως η παράγραφος 1 αυτού τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 77 παρ. 7 ν. 3057/2002 και έγινε σ’ αυτήν προσθήκη εδαφίων με το άρθρο 8 παρ. 15 περ. ια και ιβ ν. 3207/2003, "1. Με αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτούνται οργανωτικές - εκτελεστικές επιτροπές, στις οποίες ανατίθεται η διεκδίκηση, η προετοιμασία, η οργάνωση και η διεξαγωγή αγώνων, συνεδρίων, συνόδων και Ολυμπιακών γεγονότων στη χώρα, που έχουν παγκόσμια ή πανευρωπαϊκή ή γενικά μεγάλη σημασία.

Οι επιτροπές αυτές αμέσως μετά τη συγκρότησή τους, καταθέτουν προϋπολογισμό, ο οποίος ελέγχεται από την αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Η Γ.Γ.Α. μπορεί εν όλω ή εν μέρει να τον τροποποιήσει. Τα μέλη των επιτροπών αυτών μπορεί να αντικαθίστανται ελεύθερα χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης.

Οι κανόνες λειτουργίας των επιτροπών αυτών, τα ειδικότερα καθήκοντα και κάθε συναφές θέμα καθορίζονται με την απόφαση συγκρότησής τους. Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση της παρούσας παραγράφου και αφορούν συνέδρια, συνόδους ή Ολυμπιακά γεγονότα ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2.

Οι επιτροπές της προηγούμενης παραγράφου αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα και λειτουργούν κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Οι επιτροπές αυτές, με απόφασή τους, προσδιορίζουν τα ειδικότερα καθήκοντα που ανατίθενται για άσκηση στον πρόεδρο και στα μέλη τους. 3.

Με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού μεταβιβάζονται οι απαραίτητοι πόροι, από τα περιερχόμενα στη Γ.Γ.Α. κεφάλαια του Ο.Π.Α.Π., στις ανωτέρω επιτροπές, για την αντιμετώπιση πάσης φύσεως δαπανών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό τον οποίο καταρτίζουν. Οι επιτροπές επιτρέπεται να προσλαμβάνουν το αναγκαίο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που οι ίδιες καθορίζουν.

Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και επιτρέπεται να καταγγέλλεται ελεύθερα από τις επιτροπές οποτεδήποτε, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. 4. Η διάλυση των ανωτέρω επιτροπών γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού. Από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι επιτροπές αυτές υφίστανται μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες.

Με κοινές αποφάσεις του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, διατίθεται η περιουσία της επιτροπής για τις ανάγκες του Δημοσίου. Το απασχολούμενο προσωπικό απολύεται αυτοδικαίως, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση της επιτροπής, καθορίζεται ο αριθμός του προσωπικού ο οποίος είναι αναγκαίος για την εκκαθάριση.

Με την περάτωση της εκκαθάρισης το προσωπικό αυτό απολύεται χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Οι δαπάνες των επιτροπών ελέγχονται από ορκωτό λογιστή, το πόρισμα του οποίου υποχρεωτικά κοινοποιείται στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής ...". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν σε σχέση με τις επιτροπές αυτές τα ακόλουθα:

Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν κατά τρόπο ειδικό τα θέματα συγκροτήσεως, λειτουργίας και διαλύσεως των ειδικών επιτροπών, οι οποίες δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα, αλλά αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, συγκροτούνται δε προς επιδίωξη ειδικού σκοπού εντός ορισμένου χρόνου. Η εποπτεία του Δημοσίου επ’ αυτών περιορίζεται στη δυνατότητα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού να τροποποιεί τα κονδύλια του προϋπολογισμού τους.

Η δράση τους ρυθμίζεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και αποφασίζεται αποκλειστικά από τα μέλη τους. Οι κάθε μορφής δαπάνες τους είναι νόμιμες, υπό την προϋπόθεση της προβλέψεώς τους (προηγούμενης εγγραφής) στον προϋπολογισμό τους, ο οποίος ελέγχεται από τα αρμόδια όργανα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, πρέπει δε να συνδέονται προς το σκοπό που επιδιώκουν, καθώς και με το χρόνο που έχει τεθεί προς επίτευξη του σκοπού αυτού.

