Supreme Court dismisses appeal on personality rights, ruling statutory damages are not subject to constitutional proportionality review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision awarding excessive damages for personality rights infringement. The appellant argued the high monetary award violated constitutional proportionality principles, but the court held that Article 25 of the Constitution does not apply to civil compensation amounts. Consequently, the court ruled that the statutory discretion under the Civil Code prevails and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25, 932 of the Civil Code; The principle of proportionality does not apply to the amount of statutory damages in civil personality rights cases, as the legislature has already defined the scope of judicial discretion under Article 932.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1735 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1735/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου α) ... και β) ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αγγελάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στεφάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 75/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 9 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη παραδοχή των τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ/φοι 1, 2 αυτού).
Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής εντιμότητας του ανθρώπου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά τη ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξ άλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητος (Ολ.ΑΠ 812/1980 ΝοΒ 29.79, ΑΠ 1599/2000 ΕΕΝ 2002.318). Περαιτέρω, και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ συνάγεται, ότι για τη θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης απαιτούνται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιο πρόσωπο ορισμένου γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, β) το γεγονός να είναι ψευδές και γ) άμεσος δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη θέλησή του να προβεί στην ενέργεια αυτή και στη γνώση ότι το γεγονός ήταν ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του.
Για τη θεμελίωση του αδικήματος της απλής δυσφήμισης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιο πρόσωπο, ορισμένου γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του και β) άμεσος ή και ενδεχόμενος δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη θέληση του να προβεί στην ενέργεια αυτή και στη γνώση του ότι το γεγονός μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του.
Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Αντίθετα, δεν αποτελεί γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.
Αν δεν αποδεικνύεται, ότι το γεγονός είναι ψευδές, το Δικαστήριο περαιτέρω υποχρεούται να ερευνήσει, αν θεμελιώνεται το αδίκημα της απλής δυσφήμισης, αν δε και τούτο δεν συγκροτείται, να ερευνήσει αν τελέστηκε η αξιόποινη, κατά το άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ, πράξη της εξύβρισης, η οποία τελείται, όταν ο δράστης προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, του αδίκου δε χαρακτήρος των, ως άνω, πράξεων της απλής δυσφήμισης και εξύβρισης αιρουμένου, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν η προσβλητική για την τιμή και υπόληψη του τρίτου παθόντος εκδήλωση γίνεται προκειμένου να διασφαλιστεί δικαίωμα του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με την αναγκαία, όμως, προϋπόθεση η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά απαραίτητο μέτρο ενδιαφέροντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή ή με άλλον τρόπο προστασία του δράστη για τη διαφύλαξη της οποίας και μόνο ενήργησε.
Όμως, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής και δυσφημιστικής εκδήλωσης και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη στο αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, καθώς και όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή του τρίτου. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 229 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται στον καταμηνυθέντα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο μηνύων δε να γνώριζε την αναλήθειά της και να προέβη με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη του μηνυομένου (ΑΠ 72/2004 Δνη 45. 1440, ΑΠ 93/2004 Δνη 45. 1541, ΑΠ 1256/2004, ΑΠ 2480/2003 Ποιν.
Χρον. 2004. 918, ΑΠ 2082/01 Ποιν. Χρ.2002 806, ΑΠ 1573/2001 Ποιν. Χρον. 2002. 616). Περαιτέρω, όπως και προειπώθηκε, το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας (914 ΑΚ), ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για τον παθόντα προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή τον στερηθέντα την ελευθερία του, φορέας δε αυτής είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική εκ της αδικοπραξίας βλάβη, η οποία αποτελεί δικαίωμα προστατευόμενο από κανόνες αστικού, διοικητικού ή ποινικού περιεχομένου δικαίου, που τέθηκαν για την προστασία του γενικού αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος (ΑΠ 1323/2001 Δνη 42.1550).
Έτσι, από την προαναφερόμενη διάταξη (932) παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, όπως, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που τίθενται από το διάδικο υπόψη του και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει, ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσό, που θεωρεί εύλογο (ΟΛ ΑΠ 13/2002 Δνη 43.694, ΑΠ 1053/2004 ΕΕΝ 2005.71, ΑΠ 1256/2004 Δνη 45.1349, ΑΠ 1433/00 Δνη 42.673, ΑΠ 1807/99 Δνη 41.968).
Η επιδίκαση της χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, προϋποθέτει σημαντική προσβολή της προσωπικότητος, γι' αυτό και ο Δικαστής, για το σχηματισμό της αξιολογικής του κρίσης, οφείλει να εκτιμήσει όλα τα υπόψη και για τη συγκεκριμένη περίπτωση περιστατικά, ειδικότερα δε την έκφανση της προσωπικότητος, κατά της οποίας στρέφεται η προσβολή, τη βαρύτητα αυτής, το πταίσμα και τη βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, τον τόπο, χρόνο και διάρκεια της προσβολής, το επάγγελμα, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και τη τυχόν δημοσιότητα της προσβολής (ΑΠ 1256/2004, 1433/2000, 1807/1999), χωρίς, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας, να υπερακοντίζει το σκοπό που επεδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας κοινωνικής ειρήνης (ΑΠ 133/2006 Δνη 47.470).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο ΑΑ απεβίωσε στις 29-5-1992 στην ... . Προ του θανάτου του, και συγκεκριμένα στις 10-8-1988, φέρεται να συνέταξε τη με την ίδια ημεροχρονολογία διαθήκη του, δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία με την 20/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.
Μ' αυτήν εγκατέστησε κληρονόμους τη σύζυγο του ΒΒ σ' όλη την καταληφθείσα περιουσία του. Περαιτέρω, η σύζυγός του, που απεδέχθη και μετέγραψε νομότυπα τη σχετική δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς, απεβίωσε στην ... στις 2-9-1999, δυνάμει δε της ... δημόσιας διαθήκης στη Συμ/φο Αθηνών Φ. Παπασταυροπούλου, που νόμιμα δημοσιεύτηκε με το 2225/1999 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους επί της καταληφθείσας από το σύζυγο της σ' αυτή περιουσίας, τις μικρανιψιές της ΓΓ και ΔΔ, θυγατέρες του υιού της αδελφής της και εναγομένου στην ένδικη διαφορά.
