Legislator Case Law & Legislation
1735/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's property division ruling due to calculation errors and legal violations.

Case Number 1735/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding property division. The appellant argued that the lower court made calculation errors and violated legal principles by awarding property and fruits to the appellant's brother without proper justification. The court found that the lower court's decision contained specific errors in calculating shares and determining ownership, necessitating a remand for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(16) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision contains specific errors in calculation or application of law, requiring remand for re-examination by a different panel.

Keywords

AI generated
property division calculation errors partial appeal remand for retrial co-ownership shares legal violations different judges panel

Cited Legislation

AI generated
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1735 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1735/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Πολυδώρου.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Η. Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γάτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 678/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2011 αίτησή της και τους από 14-1-2013 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 7-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση και τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 678/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε τις από 12-4-2007 και 3-9-2008 αντίθετες εφέσεις, που άσκησαν αντίστοιχα η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος κατά της 99/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 3-2-2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου με αίτημα αφενός μεν την αναγνώριση και την απόδοση επίκοινου ακινήτου κατά το ποσοστό συγκυριότητας του, αφετέρου δε την καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για τη στέρηση χρήσεως του επικοίνου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, πλην όμως είναι παραδεκτή μόνο καθό μέρος στρέφεται κατά της αποφάσεως του Εφετείου, εφόσον σ' αυτήν, μετά την απόρριψη των αντίθετων εφέσεων, ενσωματώθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Αντιθέτως, καθό μέρος η αίτηση στρέφεται κατά της 99/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη. Απορριπτέοι ως απαράδεκτοι τυγχάνουν επίσης και οι πρόσθετοι λόγοι, σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον το δικόγραφο αυτών κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου μόλις στις 14-1-2013, δηλαδή σε χρόνο που απέχει λιγότερο των τριάντα (30) πλήρων ημερών από τη συζήτηση της αναιρέσεως, η οποία είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί αρχικά στις 11-2-2013.

Πρέπει λοιπόν η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή να ερευνηθεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ: "Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφαση του". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 316 ΚΠολΔ: "Αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται".

Εξάλλου, είναι πιθανό η απόφαση, που επικαλείται ο διάδικος .για θεμελίωση ισχυρισμού του περί δεδικασμένου, να μην είναι τελείως σαφής, να δημιουργείται δε από την ασάφειά της αμφιβολία για το αν παράγεται από αυτήν δεδικασμένο και σε ποια έκταση για τη δεύτερη δίκη. Η αμφιβολία θα προκύπτει βεβαίωση στο δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται της δεύτερης υποθέσεως, κατά την οποία ανακύπτει θέμα δεδικασμένου.

Οι τυχόν απόψεις των διαδίκων για την έννοια της αποφάσεως δεν δεσμεύουν το δικαστήριο. Τούτο είναι συνέπεια της αρχής ότι το δεδικασμένο εξαιρείται της διαθετικής εξουσίας των διαδίκων. Εξάλλου, το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, όπως αυτός διατυπώνεται στην απόφαση. Κατά συνέπεια το αντικείμενο του δεδικασμένου περιλαμβάνει όχι μόνο την έννομη σχέση ή συνέπεια που αναγνωρίσθηκε, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά που σύμφωνα με την απόφαση την θεμελιώνουν, καθώς και την νομική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Συνακόλουθα, η αμφιβολία είναι δυνατόν να αναφέρεται σε οποιοδήποτε στοιχείο του νομικού συλλογισμού. Συνήθως αναφέρεται στο συμπέρασμα αυτού, δηλαδή στο είδος και την έκταση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε. Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει θέμα ερμηνείας της αποφάσεως. Στην ερμηνεία θα προβεί το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίζεται η ασαφής απόφαση προς θεμελίωση του ισχυρισμού περί δεδικασμένου.

