1735/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1735/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι τα εμπορεύματα φορτώθηκαν στο πιο πάνω πλοίο στις 9-5-1995 στην Βαρκελώνη Ισπανίας η δε φορτώτρια εταιρεία μεταβίβασε όλα τα επί του φορτίου δικαιώματά της στην αναιρεσίβλητη και ταυτοχρόνως με λευκή οπισθογράφηση και παράδοση μεταβίβασε σ' αυτήν και τις εκδοθείσες φορτωτικές και τα εξ αυτών δικαιώματά της.
Full text
Απόφαση 1735 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1735/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "SATINWAVE SHIPPING COMPANY LIMITED" (ΣΑΤΙΝΓΟΥΕΗΒ ΣΙΠΠΙΝΓΚ ΚΟΜΠΑΝΥ ΛΙΜΙΤΕΝΤ) που εδρεύει στη Λεμεσό της Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "BYBLOS BANK S.A.L. (ΜΠΙΜΠΛΟΣ ΜΠΑΝΚ ΕΣ. ΕΪ. ΕΛ." που εδρεύει στην Βηρυττό του Λιβάνου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πέτρο Καμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Μαϊου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 20 Δεκεμβρίου 1996 ανακοίνωση δίκης σε προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας και της εταιρίας ΣΑΡΛΗΣ ΚΟΝΤΕΪΝΕΡ ΣΕΡΒΙΣΕΣ Α.Ε., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 945/1997 προδικαστική, 1695/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1071/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Απριλίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 3-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 16-4-2007 αίτησης αναίρεσης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1071/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα ώστε η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2 στοιχ. γ'περ, α'και 527 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ από τις οποίες η δεύτερη παραπέμπει στη πρώτη, και όπως η πρώτη ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 11 του Ν. 2915/2001, και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ως εκ του χρόνου της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της ένδικης αγωγής (25-2-1997),μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά και μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, αν αποδεικνύονται εγγράφως, σαν τέτοια δεν νοούνται και οι ενστάσεις για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος (άρθ 281 ΑΚ) και για συνυπαιτιότητα (άρθρ. 300 ΑΚ) του ενάγοντος στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα τα οποία εξετάζει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην από 5-5-1996 αγωγής της η αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι η αναιρεσείουσα τυγχάνει πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Κύπρου Φ/Γ πλοίου "....." και ασκεί επιχείρηση θαλάσσιας μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.
Ότι δυνάμει συμβάσεως η αναιρεσείουσα ανέλαβε να μεταφέρει από το λιμένα της Βαρκελώνης Ισπανίας στον λιμένα Λατάκειας Συρίας τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή εμπορεύματα (επιστρωμένες αμφιπλεύρως μοριοσανίδες) των οποίων φορτώτρια ήταν η εταιρία JUAN ROMANI ESTEVE S.A, εκδοθείσων αντιστοίχως τριών φορτωτικών εις διαταγήν, η δε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς είχε καταρτισθεί μεταξύ της παραπάνω φορτώτριας και της αναιρεσείουσας, η οποία είχε αντιπροσωπευθεί από τη δεύτερη αρχικά εναγόμενη, που με τη σειρά της είχε αντιπροσωπευθεί από την ναυτική πράκτορά της στην Ισπανία εταιρεία με την επωνυμία "CONSIONACIONES MARITIMAS DE CATALUNA SL".
Ότι τα εμπορεύματα φορτώθηκαν στο πιο πάνω πλοίο στις 9-5-1995 στην Βαρκελώνη Ισπανίας η δε φορτώτρια εταιρεία μεταβίβασε όλα τα επί του φορτίου δικαιώματά της στην αναιρεσίβλητη και ταυτοχρόνως με λευκή οπισθογράφηση και παράδοση μεταβίβασε σ' αυτήν και τις εκδοθείσες φορτωτικές και τα εξ αυτών δικαιώματά της.
Ότι η αναιρεσείουσα με την προαναφερθείσα ιδιότητά της παρ' ότι γνώριζε ότι παραλήπτης του φορτίου ήταν μόνον ο νόμιμος κομιστής της φορτωτικής, δηλαδή η αναιρεσίβλητη, κατόπιν εντολής της που δόθηκε από τον Πειραιά, τον Ιούλιο του 1995, προφορικώς και εγγράφως, επεδίωξε και παρέδωσε, το καλοκαίρι του 1995, τα εμπορεύματα στον Α, στην Λατάκεια Συρίας παρανόμως και μολονότι αυτός δεν ήταν δικαιούχος και νόμιμος κομιστής των φορτωτικών και χωρίς αυτός να προσκομίσει τις αντίστοιχες φορτωτικές, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να απολέσει το σύνολο του φορτίου.
Ότι η ζημία που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την απώλεια αυτή του φορτίου ανέρχεται σε 170.000 δολ. ΗΠΑ που συνιστούν την αξία την οποία πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητος είχαν στον ως άνω τόπο εκφόρτωσης. Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα ευθυνόμενη από τη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς και επικουρικώς εξ αδικοπραξίας, να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των 170.000 δολ.