Ωστόσο, όμως, και προ του θανάτου της, ύστερα από την από 25-9-1995 μήνυση του ΕΕ, ετεροθαλούς αδελφού του εναγομένου, ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος: α) της ΒΒ, χήρας του αρχικού, ως άνω, διαθέτη, για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με σκοπό το όφελος, χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό το όφελος και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα (εναγομένου), β) του εναγομένου για πλαστογραφία με σκοπό το όφελος και ψευδορκία μάρτυρα, γ) της ΣΤ, συζύγου του εναγομένου, για ψευδορκία μάρτυρα.
Όλες οι παραπάνω πράξεις φέρονται, ότι τελέστηκαν, αναφορικά με την προαναφερόμενη από 10- 8-1988 ιδιόγραφη διαθήκη του ΑΑ και κατά τις ένορκες καταθέσεις, που οι, ως άνω, έδωσαν, προκειμένου να κηρυχτεί κυρία η διαθήκη. Με το 353/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, η μεν πρώτη παραπέμφθηκε να δικαστεί αρμοδίως για τις πράξεις που ασκήθηκε, ως άνω, ποινική δίωξη, σχετικά, όμως, με την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία, όχι με φυσικό αυτουργό τον εναγόμενο, αλλά άγνωστο δράστη, οι δε λοιποί για ψευδορκία μάρτυρα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, δικάσαν επί της υποθέσεως, με την 2305/1998 απόφασή του, κήρυξε όλους τους κατηγορούμενους αθώους, με το σκεπτικό ότι, παρά τη διενεργηθείσα, δυνάμει της 18/97 διάταξης της Ανακρίτριας Κέρκυρας, πραγματογνωμοσύνη των πραγματογνωμόνων ... και ..., οι οποίες απεφάνθησαν, ότι η επίμαχη διαθήκη δεν είχε γραφεί και υπογραφεί από το διαθέτη της, πλην από τρίτο άτομο, η διαθήκη ήταν γνήσια, δοθέντος ότι ο γραφικός χαρακτήρας του διαθέτη σε σχέση με τα από το έτος 1969 προσκομισθέντα και χρησιμοποιηθέντα από την πραγματογνωμοσύνη ως δείγματα γραφής του έγγραφα, είχε υποστεί αλλοιώσεις, όχι μόνο λόγω του μεσολοβούντος χρόνου, αλλά και των ιδιαίτερων προβλημάτων υγείας, που ο διαθέτης προ της συντάξεως της αντιμετώπιζε, ήτοι πολλαπλές εγχειρήσεις στα μάτια, πάρκινσον, καρκίνο προστάτη.
Επί της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, ύστερα από αίτηση του μηνυτού, κατατεθείσα δια του ενάγοντος πληρεξουσίου του δικηγόρου. Το Εφετείο, με την 454/99 αμετάκλητη απόφασή του, κήρυξε και πάλι τους κατηγορουμένους (εναγόμενο και σύζυγό του, δοθέντος ότι η πρώτη κατηγορουμένη ΒΒ είχε ήδη αποβιώσει) αθώους, με διάφορο της πρωτόδικης, που διατύπωσε κρίση για τη γνησιότητα της διαθήκης, σκεπτικό, και συγκεκριμένα ότι οι κατηγορούμενοι με το που κατέθεσαν, ότι γνωρίζουν τη γραφή και υπογραφή του διαθέτη, ως στενοί εξ αίματος συγγενείς αυτού, τελούσαν με την πεποίθηση, ότι τα στοιχεία αυτά ανήκαν στο διαθέτη, ενισχυόμενης της κρίσης ότι κατά το χρόνο της συντάξεώς της ο διαθέτης ήταν μεγάλος σε ηλικία με έντονα προβλήματα υγείας και έλλειψη σταθερότητας στα χέρια του.
Έτσι, δεν ήταν δυνατή η σύγκριση με προηγούμενα έγγραφα, που ο ίδιος συνέταξε και υπέγραψε. Ακολούθως, οι ΖΖ, η ΗΗ, η ΘΘ, αδελφοί του διαθέτη ΑΑ, ο ΚΚ και η ΛΛ, τέκνα των αποβιωσάντων αδελφών του διαθέτη ΑΑ και ΜΜ, αντίστοιχα, άσκησαν ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, δια του ενάγοντος δικηγόρου και πληρεξουσίου τους, την από 17-11-1999 αγωγή εναντίον των θυγατέρων του εναγομένου ΔΔ και ΓΓ, δοθέντος ότι, όπως προειπώθηκε, η καταληφθείσα με τη διαθήκη αυτή περιουσία του διαθέτη στη σύζυγό του, καταλήφθηκε με διαθήκη της τελευταίας σ' αυτές, αιτούμενη την ακύρωσή της ως πλαστής κατά τη γραφή και υπογραφή της, χωρίς στην αγωγή αυτή να κατονομάζεται ο πλαστογράφος.
Επειδή, η συζήτησή της, προφανώς εκ παραδρομής, προσδιορίστηκε σε ημέρα αργίας, ήτοι στις 3-10-2000, εορτή Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ο ενάγων, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, κατέθεσε στο Δικαστήριο τη 42/26-1-00 κλήση για ορισμό νέας δικασίμου, ορίστηκε δε αυτή στις 17-10-2000, κατά την οποία επήλθε βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της πρώτης των εναγόντων.
Στη συνέχεια, με την από 20- 8-2001 δήλωση- γνωστοποίηση βιαίας διακοπής και επαναλήψεως, που κατέθεσε ο ενάγων, πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων, προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος της υποθέσεως η 17-9-2002, κατά την οποία οι εναγόμενες θυγατέρες του νυν εναγομένου δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ως μάρτυρας απόδειξης της αγωγής εξετάστηκε ο ΕΕ, πλην, όμως, επ' αυτής δεν εξεδόθη απόφαση, ύστερα από την από 14-2-03 στο Δικαστήριο δήλωση του ήδη ενάγοντος, υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου των εναγόντων, ότι δεν επιθυμούν την έκδοση απόφασης, ματαιουμένης μετά ταύτα, και μάλιστα αναδρομικά, κατά νόμο της υπόθεσης.