Το δικαστήριο θα χωρήσει στην ερμηνεία "κατά τους κοινούς κανόνας" και "επί τη βάσει του συνόλου της αποφάσεως και των στοιχείων εν γένει της δίκης", θα λάβει δηλαδή υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο, και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση, όπως αγωγή, προτάσεις, προδικαστικές αποφάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης.

Σκοπός της ερμηνείας είναι η ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των δικασάντων, με βάση την ατελή ή ασαφή διατύπωση της στην απόφαση. Δεν ερευνάται δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι απεφάνθη. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της αποφάσεως δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας.

Απαγορεύεται συνεπώς κατά την ερμηνεία η επανεκτίμηση των αποδείξεων που είχαν διεξαχθεί τότε. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο για την ερμηνεία της αποφάσεως, επί της οποίας στηρίζεται ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, να έχει τηρηθεί η διαδικασία των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ ή να εκκρεμεί αίτηση κατά τη διαδικασία αυτή.

Στην πρώτη περίπτωση, αν έχει ήδη εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο για την αληθή έννοια της αποφάσεως, που δεσμεύει κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα. Στη δεύτερη περίπτωση, αν δηλαδή η σχετική αίτηση είναι ακόμη εκκρεμής, το δικαστήριο δύναται να αναβάλει, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ (Δ.

Κονδύλης, "Το δεδικασμένον", 1983, σελ. 207 επ. και παραπομπές εκεί στη θεωρία και τη νομολογία). Από τα παραπάνω προκύπτει περαιτέρω, ότι κατά την ερμηνεία αποφάσεως, της οποίας γίνεται επίκληση από διάδικο για θεμελίωση ισχυρισμού του περί δεδικασμένου, δεν επιτρέπεται η επανεξέταση των αποδείξεων, ενώ σε περίπτωση που έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την αληθή έννοια της αποφάσεως, αυτή παράγει δεδικασμένο.

Αυτά βεβαίως έχουν την έννοια, ότι δεν είναι επιτρεπτή η εκ νέου εξέταση της ουσίας της διαφοράς σε μεταγενέστερη δίκη, κατά την οποία ανακύπτει ζήτημα δεδικασμένου. Ωστόσο, εφόσον το σφάλμα ή η παραδρομή του δικαστηρίου είναι προφανής και οφείλεται σε εσφαλμένη διατύπωση ή σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, είναι επιτρεπτή η αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως του δικαστή -ο οποίος υποτίθεται ότι είναι σοφός και σώφρων- με βάση τα δικόγραφα και τις προτάσεις των διαδίκων και τα διαλαμβανόμενα σ' αυτά αιτήματα.

Τούτο βεβαίως προϋποθέτει, ότι, για την διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν απαιτείται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς ή επανάληψη της ερμηνευτικής διαδικασίας, αλλά αντιθέτως αυτό (σφάλμα) προκύπτει από απλή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και κυρίως των δικογράφων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη 678/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει αρχικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου την από 10-4-1987 αγωγή συμπληρώσεως της νόμιμης μοίρας του, με αίτημα να αναγνωρισθεί αυτός συγκύριος κατά ποσοστό 28/375, δηλαδή 0,0746666, εξ αδιαιρέτου στο περιγραφόμενο σ' αυτήν ακίνητο και να υποχρεωθεί ο τότε εναγόμενος αδελφός του Β.

Η. Κ. να του το αποδώσει κατά το ποσοστό αυτό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 108/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και αναγνωρίσθηκε ότι το κληρονομικό του μερίδιο στο επίδικο ακίνητο ήταν 0,0644688 εξ αδιαιρέτου, υποχρεώθηκε δε ο εναγόμενος να του το αποδώσει κατά το ποσοστό αυτό.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε επ' αυτών η 717/1992 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία αναγνωρίσθηκε το κληρονομικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου, κατά το ελλείπον ποσοστό της νόμιμης μοίρας του και -κατά προφανέστατο αριθμητικό λάθος - καθορίσθηκε αυτό "... σε 0,9914224 εξ αδιαιρέτου σε ακίνητο εμβαδού 341,40 τ.μ., δηλαδή στο προς δυσμάς ήμισυ (1/2) διαιρετώς μιας ανώγειας οικίας με το γήπεδο, προαύλιο και την περιοχή της και το προς δυσμάς αυτής περιβόλι, τα οποία αποτελούν ενιαίο ακίνητο συνολικής εκτάσεως 341,40 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό Λόγγου Αιγίου και συνορεύει ..." υποχρεώθηκε δε ο τότε εναγόμενος Β.