Οι δαπάνες τους καλύπτονται από πόρους, τους οποίους μεταβιβάζει σ’ αυτές το Δημόσιο και προέρχονται από ειδικά κεφάλαιά του. Με το πέρας της εκκαθαρίσεως και ενόψει του ότι οι εν λόγω επιτροπές είναι υπόλογες έναντι του Δημοσίου για την ορθή διαχείριση των κονδυλίων που τους διατέθηκαν προς εκπλήρωση του σκοπού τους, ελέγχονται οι δαπάνες τους από ορκωτό λογιστή, ο οποίος και υποβάλλει το σχετικό πόρισμα στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η εν γένει δράση των ειδικών αυτών επιτροπών, στην οποία εμπίπτει και η εκ μέρους τους σύναψη συμβάσεων ή ανάληψη υποχρεώσεων, δεν δεσμεύει το Δημόσιο, ούτε θεμελιώνει ευθύνη του έναντι των συμβληθέντων με αυτές. Περαιτέρω, η εφαρμογή των ανωτέρω ειδικών διατάξεων του άρθρου 53 ν. 2725/1999 αποκλείει των εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 77 και 479 ΑΚ.

Ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 53 ν. 2725/1999 κατισχύουν των διατάξεων του άρθρου 77 ΑΚ, καθώς ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο, μεταξύ άλλων, και το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας των Ειδικών Επιτροπών μετά τη διάλυσή τους. Τούτο δε, γιατί με τις διατάξεις του άρθρου 53 ν. 2725/1999 επιβάλλεται στη Διοίκηση να διαθέσει την τυχόν περιουσία των Επιτροπών αυτών μετά τη διάλυσή τους για την κάλυψη δημόσιων σκοπών, ενώ αντιθέτως με τις διατάξεις του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται να διαχειρισθεί την περιουσία διαλυθέντος νομικού προσώπου, υποχρεούται να διαθέσει την περιουσία αυτή αποκλειστικά και μόνο για την εκπλήρωση του σκοπού που επιδίωκε αυτό, περίπτωση που δεν συντρέχει στην περιουσία των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 ν. 2725/1999, γιατί κατά κανόνα, όταν επέρχεται η διάλυσή τους, έχει ήδη επιτελεσθεί ο σκοπός για τον οποίο συγκροτήθηκαν.

Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι στην περίπτωση του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλούν ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την εις αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου.

Εξάλλου, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής και της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ, προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου έναντι των πιστωτών της Ειδικής Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη που μεταβιβάζει την περιουσία, στην οποία ανήκουν τα χρέη, και του κτήτορα αυτής, ενώ, αντιθέτως, στην περίπτωση των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 ν. 2725/1999 η τυχόν απομένουσα περιουσία αυτών μετά την εκκαθάριση περιέρχεται εκ του νόμου και όχι δυνάμει συμβάσεως στο Δημόσιο, το οποίο και μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού είχε μεταβιβάσει στην εκάστοτε Ειδική Επιτροπή τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως δαπανών της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμ. 59886/16-12-2005 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, ... αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 53 του ν. 2725/1999 ...

συγκροτήθηκε το πρώτο εναγόμενο (ενν. το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανωτική - Εκτελεστική Επιτροπή για τη διεξαγωγή του ...") για τη διεξαγωγή του παγκόσμιου κυπέλλου στίβου, που θα διεξαγόταν στην Αθήνα από 16/17-09-2006. Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ... έχει ως αντικείμενο την εκμετάλλευση εστιατορίων και κυλικείων και την προμήθεια τροφίμων - catering, με έδρα την Αθήνα. ...