Στη συνέχεια, ο ενάγων και με την από 21-2-2003 κλήση του προσδιόρισε ως νέα δικάσιμο για συζήτηση της αγωγής την 7-10-2003, ακριβές δε αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού την άνω δικάσιμο και απλό φωτοαντίγραφο της αγωγής (δεν απαιτείτο η εκ νέου άσκησή της, δοθείσας της εκκρεμοδικίας της, ύστερα από την κατά τα προαναφερθέντα δήλωση περί μη έκδοσης της απόφασης, συνεπώς νόμιμα επισπεύδονταν για νέα συζήτηση η διαφορά (άρθρα 221, 215, 226, 230 ΚΠολΔ), επεδόθη από τους δικαστικούς επιμελητές Αθηνών ...
και ... στις εναγόμενες ΓΓ και ΔΔ, κατοίκους ... νομότυπα, δια θυροκολλήσεως στην κατοικία της (...- ...) στην πρώτη, και στην ίδια διεύθυνση στη δεύτερη, παρά το γεγονός ότι στο δικόγραφο φερόταν ως κάτοικος ... . Κατά την, ως άνω, δικάσιμο της 7-10-03 κατά την οποία οι εναγόμενες δεν εμφανίστηκαν, η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 17-2-2004 χωρίς για τη δικάσιμο αυτή, και ενόψει της ισχύος του άρθρου 226 ΚΠολΔ, που η αναβολή από το πινάκιο της, κατά την τακτική διαδικασία δικαζομένης, υποθέσεως, επείχε θέση κλήτευσης, ο πληρεξούσιος των εναγόντων, ενάγων δικηγόρος να προβεί σε νέα κλήτευση των δια της αγωγής εναγομένων, προφανώς μη αντιλαμβανόμενος την προαναφερθείσα παρατυπία της κλήτευσης της δεύτερης αυτών, που οδηγούσε και στο απαράδεκτο της συζήτησης, ερευνούμενου άλλωστε τούτου αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Εν τέλει, κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην των εναγομένων, το Δικαστήριο δε προφανώς και αυτό μη αντιλαμβανόμενο το, κατά τα άνω, παράτυπο της κλήτευσης της δεύτερης των εναγομένων, (η πρώτη, όπως προειπώθηκε, κλητεύθηκε, νομότυπα), προχώρησε ερήμην τους στην έκδοση της 142/04 απόφασής του, με την οποία ακύρωσε την από 10/8/1988, ως άνω, διαθήκη του ΑΑ.
Μετά τη δημοσίευση αυτής (1-6-2004), και συγκεκριμένα στις 16-7-2004 κατατέθηκε από τις εναγόμενες ανακοπή ερημοδικίας, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 1-11-2005 και επ' αυτής εκδόθηκε η 147/2006 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε την ανακοπή της πρώτης και δέχτηκε αυτήν της δεύτερης ανακόπτουσας, εξαφάνισε την 142/04, ως άνω, απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και ακύρωσε εκ νέου την επίμαχη διαθήκη εκκρεμούσας και σήμερα της υπόθεσης ενόψει της επ' αυτής ασκηθείσας εφέσεως.
Κατά τη δικάσιμο, λοιπόν, της 17-2-2004, μετά την εκφώνηση της υπόθεσης και προ της εξέτασης μαρτύρων, ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος: α) με δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το θάνατο της αρχικής καλούσας - ενάγουσας ΗΗ και την υπεισέλευση στη θέση της των κληρονόμων της, β) κατονόμασε ως πλαστογράφο της επίμαχης διαθήκης τον εναγόμενο, προτείνοντας ως αποδεικτικά του ισχυρισμού αυτού μέσα, την προαναφερόμενη από 7-7-1997 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των γραφολόγων ...
και ... και άλλα έγγραφα, όπως επί λέξει ανέφερε, μάρτυρα δε τον ΕΕ. Οι ενέργειες αυτές του πληρεξουσίου ενάγοντος ήταν σύννομες, με βάση το προσκομιζόμενο με αρ. ... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβ/φου Αθηνών Α. Αντωνίου, με το οποίο οι ΝΝ και ΞΞ, κληρονόμοι της ήδη αποβιωσάσας πρώτης ενάγουσας, που υπεισήλθαν στη δίκη, ΛΛ και ΚΚ, διόρισαν αυτόν αντιπρόσωπό τους και αντίκλητο για τη δικάσιμο της 7-10- 2003 ή σε οποιαδήποτε τυχόν αναβολή τής από 17-11-1999, ως άνω, αγωγής τους.
Με το ίδιο παραπάνω ειδικό πληρεξούσιο τους παρείχαν την ειδική εντολή να κατονομάσει ως πλαστογράφο της διαθήκης τον εναγόμενο, πατέρα των δια της αγωγής τους εναγομένων, γ) ότι δεν εισάγεται η υπόθεση ως προς την εκ των καλούντων -εναγόντων ΘΘ και επί λέξει (βλ. πρακτικά δίκης) δεν παρίσταται γι' αυτήν, επειδή δεν είχε εντολή και πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει.
Να σημειωθεί, ότι το Δικαστήριο στο σκεπτικό της, ως άνω, 142/04 απόφασής του, με βάση την οποία ακύρωσε την επίμαχη διαθήκη ως αναμφίβολα και καθ' ολοκληρία πλαστή, όπως επί λέξει αναφέρεται, δεν διέλαβε σκέψεις ότι πλαστογράφος αυτής ήταν ο κατονομαζόμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ενάγοντα, εναγόμενος Χ, προφανώς απορρίπτοντας σιγή το απαράδεκτο της μεταβολής της βάσεως της αγωγής (άρθρα 224, 237 ΚΠολΔ), στην οποία (αγωγή) δεν αναφέρονταν ρητά ο παραπάνω ως πλαστογράφος παρά μόνο στην πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση.