Κ. να του το αποδώσει κατά το ποσοστό αυτό. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου την από 3-2-2005 αγωγή, στην οποία ιστορούσε ότι με την προηγούμενη αγωγή του είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί "η νόμιμος μοίρα του εκ ποσοστού 28/375 επί του ... κληρονομιαίου ακινήτου" και με τα οποία, παρά ταύτα, ζητούσε να αναγνωρισθεί "συγκύριος του ακινήτου ...

κατά ποσοστό 0,9914114 αδιαιρέτως". Ζητούσε επίσης να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναίρεσείουσα, η οποία στο μεταξύ είχε καταστεί ειδική διάδοχος του Β. Κ., να του το αποδώσει και να αναγνωρισθεί περαιτέρω η υποχρέωσή της να του καταβάλει συνολικά το ποσόν των 116.877,03 ευρώ, το μεν ως αποζημίωση για την εκ μέρους της αποκλειστική χρήση του επικοίνου, το δε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική της συμπεριφορά, το ποσόν δε αυτό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της δευτέρας αγωγής εκδόθηκε η 99/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία και σε συνδυασμό με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Πατρών, ως έχουσα παραγάγει δεδικασμένο ως προς το ποσοστό συγκυριότητας του ενάγοντος, αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα τούτου κατά ποσοστό 0,9914224 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να το αποδώσει στον αναιρεσίβλητο κατά το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό.

Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο για στέρηση χρήσεως του επικοίνου κατά το ποσοστό της ιδανικής του μερίδας και ως χρηματική ικανοποίηση για την εκ μέρους της παρεμπόδιση της χρήσεως του κοινού το συνολικό ποσόν των 33.843ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, καταδίκασε δε αυτήν και στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος ποσού 1.170 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτή άσκησαν αντίθετες εφέσεις και οι δύο διάδικοι, εκδόθηκε δε επ' αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και τις απέρριψε κατ' ουσίαν. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την 717/1992 απόφαση του Εφετείου Πατρών, ο δικανικός συλλογισμός του δικαστηρίου εκείνου ως προς το αχθέν ενώπιόν του, αίτημα, να αναγνωρισθεί δηλαδή ο αναιρεσίβλητος δικαιούχος στο επίδικο ακίνητο προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του από την κληρονομιά της μητέρας του Π.

συζ. Η. Κ., ήταν ο ακόλουθος: "Η πραγματική κληρονομική ομάδα ανέρχεται, μετά την εξαίρεση των εξόδων κηδείας της μητέρας των διαδίκων, που ανέρχονται κατά τους μάρτυρες στο ποσόν των 12.000 δρχ., στις 1.388.000 δρχ. (1.400.000 - 12.000 δρχ.). Στο ποσόν αυτό πρέπει να υπολογισθούν λογιστικά και οι συνεισενεκτέες πιο πάνω παροχές (30.000 και 40.000 δρχ.) για τον σχηματισμό της ούτω καλούμενης πλασματικής κληρονομικής ομάδος, επί της οποίας υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα, ο υπολογισμός των παροχών αυτών θα γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την αξία του χρόνου της πραγματικής τους (ενν.

παροχής) και χωρίς αναγωγή, ... στο ισάξιο τους ... κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης ... Με βάση τα προεκτεθέντα η πλασματική κληρονομική ομάδα ανέρχεται στο ποσόν του 1.458.000 δρχ. (1.388.000 + 30.000 + 40.000). Ακολούθως από το ποσόν της ομάδος αυτής θα αφαιρεθεί το καταλειφθέν στον ενάγοντα πιο πάνω ποσόν των 1.000 δρχ.