Στις 7-9-2006 το πρώτο εναγόμενο ζήτησε από την ενάγουσα εταιρεία να του αποστείλει μία προσφορά σχετικά με την παροχή υπηρεσιών catering στην αίθουσα V.I.P. κατά τη διάρκεια των αγώνων Παγκόσμιου Κυπέλλου που θα διεξαγόταν στις Ολυμπιακές Εγκαταστάσεις του Ο.Α.Κ.Α. στις 16 και 17-9-2006. Αυθημερόν η ενάγουσα απέστειλε προς το πρώτο εναγόμενο την προσφορά της που αφορούσε ...

την προμήθεια φαγητών και ποτών για 600 άτομα V.I.P. και για τις δύο ημέρες διεξαγωγής των αγώνων, δηλαδή για 1.200 άτομα. Η έγγραφη προσφορά της ενάγουσας αφορούσε αφενός την παροχή καφέ, χυμών, νερών κλπ υπό τον τίτλο "..." καθώς και ..., τιμολογούμενη προς 18 ευρώ το άτομο (πλέον Φ.Π.Α. 9%), και αφετέρου ... με κρασιά και ούζο προς 4 ευρώ ανά άτομο (πλέον Φ.Π.Α. 9%), με το ανάλογο service από προσωπικό παρεχόμενο από αυτή.

Η προσφορά της έγινε δεκτή την επόμενη ημέρα από το πρώτο εναγόμενο και επεστράφη σε αυτή υπογεγραμμένη από τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του πρώτου εναγομένου Γ. Ρ. και Γ. Κ.. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 11-9-2006, το πρώτο εναγόμενο ... της ζήτησε με ... έγγραφό του να το προμηθεύσει με 20.000 φιάλες εμφιαλωμένου νερού 0,500 ml έναντι του ποσού των 0,40 ευρώ ανά φιάλη (περιλαμβανομένου Φ.Π.Α.), εκ των οποίων 5.000 φιάλες δωρεάν, δηλαδή έναντι τελικού κόστους 6.000 ευρώ, για τις ανάγκες των συμμετεχόντων στο "...". ...

Δύο ημέρες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 13-9-2006, της ζητήθηκε από το πρώτο εναγόμενο με ... έγγραφό του, να το προμηθεύσει με 800 μπαγκέτες σάντουιτς, έναντι του ποσού των 1,83 ευρώ εκάστη πλέον Φ.Π.Α. 9%, δηλαδή συνολικού κόστους 1.596 ευρώ, για τις ανάγκες των εθελοντών της ως άνω διοργάνωσης. Στις 16-9-2006 η ενάγουσα, ανταποκρινόμενη πλήρως στα συμφωνηθέντα, είχε προετοιμάσει τους μπουφέδες και τα μπαρ όπως είχαν συμφωνηθεί με προμήθειες ανάλογων φαγητών και ποτών για 600 άτομα V.I.P., ενώ παραδόθηκαν οι φιάλες νερού και οι μπαγκέτες για τους συμμετέχοντες και τους εθελοντές, όπως της είχε παραγγείλει το πρώτο εναγόμενο, το οποίο και παρέλαβε ανεπιφυλάκτως όλα τα προϊόντα.

Πλην όμως, λόγω κακής φύλαξης του χώρου από τους αρμοδίους - προστηθέντες του πρώτου εναγομένου, εισήλθαν στο χώρο των V.I.P. τρίτα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να πρέπει η ενάγουσα να εξυπηρετήσει αιφνιδίως πάνω από 2.000 άτομα, αντί για τα 600 που αρχικά προβλεπόταν με τη σύμβαση να εξυπηρετήσει. Αμέσως της δόθηκε εντολή από τους εκπροσώπους του πρώτου εναγομένου να παράσχει επιπλέον ποτά και τρόφιμα, προκειμένου να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση λόγω των επιπλέον ατόμων που παρουσιάστηκαν και να αποφύγουν τα επικριτικά σχόλια από του υψηλούς καλεσμένους τους.