Περαιτέρω, και ενώ, όπως προειπώθηκε, 15 ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης οι ερημοδικαζόμενες εναγόμενες άσκησαν την από 16-7-2004 ανακοπή ερημοδικίας, που εκκρεμούσε για συζήτηση στις 1-11-2005, ο εναγόμενος πατέρας τους στις 6-9-2004 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κερκύρας μήνυση, δυνάμει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη α) κατά του ΝΝ, ΞΞ, ΚΚ και ΛΛ, για απάτη Δικαστηρίου και συκοφαντική δυσφήμιση β) κατά του ΕΕ για ψευδορκία κατ' εξακολούθηση και απάτη Δικαστηρίου και γ) κατά του ενάγοντος, πληρεξουσίου δικηγόρου, για απάτη Δικαστηρίου και συκοφαντική δυσφήμιση, διαβιβασθείσας της σχετικής δικογραφίας, ενόψει της ιδιότητος του τελευταίου, στον Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, ο οποίος, ελλείψει επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου ενάγοντος για τη στήριξη δημόσιας εις βάρος του κατηγορίας, επέστρεψε τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
Ακολούθως η δικογραφία και ύστερα από την από 29-11-2004 πρόταση του τελευταίου, εισήχθη ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, εκδοθέντος του με αριθμ. 194/2004 βουλεύματος αυτού, με το οποίο οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των κατηγορουμένων παραπέμφθηκαν στο τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας για να δικαστούν ως υπαίτιοι και εις βάρος του εναγομένου συκοφαντικής δυσφήμισης, την οποία τέλεσαν στη συζήτηση της προαναφερθείσας αγωγής, ήτοι στις 17-2-2004, όταν ενώπιον του Δικαστηρίου, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, ενάγοντος της ένδικης διαφοράς, ισχυρίστηκαν ότι ο εναγόμενος είναι ο πλαστογράφος της επίμαχης διαθήκης.
Στην προαναφερόμενη μήνυση ο εναγόμενος, πλην άλλων, ανέφερε για τον ενάγοντα πληρεξούσιο και τα παρακάτω, σύμφωνα με τη βάση της ένδικης αγωγής, όπως, άλλωστε αυτά προκύπτουν αυτολεξεί από το κείμενο της μήνυσης "... Απευθυνόμενος προς το Δικαστήριο ο πληρεξούσιος των εναγόντων Ψ δήλωσε, ότι η ενάγουσα ΘΘ δεν παρίσταται, αποκρύψας σκοπίμως δια να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ότι αυτή είχε προαποβιώσει.
Πλην, όμως, αν δήλωνε τούτο, έπρεπε να επέλθει η κατά το άρθρο 286 ΚΠολΔ βιαία διακοπή της δίκης (διότι δεν είχε τελειώσει η προφορική συζήτηση). Η μη νόμιμη βεβαίως ενέργεια του ηδύνατο ευκόλως ν' αποκαλυφθεί, διότι, κατά το άρθρο 101 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότης, σε περίπτωση θανάτου εκείνου που την έδωσε, εξακολουθεί και παύει μόνο όταν διακοπεί η δίκη (βιαία διακοπή) ...".
Σε άλλα σημεία της μηνύσεως "... Επί εν συνεχεία σχετικής ερωτήσεως του Προέδρου τελεσιδίκησε αυτή;" απήντησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ψ και από πολλών ετών συνήγορος - Δικηγόρος του ΕΕ, ως κάτωθι: "τελεσιδίκησε, μόνο που δεν ήταν για πλαστογραφία, ήταν για ψευδορκία. Ο ΕΕ συνεπλήρωσε: ήταν για ψευδορκία και ο Δικηγόρος συνέχισε ψευδορκία, έτσι.
Αυτή είναι η διαφορά. Βεβαίως είχε αθωωτική απόφαση, τελεσίδικα ναι. Ο Δικηγόρος Ψ εγνώριζε, ότι αυτά που απεκρίθη στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ήσαν ψευδή, η αλήθεια θα ανέτρεπε το σκηνικό της σκευωρίας για την εξαπάτηση του Δικαστηρίου, όπως και το επέτυχαν, διότι ασφαλώς εκ προθέσεως δεν ανέφεραν, και μάλιστα απέκρυψαν, τας προμημονευόμενας δικαστικάς αποφάσεις.
Η υπεράσπιση των ψευδών ισχυρισμών στηρίζεται στην παραπλάνηση και απόκρυψη των πραγματικών γεγονότων. Ο Δικηγόρος Ψ, ως πληρεξούσιος Δικηγόρος των εναγόντων, κατά την εκδίκαση της από 10-8-1988 ιδιόγραφης Διαθήκης του ΑΑ, συζητηθείσης την 17-2-2004 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ανέφερε ψευδώς, ότι επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως η αγωγή και η κλήση για συζήτηση, δια να μη κηρυχτεί η συζήτηση απαράδεκτη κατά το άρθρο 271 ΚΠολΔ, ότι επεδόθησαν νομίμως οι υπ' αριθμ. ...
και ... κλήσεις προς την εναγομένη θυγατέρα μου ΓΓ, απέκρυψε κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, ότι είχε προαποβιώσει η εκ των εναγόντων ΘΘ με αποτέλεσμα να προχωρήσει το Δικαστήριο σε συζήτηση και έκδοση αποφάσεως, ενώ υφίστατο βιαία διακοπή της δίκης και όλες αι διαδικαστικοί πράξεις, μη δε της αποφάσεως εξαιρουμένης, είναι άκυρες κατ' άρθρον 289 ΚΠολΔ, το δε Δικαστήριο δια της αποφάσεώς του την μνημονεύει ως ενάγουσα, μη εκπροσωπηθείσα δια πληρεξουσίου Δικηγόρου, ότι, κατά τη δικάσιμο της 17-9-2002, η συζήτηση της αγωγής των εναγόντων και της δήλωσης γνωστοποίησής των ματαιώθηκε, ενώ ως προαναφέρω, η συζήτηση εγένετο, ως τα πρακτικά της ημέρας, την επικαλείται δε παραδόξως εις τας προς το Δικαστήριο προτάσεις του και πάλι παραδόξως, όμως, το Δικαστήριο, δια της υπ' αρ. 142/04 αποφάσεώς του, αναφέρει, ότι ματαιώθηκε, ανέφερε εις το Δικαστήριον, ότι αι προαναφερόμενοι δίκαι κατόπιν της μηνύσεως του ΕΕ και το υπ' αριθμ. 353/97 βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Κέρκυρας ήταν μόνο για ψευδορκία.