ως και η αξία των συνεισενεκτέων πιο πάνω παροχών και (το) εξαγόμενο υπόλοιπο μετά την αφαίρεση αυτή τίθεται ως αριθμητής του κλάσματος με παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής κληρονομικής ομάδος, από τα οποία, μετά την αφαίρεση της αξίας του εφού εγκαταστάθηκε δήλου, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας ...

Με βάση τα προεκτεθέντα, ο ενάγων, του οποίου η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα ανέρχεται, όπως δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, στα 4/32 ή 1/8 εξ αδιαιρέτου, δικαιούται να λάβει προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του από την προαναφερθείσα κληρονομιά της μητέρας του, την οποία αποδέχθηκε νόμιμα, μεταγράφοντας και την οικεία δήλωση αποδοχής, το ποσόν των 90.125 δρχ. (1.458.000 η πλασματική κληρονομική ομάδα Χ 1/16 το ποσοστό της νόμιμης μοίρας = 91.125 - 1.000 δρχ.

το καταλειφθέν σ' αυτόν με την διαθήκη ..., που αντιστοιχεί σε ποσοστό 1387/1399 (1.458.000 η πλασματική κληρονομική ομάδα - 71.000 δρχ. το καταλειφθέν στον ενάγοντα και οι ληφθείσες υπόψη συνεισενεκτέες παροχές = 1.387.000 : 1.400.000-1.000 δρχ.) ή 0,9914224 και όχι σε 0,0644688, όπως έκρινε η εκκαλουμένη εσφαλμένα ..." Εκ τούτων καθίσταται προφανές ότι στην ως άνω απόφαση του (717/1992) το Εφετείο Πατρών, ενώ με βάση την πλασματική κληρονομική ομάδα υπολόγισε το ύψος της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου στο ποσόν των 90.125 δρχ., από προφανή παραδρομή δεν έθεσε το ποσόν τούτο ως αριθμητή του κλάσματος, προκειμένου να εξαχθεί το ποσοστό συμπληρώσεως της νόμιμης μοίρας του επί της πραγματικής κληρονομικής ομάδος, αλλά αντί αυτού έθεσε ως αριθμητή το συνολικό ποσόν της πλασματικής κληρονομικής ομάδος μείον τις συνεισενεκτέες παροχές και το χρηματικό ποσόν που κατελείφθη στον αναιρεσίβλητο με τη διαθήκη, με συνέπεια την πρόκληση ουσιώδους αριθμητικού σφάλματος.

Επομένως το προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του ποσοστό ανέρχεται σε ( 90.125: 1.399.000) 0,064421 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, ενόψει, του ότι αυτό αποτελεί και το μοναδικό περιουσιακό στοίχειο της κληρονομιάς της μητέρας των διαδίκων.

Υπό τα δεδομένα αυτά και με βάση τα προεκτεθέντα το Εφετείο Πατρών υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφαση του στην από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεχόμενο την ύπαρξη δεδικασμένου από την 717/1992 απόφαση του Εφετείου Πατρών, γιατί προσέβλεψε μόνο στο, αναγραφόμενο στο διατακτικό της, εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας του αναιρεσίβλητου στο επίδικο ακίνητο και παρείδε ότι τούτο ήταν αποτέλεσμα προφανούς παραδρομής του δικαστηρίου εκείνου, που προέκυπτε από απλή επισκόπηση και σύγκριση αφενός μεν των από 10-4-1987 αγωγής, από 6-7-1990 εφέσεως και από 3-2-2005 αγωγής του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, του Εφετείου Πατρών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, αντίστοιχα, αλλά και του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως, και του διατακτικού αυτής αφετέρου.