Για την επόμενη ημέρα και προκειμένου να μην προκύψει κάποια έλλειψη στις προμήθειες, το πρώτο εναγόμενο αύξησε τις παραγγελίες κατά 200 άτομα για τον μπουφέ και κατά 400 άτομα για το ..., ενώ διαβεβαίωνε την ενάγουσα ότι θα πληρωθεί κανονικά και μάλιστα εντός μηνός, δηλαδή το αργότερο μέχρι την 17-10-2006. ... Κατόπιν αυτών ...

η ενάγουσα προχώρησε στην έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων - δελτίων αποστολής ... και εξέδωσε τα παρακάτω παραστατικά: α) το υπ’ αριθμ. ...-9-2006 τιμολόγιο για τα εξακόσια άτομα για ... και μπουφέ της 16-9-2006, ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 11.772 ευρώ, β) το υπ’ αριθμ. ...-9-2006 τιμολόγιο για τα οκτακόσια άτομα για ...

και μπουφέ της 17-9-2006, ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 15.696 ευρώ, γ) το υπ’ αριθμ. ...-9-2006 τιμολόγιο για τα 1.000 άτομα για ... της 16-9-2006, ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 4.760 ευρώ, δ) το υπ’ αριθμ. ...-9-2006 τιμολόγιο για μπαγκέτες και 15.000 φιάλες νερού, ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 7.875,47 ευρώ, ε) το υπ’ αριθμ. ...-9-2006 τιμολόγιο για τα 1.000 άτομα για ...

της 17-9-2006, ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 4.760 ευρώ. Με βάση τα προαναφερόμενα τιμολόγια, το πρώτο εναγόμενο έλαβε προϊόντα και υπηρεσίες συνολικής αξίας, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 44.863,47 ευρώ. Παρά, όμως, την άριστη παροχή υπηρεσιών και προϊόντων από την ενάγουσα, η οποία ανταποκρίθηκε πλήρως όχι μόνο σε αυτά που είχαν προσυμφωνηθεί αλλά και στις έκτακτες ανάγκες που παρουσιάστηκαν και που κλήθηκε να καλύψει, το πρώτο εναγόμενο δεν εξόφλησε την προς αυτήν οφειλή του με βάση και τα εκδοθέντα τιμολόγια, με αποτέλεσμα να αποστείλει σε αυτό την από 27.12.2006 επιστολή της προς τον Υφυπουργό Αθλητισμού, ζητώντας την καταβολή των οφειλομένων.

Δεδομένου ότι ουδέν έπραξε το πρώτο εναγόμενο για την πληρωμή των τιμολογίων, αναγκάστηκε να κοινοποιήσει προς αυτό την από 22.03.2007 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση με την οποία ζήτησε εκ νέου από το πρώτο εναγόμενο να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Κατόπιν της εξώδικης διαμαρτυρίας της, το πρώτο εναγόμενο της κατέβαλε το ποσό των 7.875,47 προς μερική εξόφληση του συνολικώς οφειλόμενου ποσού και εξόφλησε το υπ’ αριθμ. ....09.2006 τιμολόγιο, παραδίδοντας της προς τούτο την με αριθμό ...

ισόποση επιταγή της ... Τράπεζας της Ελλάδος την οποία εισέπραξε. Σε σχέση με το τρίτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, αυτό μετά την εκκαθάριση του πρώτου εναγομένου, κατέστη κατ’ άρθρο 77 ΑΚ καθολικός εξ’ απογραφής διάδοχος του πρώτου εναγομένου, αφού δεν ορίστηκε άλλος δικαιούχος του υπολοίπου της εκκαθάρισης είτε στην συστατική πράξη του πρώτου εναγομένου ή στο καταστατικό του είτε στο νόμο είτε με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του νομικού προσώπου, και αποδεικνύεται από το γεγονός ότι με την υπ’ αριθμ. 16411/11.04.2007 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού....αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, το τρίτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, χρησιμοποίησε την περιουσία του πρώτου εναγομένου για την εκπλήρωση άλλου παρεμφερούς σκοπού και συγκεκριμένα διέθεσε το αναφερόμενο σ’ αυτή πάγιο υλικό στα κάτωθι νομικά πρόσωπα α) στο ...