Επίσης, αν και εγνώριζε, ότι αυτά που κατέθεσε ο ΕΕ προς το Δικαστήριο ήσαν ψευδή και αποσκοπούσαν να εξαπατήσουν το Δικαστήριο δια τους προαναφερόμενους λόγους, ως συνήγορος του ΕΕ, εν τούτοις τα προέβαλε υποκριτικώς δια να εξαπατήσει το Δικαστήριο. Ήτοι, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή εις τους ενάγοντες κατά την προπαρασκευή και την εκτέλεση της κυρίας πράξεως να επιτύχουν δια της υπ' αρ. 142/2004 αποφάσεώς του την ακύρωση της ιδιογράφου Διαθήκης του ΑΑ, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσουν οι ενάγοντες παράνομο, όχι νόμιμο, ως εκ καθήκοντος υποχρεούτο, περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένη περιουσία με την εν γνώσει του παράσταση γεγονότων ως αληθών και την έντεχνη απόκρυψη αληθινών γεγονότων.
Ήτοι, διέπραξε την άδικη πράξη της αμέσου συνεργείας εις εξαπάτηση Δικαστηρίου, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη υπό των άρθρων 461 1, 3 β δια τους προαναφερόμενους λόγους ως προς το ύψος της ζημίας, αναφέροντας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά την εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως, ως ταύτα είναι καταχωρημένα εις τα πρακτικά, ο οποίος και παρέστη και υποστήριξε την αγωγή και την κλήση τους εναντίον των εναγομένων για την ακυρότητα της από 10-8-1988 διαθήκης, λόγω του ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον Χ και προτείνοντας ως αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητος α) την από 7-7-1997 έκθεση γραφολογικής εξέτασης β) άλλα έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία γ) ως μάρτυρα το ΕΕ, εγνώριζε, ότι αυτά είναι δυσφημιστικά δι' εμέ ως ανθρώπου, οικογενειάρχου και Αξ-κού βλάπτοντας την τιμή και την υπόληψή μου, ταυτοχρόνως, όμως, εγνώριζε, ότι είναι και ψευδή, διότι, ως πληρεξούσιος Δικηγόρος του ΕΕ, εγνώριζε την μήνυση, την οποία είχε υποβάλει κατ' εμού, της θείας μου ΠΠ και της συζύγου μου ΣΤ, ο ΕΕ, εγνώριζε τη διεξαχθείσα τακτικήν ανάκρισιν, το υπ' αριθμ. 357/97 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, απαλλαγείς δια το αδίκημα της πλαστογραφίας αμετάκλητης, εγνώριζε την υπ' αριθμ. 2305/98 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, δια της οποίας εκρίθη οριστικώς, ότι η διαθήκη που συνετάγη από το διαθέτη ΑΑ, ως επίσης, εγνώριζε την υπ' αρ. 454/99 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας και την 1924/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, αθωωτικός δι' εμέ και τη σύζυγό μου δια το αδίκημα της ψευδορκίας ...".
Καταλήγων εν τέλει στην πολυσέλιδη μήνυση "... Ήτοι, με πρόθεση ο Ψ προκάλεσε εις τους ενάγοντες την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν, παράσχων άμεση συνδρομή δια να ισχυρισθούν και να διαδώσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το ανωτέρω γεγονός της πλαστογραφίας υπ' εμού, ενώ είχε ιδία αντίληψη, ως προαναφέρουν, ότι αυτά ήσαν ψευδή κριθέντα αμετακλήτως υπό της Δικαιοσύνης, διαπράξας ούτω την άδικον πράξη της αμέσου συνεργείας εις Συκοφαντική Δυσφήμιση, προβλεπομένης και τιμωρούμενης υπό του νόμου ...".
Απ' όλα, όμως, τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, συνδυαζόμενα και με τα νομικά δεδομένα, που παρατέθηκαν στις μείζονες της παρούσας νομικές σκέψεις, προκύπτει αναμφίβολα, ότι ο ενάγων πληρεξούσιος δικηγόρος ενήργησε σύννομα και στα πλαίσια της ειδικής εκ των εντολέων του πληρεξουσιότητος, ώστε να παρασταθεί και υποστηρίξει στο Δικαστήριο την αγωγή τους.
Ειδικότερα: 1) Σχετικά με το ζήτημα της μη νόμιμης κλήτευσής της εκ των, με την προαναφερθείσα αγωγή, εναγομένων, ΠΠ, αν και ο ενάγων ισχυρίστηκε, ότι κλητεύτηκε νομότυπα, επικαλέστηκε και προσκόμισε τη σχετική έκθεση επίδοσης από το σώμα της οποίας προκύπτει το απαράδεκτο, το Δικαστήριο δε, γεγονός που και ο ίδιος ως δικηγόρος γνώριζε, όφειλε και υποχρεούτο προτού προχωρήσει στην έκδοση της απόφασής του επί της ουσίας της αγωγής, την οποία άλλωστε ο ενάγων επεδίωκε, να ελέγξει το νομότυπο της κλήτευσης.