Ως προς την κρίση αυτή του δικαστηρίου, ότι υφίσταται προφανής παραδρομή της 717/1992 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών αναφορικά με το ποσοστό συμπληρώσεως της νόμιμης μοίρας του αναιρεσίβλητου, δεν αποτελεί κώλυμα η έκδοση της 910/1996 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν της 227/1995 πράξεως του Προϊσταμένου του ίδιου δικαστηρίου για αυτεπάγγελτη διόρθωση της ως άνω αποφάσεως.

Και ναι μεν η απόφαση αυτή έκρινε ότι οι συλλογισμοί και οι αριθμητικές πράξεις της 717/1992 αποφάσεως είναι απαλλαγμένες από γραφικά, φραστικά, λογιστικά ή αθροιστικά σφάλματα, ανεξαρτήτως αν έγινε εσφαλμένη ή όχι ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου κατά το σχηματισμό της μείζονος προτάσεως και της δικαιοδοτικής κρίσεως, και συνακόλουθα ότι δεν συντρέχει λόγος διορθώσεως της, πλην όμως η αρνητική αυτή κρίση δεν αποτελεί δεδικασμένο, όταν η παραδρομή της αποφάσεως είναι προφανής.

Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του σχετικού αναιρετικού λόγου της αιτήσεως, με τον οποίο κατά την εκτίμηση του νοηματικού της περιεχομένου, και ιδίως των διαλαμβανομένων: α) στη σελίδα 2 "Υποχρεώνει την εναγομένη ... να αποδώσει στον ενάγοντα κατά το ποσοστό της συγκυριότητας του (δηλαδή του 0,9914224 που ισούται σχεδόν με την ακέραια μονάδα) το ως άνω μητρικό ακίνητο ...", β) στη σελίδα 20 "...

Δια της ως άνω αποφάσεως, που προηγούμενο στα δικαστικά χρονικά δεν υπάρχει, ... αφού δι' αυτής καθορίζεται ποσοστό νομίμου μοίρας στο μεριδούχο αδελφό μας που καταλαμβάνει ολόκληρο το ως άνω ακίνητο ..." γ) στη σελίδα 25 "... Προκειμένου να διατηρήσει τελεσιδίκως και αμετακλήτως υπό την παράνομη νομή και κατοχή του ολόκληρη τη σφετερισθείσα περιουσία του εν λόγω κληρονομιαίου επιδίκου ακινήτου ..." δ) στη σελίδα 26 "...

που καθιστά τις ως άνω εκδοθείσες αποφάσεις μη σύννομες, καθόσον δι' αυτών παραβιάστηκε το εξ αυτής απορρέον δεδικασμένο ..." ε) στη σελίδα 31 "... επιτάσσεται να αποδώσει στον εφεσίβλητο αδελφό του Π. Κ. ένα ακίνητο που δεν του ανήκει ...", αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η οικεία πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16, ΚΠολΔ..

Ωσαύτως πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατά την διάταξη της περί της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, η ενέργεια της αναιρετικής αποφάσεως εκτείνεται κατά το ως άνω μέτρο και επί των καρπών που επιδικάσθηκαν αντίστοιχα από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους οποίους όμως η αμφισβήτηση, κατά την εκτίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως, περιορίζεται μόνο στο ποσοστό συμπληρώσεως της νόμιμης μοίρας, δηλαδή 0,9914224, με βάση το οποίο άλλωστε ο αναιρεσίβλητος είχε αξιώσει με τη σχετική αγωγή την επιδίκαση τους.

Επομένως ως προς αυτό μόνο και κατά το αυτό μέτρο θέλει επηρεασθεί η επιδίκαση των καρπών, δηλαδή θα προσδιορισθούν αυτοί σε ποσοστό 0,064421, ενώ παραμένουν άθικτες κατά τα λοιπά οι εκτιμήσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί των σχετικών με τους πολιτικούς καρπούς πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να συμψηφισθεί δε στο σύνολο της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι είναι αδέλφια (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς την 678/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα εν τω σκεπτικώ, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