Εθνικό Στάδιο, β) Στην Οργανωτική Επιτροπή (ΝΠΙΔ) Διεκδίκησης και Ε.Ε. της υποψηφιότητας των πόλεων ... - για την ανάληψη των Μεσογειακών Αγώνων του 2013 γ) Στο Σύνδεσμο Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ) και δ) Στο Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών (Ο.Α.Κ.Α.). Η ως άνω περιουσία περιήλθε αρχικά στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, γι’ αυτό και άλλωστε και αυτό στην συνέχεια, το ίδιο διέθεσε στα ως άνω νομικά πρόσωπα αυτήν, ενώ όπως προκύπτει από τον αριθμό των νομικών προσώπων στα οποία αυτή διατέθηκε και το είδος της περιουσίας (65 πάγια στοιχεία συνολικά), η αξία της περιουσίας αυτής, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, υπερβαίνει καταφανώς, κατά πολύ το ύψος της απαίτησης της εφεσιβλήτου ενάγουσας.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 479 παρ. 1 περ. β του ΑΚ η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει περιουσία ή επιχείρηση εξακολουθεί να υπάρχει και συνεπώς στην συγκεκριμένη περίπτωση, εγκαθιδρύεται και υφίσταται σύμφωνα με τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων ευθύνη του τρίτου εναγομένου - εκκαλούντος για την προαναφερόμενη οφειλή προς την ενάγουσα - εφεσίβλητη από την προαναφερόμενη αιτία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον έκρινε εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 77 και 479 ΑΚ, ενώ, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταντο οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τούτων, δεδομένου ότι η εν γένει δράση των ειδικών επιτροπών του άρθρου 53 ν. 2725/1999, στην οποία εμπίπτει και η εκ μέρους τους σύναψη συμβάσεων ή ανάληψη υποχρεώσεων, δεν δεσμεύει το Δημόσιο, ούτε θεμελιώνει ευθύνη του έναντι των συμβληθέντων με αυτές. Ειδικότερα, η κατά το άρθρο 53 ν. 2725/1999 εκκαθάριση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανωτική - Εκτελεστική Επιτροπή για τη διεξαγωγή του ...", στην οποία δεν μετέσχε η αναιρεσίβλητη, αποκλείει την εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 77 και 479 ΑΚ, καθώς το αναιρεσείον Δημόσιο ούτε καθολικός διάδοχος της ως άνω Ειδικής Επιτροπής είναι, ούτε απέκτησε την περιουσία αυτής με σύμβαση, αλλά δυνάμει ρητής διατάξεως νόμου, εφόσον με τη διάταξη του ως άνω άρθρου ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο, μεταξύ άλλων, και το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας των Ειδικών Επιτροπών μετά τη διάλυσή τους. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση, δεν υπάρχει έδαφος να ερευνηθεί αυτή ως προς την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι με την 3512/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή ως προς τη βάση αυτή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη και η διάταξη αυτή δεν προσβλήθηκε από την εφεσίβλητη - αναιρεσίβλητη με επικουρική έφεση, με αποτέλεσμα η απόρριψη της αγωγής ως προς τη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να έχει καταστεί τελεσίδικη.

Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτή η από 11-11-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3512/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την από 23-6-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του τιμήματος διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, να διακρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η ως άνω αγωγή και ως προς την κυρία βάση.

Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων (άρθρο 179 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1667/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 11 Νοεμβρίου 2011 εφέσεως του εναγομένου - αναιρεσείοντος κατά της 3512/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δέχεται την ως άνω έφεση.

Εξαφανίζει την 3512/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 23 Ιουνίου 2009 αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και ως προς την κυρία βάση για την καταβολή του τιμήματος διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