Συνεπώς και με βάση την κοινή λογική, την οποία και ο εναγόμενος οφείλει να διαθέτει, άλλως, όφειλε να συμβουλευθεί το νομικό του σύμβουλο, αν ο ενάγων είχε εντοπίσει το απαράδεκτο δεν θα επικαλείτο και ταυτόχρονα προσκόμιζε τη σχετική έκθεση επίδοσης, δοθέντος ότι το μεν απαράδεκτο προέκυπτε από το ίδιο το σώμα της, το δε Δικαστήριο θα εκλάμβανε αυτή, ως μη νομότυπα επιδοθείσα.
Συνεπώς, κατά το κεφάλαιο αυτό της μηνύσεως δεν προκύπτει πρόθεση του ενάγοντος δικηγόρου να εξαπατήσει το Δικαστήριο, όπως αντίθετα εκ προθέσεως ο εναγόμενος ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε. 2) Σχετικά με το ζήτημα του δικονομικού αποτελέσματος, που είχε η δήλωση του ενάγοντος στο Δικαστήριο, ότι οι εντολείς του, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν επιθυμούσαν την έκδοση απόφασης, γεγονός που επέφερε τη ματαίωση, όπως ο νόμος ορίζει, της υποθέσεως και πάλι αυτή (δήλωση) έλαβε χώρα σύννομα και όχι με σκοπό εξαπάτησης του Δικαστηρίου, όπως αβάσιμα και εκ προθέσεως ο εναγόμενος κατά τούτο ανέφερε στη μήνυσή του. 3) Σχετικά με το ζήτημα της εκ προθέσεως (κατά τη μήνυση) του ενάγοντος απόκρυψης από το Δικαστήριο και με σκοπό να εξαπατήσει τούτο, του θανάτου της εκ των δια της αγωγής εναγόντων ΘΘ, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι ο ενάγων πράγματι γνώριζε το θάνατο της διαδίκου (της οποίας δεν ήταν εντολέας της για να την εκπροσωπήσει βάσει του προαναφερθέντος ειδικού πληρεξουσίου) και το απέκρυψε.
Και τούτο, ανεξάρτητα του ότι κατά το φερόμενο ως χρόνο τέλεσης της πράξης του, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προέκυπτε ο θάνατός της, ούτε άλλωστε και ο εναγόμενος επικαλέστηκε ή προσκόμισε στο χρόνο που υπέβαλε τη μήνυση αντίθετο στοιχείο, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό την κατά τούτο γνώση του ενάγοντος και την πρόθεσή του να εξαπατήσει το Δικαστήριο.
Άλλωστε, και αληθούς υποτιθέμενης της γνώσης του σχετικά με το, ως άνω, γεγονός, συνακόλουθα της αποκρύψεώς του από το Δικαστήριο, δεν θα επέφερε στον ίδιο και στους λοιπούς, κατά την αγωγή, εντολείς του παράνομο περιουσιακό όφελος, όπως ο εναγόμενος αβάσιμα και εκ προθέσεως ισχυρίστηκε, δοθείσας κατά νόμο της απλής μεταξύ τους ομοδικίας, εξ αιτίας της οποίας η βιαία διακοπή θα αφορούσε τους κληρονόμους της θανούσας, την οποία, κατά ρητή του δήλωση, δεν εκπροσωπούσε και όχι τους εντολείς του, για τους οποίους η δίκη θα συνεχίζονταν κανονικά. 4) Σχετικά με το ζήτημα τού ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμού του ενάγοντος, ότι πλαστογράφος της επίμαχης διαθήκης ήταν ο εναγόμενος, από κανένα, επίσης, στοιχείο δεν προέκυψε, ότι ο ενάγων προέβη σ' αυτή εν γνώσει της αναληθείας του και με σκοπό να διαδόσει ψευδές και συκοφαντικό για την τιμή και υπόληψη του εναγομένου γεγονός, δοθέντος α) του δια της αγωγής αιτήματος των εντολέων του να κηρυχθεί άκυρη η ιδιόγραφη, ως άνω, διαθήκη, ως μη γραφείσα και υπογραφείσα από το διαθέτη της β) της ήδη και με αφορμή προγενεστέρων ποινικών δικών διεξαχθείσας γραφολογικής εξέτασης των πραγματογνωμόνων ...
και ..., οι οποίες με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο απεφάνθησαν περί της πλαστότητος της διαθήκης τόσο κατά τη γραφή, όσο και κατά την υπογραφή της, γ) του νομικού δεδομένου, που ο ενάγων ως δικηγόρος γνώριζε, ότι οι αποφάσεις των ποινικών Δικαστηρίων, μηδέ εξαιρουμένων και των αμετακλήτων, όπως και τα βουλεύματα, δεν παράγουν δεδικασμένο, που να εκτείνεται και να δεσμεύουν τα πολιτικά Δικαστήρια, πλην μόνο λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομη, ουδέ αντιδεοντολογική η μη εκ μέρους του αποτροπή των εντολέων του να κατονομάσουν τον εναγόμενο πλαστογράφο της διαθήκης, δ) του γεγονότος ότι ο ενάγων, δηλώνοντας στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου ότι ο εναγόμενος παραπέμφθηκε σε δίκη για ψευδορκία (ανεξάρτητα της απαλλαγής του με το προαναφερθέν, ως άνω, σκεπτικό του Εφετείου Κέρκυρας) και όχι για πλαστογραφία με αφορμή την, ως άνω, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, χρήση της οποίας ο ίδιος έκανε στο Δικαστήριο, δεν δήλωσε ψευδές γεγονός, ε) τέλος, τov ισχυρισμό ότι πλαστογράφος της διαθήκης ήταν ο εναγόμενος τον προέβαλε ύστερα από το προαναφερθέν ειδικό σ' αυτόν πληρεξούσιο των εντολέων του, από το σώμα του οποίου προκύπτει ρητή προς τούτο εντολή.
Υπό τα, ως άνω, δεδομένα προκύπτει αναμφίβολα ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας κατ' αντίθεση του γενικού καθήκοντος (914 ΑΚ) να μην βλάπτει κανείς τον άλλον με πρόθεση δυσφήμησης, δια της μηνύσεως του, το περιεχόμενο της οποίας περιήλθε σε γνώση αγνώστου αριθμού προσώπων και οπωσδήποτε των Εισαγγελέων, Δικαστών, δικαστικών και ανακριτικών υπαλλήλων, δικηγόρων, ισχυρίστηκε γεγονότα ψευδή, δηλονότι προσβλητικά και απαξιωτικά για το πρόσωπο και την ιδιότητα του ενάγοντος με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του ως ανθρώπου, τη φήμη του δε ως επαγγελματία δικηγόρου, δοθέντος ότι οι πράξεις της απάτης του Δικαστηρίου και της ενώπιον αυτού συκοφαντικής δυσφήμησης, που ο εναγόμενος του καταλόγιζε δια της μηνύσεως, καθιστούσαν αυτόν στη συνείδηση των χειριζόντων τη μήνυση, ως άνω προσώπων, αλλά και τρίτων στην κοινωνία της ..., ύποπτο και μετερχόμενο ανέντιμες και παράνομες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του.
Εξ άλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου, που πρωτόδικα και τώρα προβάλλει, ότι βρισκόταν σε άμεση γνώση της αναλήθειας των περιστατικών, που δια της μηνύσεώς του ισχυρίστηκε, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ως αληθής, δοθέντος ότι τα γεγονότα της μη νόμιμης κλήτευσης της θυγατέρας του ΓΓ, της συζήτησης της αγωγής κατά τη δικάσιμο της 17-9-2002, πλην, όμως, της μη έκδοσης απόφασης και της γνώσης του ενάγοντος για την έκβαση της σχετιζόμενης με την αγωγή ποινικής δίκης, τα οποία, ήταν αληθή, συνδυαζόμενα με την έλλειψη στο πρόσωπο του, ως μη νομικού, γνώσεων νομικής επιστήμης, τις οποίες, αν υποτεθεί, ότι δεν γνώριζε όφειλε να συμβουλευθεί πριν προβεί στην ενέργεια, στην οποία προέβη, αποδεικνύουν την πρόθεση του να δυσφημήσει την, ως ανθρώπου και δικηγόρου προσωπικότητα του ενάγοντος.
Η πρόθεση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι, αν και η απόφαση του Δικαστηρίου που ακύρωσε την επίμαχη διαθήκη (142/2004) δημοσιεύτηκε στις 1-6-2004 και οι ερημοδικασθείσες θυγατέρες του κατέθεσαν σχετικά άμεσα, ήτοι στις 16-7-2004, ανακοπή ερημοδικίας, προσδιορισθείσας για εκδίκαση στις 1-11-2005, ο ίδιος στο μεσολαβούν της καταθέσεως και συζητήσεως χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα στις 18-4-2005, υπέβαλε τη μήνυση.
Συνακόλουθα αυτών, δεν κρίνεται πειστικός ο έτερος ισχυρισμός του (ένσταση), ότι στην υποβολή της μήνυσης προέβη από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, καθόσον α) δεν ήταν διάδικος στη δίκη, πλην οι θυγατέρες του, οι οποίες και δοθείσας της μη νόμιμης κλήτευσης της εξ αυτών ΓΓ, γεγονός που και ο εναγόμενος γνώριζε, αφού ρητά το διέλαβε στη μήνυσή του, δικαιούντο να ασκήσουν, όπως και άσκησαν, ήδη, το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, με το οποίο, εξαφανιζομένης της απόφασης θα εκρίνετο αυτή εξ αρχής με τη νομική δυνατότητα να προβάλλουν αμυνόμενες κατά της αγωγής κάθε νόμιμο και μάρτυρες, αποδεικτικό μέσο, β) ειδικότερα, και για τον προβαλλόμενο από τον ενάγοντα στο Δικαστήριο ισχυρισμό, ότι πλαστογράφος της διαθήκης ήταν ο ίδιος, γνώριζε ότι ο πρώτος ως πληρεξούσιος ενεργούσε σύννομα, δοθείσας της ρητής προς τούτο εκ των εντολέων του εντολής δυνάμει του ειδικού προαναφερομένου πληρεξουσίου, για το οποίο και ο εναγόμενος αναφέρεται.
Άλλωστε, ως θιγείς εκ του λόγου τούτου, είχε τη νομική δυνατότητα, στην οποία και προέβη, να καταμηνύσει τα πρόσωπα που παρείχαν στον ενάγοντα την εντολή αυτή. Τα ίδια κρίνοντας η εκκαλούμενη απόφαση, καθ' όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τη βάση της αγωγής και τους ισχυρισμούς και ενστάσεις του εναγομένου δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των εκατέρωθεν των διαδίκων μερών προσκομιζομένων αποδείξεων, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα υπό του τελευταίου με την έφεσή του είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα".
Με τις παραδοχές αυτές και τη κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα:
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ολομ.
Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολομ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1254/2004). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο και με το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα, ότι δεν έλαβε υπόψη, καίτοι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, στο δικαστήριο της ουσίας και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, α) το 353/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, που απήλλαξε από την κατηγορία της πλαστογραφίας τον αναιρεσείοντα, β) τη 2305/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, που έκρινε γνήσια τη διαθήκη του ΑΑ και γ) τη 454/1999, αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, που αθώωσε τον αναιρεσείοντα και τη σύζυγό του, από το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος.
Πλην, όμως, όπως προκύπτει, από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη, αυτά (βούλευμα και αποφάσεις) ελήφθησαν υπόψη, και μάλιστα με ειδική αναφορά σε καθένα από αυτά.
Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό ο περί ου πρόκειται λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο ίδιος αυτός λόγος είναι κατά τα λοιπά, διότι βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία, όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για λήψη ή μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει "πράγμα" παραδεκτώς προταθέν. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την, ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, της ανταγωγής, της ενστάσεως, της αντενστάσεως. Επομένως "πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ολομ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 390/2004).
- Στη περίπτωση, που ερευνάται, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας την από 27.1.2005 αγωγή του για προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία και έγινε δεκτή εν μέρει με τη 241/2005 απόφασή του και υποχρέωσε το δεύτερο σε 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση (την από 14.2.2006). Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, μέμφεται την εκκαλουμένη, διότι απέρριψε ένσταση εκ των άρθρων 281 ΑΚ και 125 § 3 του Συντάγματος, και ειδικότερα διότι η αγωγή του ενάγοντος ήταν, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, καταχρηστική. Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτήν, ερεύνησε τον, ως άνω, λόγο εφέσεως τού αναιρεσείοντος και τον απέρριψε μαζί με άλλες ενστάσεις και ισχυρισμούς του εναγομένου και εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) όπως τούτο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, πράγματι δε από τον αρ. 8 αυτού, πλημμέλεια.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (ολ. Α.Π. 12/1991, Α.Π. 502/1996).
Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, μεταξύ των άλλων, και στη διαδικασία ενώπιον των Πολυμελών Πρωτοδικείων, αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ. Άρα, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με αιτίαση εκ του ανωτέρω αριθμού και άρθρου διότι το Εφετείο θεώρησε ως αληθείς τους εκεί διαλαμβανόμενους δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς (περί επιδόσεως α) της αρχικής κλήσεως στις εναγόμενες και β) της εκθέσεως επιδόσεως της αγωγής), χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο), όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως, επί της οποίας έκρινε το Εφετείο, εφάρμοσε τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ.
- Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 331/2004 ΝοΒ 53.459).
- Στη περίπτωση που ερευνάται, διατείνεται ο αναιρεσείων, επικαλούμενος σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκ του ανωτέρω αριθμού και άρθρου, ότι το Εφετείο, που δίκασε, καίτοι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή αυτών, δεν έλαβε υπόψη του, καίτοι ήσαν ουσιώδη, για να καταλήξει σε σωστό αποδεικτικό πόρισμα: α) την από 12.1.06 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... περί του θανάτου της ΘΘ και του ΡΡ και β) την 163/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου, με την οποίαν οι πελάτες του αναιρεσίβλητου καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών ο καθένας για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Πλην, όμως, εκ των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, προκύπτει, ότι και τα δύο αυτά έγγραφα δεν ήσαν ουσιώδη για την έκβαση της παρούσας δίκης. Και ειδικότερα, όσον αφορά μεν το υπό στοιχ. α' και αν ακόμη ο αναιρεσίβλητος εγνώριζε το θάνατο των ΘΘ και ΡΡ και άρα την ύπαρξη της περί ης πρόκειται ληξιαρχικής πράξεως θανάτου αυτών, και πάλι δεν θα στοιχειοθετείτο το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου, καθότι, κατά τη παραδοχή του Εφετείου, δεν, συνέτρεχε και το στοιχείο της συνδρομής του παράνομου, περιουσιακού οφέλους. Ως προς δε το υπό στοιχ. β' δεν διατείνεται ο αναιρεσείων, ότι η επικαλούμενη πρωτοβάθμια καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση έχει καταστεί τελεσίδικη.
Συνεπώς, ο συναφής πέμπτος λόγος αναιρέσεως, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με τη παραδοχή του αιτήματος περί καταβολής στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα αποζημιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγο ηθικής βλάβης, δέχθηκε, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως, πέραν των αναφερομένων στη δεύτερη των ανωτέρω σκέψεων, και τα εξής: "Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε, ότι ο ενάγων από την εις βάρος του αδικοπραξία, που τέλεσε ο εναγόμενος (συκοφαντική δυσφήμηση) υπέστη προσβολή στην τιμή και την υπόληψή του ως ανθρώπου και επαγγελματία δηλονότι, υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, σύμφωνα και με τις προλαβούσες νομικές διατάξεις, αφού ληφθούν υπόψη τα κατά νόμο στοιχεία, ήτοι οι συνθήκες τελέσεως της, το είδος της προσβολής, η βαρύτητα και δημοσιότητα της προσβολής, η προσωπικότητα και το επάγγελμα αυτού η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση των μερών, - δικηγόρος και εν αποστρατεία συνταγματάρχης του πεζικού αντίστοιχα -συνδυαζόμενων και σταθμιζομένων των ως άνω στοιχείων με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, πρέπει να του επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ποσό των 30.000 ευρώ (932 ΑΚ).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ομοίως κρίνοντας, όσον αφορά την επελθούσα στο πρόσωπο του ενάγοντος ηθική βλάβη, δεν έσφαλε στην εφαρμογή των νομικών διατάξεων και την κατά τούτο εκτίμηση των αποδείξεων, έσφαλε, όμως, κατά τον προσδιορισμό της ευλόγου κατ' αυτό επιδικασθείσας με την εκκαλούμενη απόφασή του ηθικής βλάβης του, ποσού των 20.000 ευρώ, έναντι του αιτηθέντος με την αγωγή των 299.970,65 ευρώ, η οποία κατά μερική παραδοχή του σχετικού και μόνον, λόγου εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος, κατ' αντίθεση δε των υποστηριζόμενων από τον εναγόμενο-εκκαλούντα, πρέπει να προσδιοριστεί στο εύλογο, όπως προειπώθηκε κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ποσό των 30.000 ευρώ".
Κρίνοντας το Εφετείο, διέλαβε πλήρης, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, με αποτέλεσμα ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναιρέσεως να είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.
ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που οριοθετεί τον περιορισμό του ατομικού δικαιώματος νόμου, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Εξάλλου, στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε να έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρα 914 επ. ΑΚ), και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ, ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά σε σχέση με το άρθρο 932 ΑΚ αποτελέσματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, υπό την ιδιότητα που παρίστανται με την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 7265/1.3.2001, η δε απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, που καθορίζει την επιδικαστέα λόγω αδικοπραξίας χρηματική ικανοποίηση σε ποσό δυσαναλόγως υψηλό, δεν παραβιάζει την, ως άνω, συνταγματική διάταξη, αφού αυτή δεν είναι εφαρμοστέα, και, συνεπώς, προεχόντως, για το λόγο αυτό, δεν ελέγχεται αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν ο έβδομος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
- Συνεπώς και ενόψει των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να αναιρεθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 76/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαϊου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