ΗΠΑ άλλως το σε δραχμές ισάξιο κατά το χρόνο πληρωμής, άλλως το σε δραχμές ισάξιο κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής το οποίο, επικουρικότερα, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής ανέρχεται σε 40.800.000 δρχ. και δη νομιμοτόκως από την έγγραφη όχληση της στις 4-10-1995, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η αναιρεσείουσα για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και στη μετ' απόδειξη συζήτηση, προέβαλε, με τις προτάσεις της, ως αποδεικνυόμενες κατά τους ισχυρισμούς της εγγράφως, τις ενστάσεις της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και της συνυπαιτιότητας της τελευταίας στην πρόκλησης της ζημιάς της, επικαλούμενη ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα σκόπιμα, αντίθετα από τις αρχές της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και της διεθνώς κρατούσης συναλλαγματικής πρακτικής μεταξύ διαμεσολαβουσών τραπεζών στη μεταφορά πραγμάτων δια θαλάσσης, παρέλειψε:
α) να την ενημερώσει έως τις 10-7-1995 (ημερομηνία εξόδου του φορτίου από το τελωνείο Λατάκειας) ότι κατέστη νόμιμη κομίστρια των φορτωτικών λόγω καταβολής της αξίας των εμπορευμάτων, και β) να αποστείλει τις εις χείρας της (λόγω καταπιστευματικής μεταβίβασης) δηλαδή προς ασφάλεια της πληρωμής της αξίας του φορτίου τρεις φορτωτικές στη Συριακή τράπεζα "Commercial Bank of Syria" με εντολή προς αυτή να τις παραδώσει στο Α υπό τον αναγκαίο όρο της ταυτόχρονης καταβολής από αυτόν, βάσει της υποσχετικής του επιστολής, του ποσού των 120.000,00 δολ.
ΗΠΑ, παραλείψεις οι οποίες οδήγησαν την αναιρεσείουσα στην απόφαση να παραδώσει το φορτίο χωρίς επίδειξη των φορτωτικών με συνέπεια την πρόκληση ζημίας στην αναιρεσίβλητη. Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας ως εναγομένης απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτες, λόγω αδικαιολόγητης βραδείας προβολής τους.
Η απόρριψη εκείνη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβλήθηκε ως εσφαλμένη με τον τρίτο λόγο της από 23-11-2005 έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε αυτή στο Εφετείο τους ίδιους ισχυρισμούς της, ως αποδεικνυόμενους κατά τα προβαλλόμενα από αυτήν εγγράφως. Κατά τη συζήτηση δε της έφεσης και προς απόδειξη δι εγγράφων της βασιμότητας του παραδεκτού της βραδείας προβολής των ίδιων ισχυρισμών, η αναιρεσείουσα δήλωσε με τις προτάσεις της στο Εφετείο ότι προσκομίζει με επίκληση τα έγγραφα εκείνα, που ανέφερε και στην έφεσή της σε νόμιμη μετάφραση δηλαδή: 1) την υπ' αριθ. .....
άδεια εισαγωγής στη Συρία του ένδικου φορτίου μοριοσανιδών και 2) την από 2-7-1995 επιστολή της διαμεσολαβούσας κρατικής τράπεζας στη Συρία Commercial Bank of Syria προς το Υπουργείο Οικονομίας της Συρίας και Εξωτερικού Εμπορίου. Οι ίδιοι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 του ΑΚ προβλήθηκαν κατ' αρχή παραδεκτά κατά τη συζήτηση της έφεσης ως αποδεικνυόμενοι κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας εγγράφως (άρθρα 527 αριθ. 3 και 269 παρ. 2γ περ.
α'του Κ.πολ.Δ). Για το παραδεκτό δε της βραδείας αυτής προβολής δεν ήταν αναγκαία η πανηγυρική επίκληση στο δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας του κειμένου και του αριθμού της διάταξης του άρθ. 269 παρ.2 γ περ.α' του ΚΠολΔ, αλλά αρκούσε η επίκληση του γεγονότος ότι οι προσβαλλόμενες ενστάσεις αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα έγγραφα.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και τους ίδιους ισχυρισμούς με τις ακόλουθες σκέψεις, ταυτόσημες με εκείνες του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου: "η απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, των ενστάσεων αυτών, που η πρώτη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) επιχείρησε να θεμελιώσει στα άρθρα 281 και 300 ΑΚ, προσβάλλεται ως εσφαλμένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της (άνω εναγομένης).
Ο λόγος αυτός, όμως της εν λόγω έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού οι ενστάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαραδέκτως προβληθείσες μετά την πρώτη συζήτηση (άρθρο 269 παρ. 2 Κ.πολ.δ), κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), καθόσον από το περιεχόμενο τόσο του άνω από 4-10-1995 τηλετυπήματος διαμαρτυρίας της (ενάγουσα) προς την αναιρεσείουσα όσο και του δικογράφου της υπόψη αγωγής, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 8-5-1996 (βλ την υπ.
αριθ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά .....) παραχρήμα αποδεικνύεται ότι από τις άνω ημερομηνίες η αναιρεσείουσα ήταν σε γνώση των επικαλουμένων από αυτή ως άνω παραλείψεων της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και μπορούσε ευχέρως να τις προβάλλει κατά την ημερομηνίας της πρώτης συζήτησης της αγωγής (25-2-1997)".
Όμως στις αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της βραδείας προβολής των ίδιων ενστάσεων, το Εφετείο δεν μνημονεύει ειδικά τα πιο πάνω έγγραφα ούτε κάνει μνεία ως προς το εάν τα ίδια έγγραφα αποδεικνύουν πράγματι τους ίδιους ισχυρισμούς, ώστε να κριθεί παραδεκτή ή όχι η βραδεία προβολή τους στο πλαίσιο των ίδιων διατάξεων του άρθρου 527 αριθ. 3 και 269 παρ 2γ του ΚΠολΔ.
Η αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης, που στήριξε και την απορριπτική κρίση της για τον αντίστοιχο τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας ότι δηλαδή: "η αναιρεσείουσα πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής ήταν σε γνώση των επικαλουμένων ως άνω παραλείψεων της αναιρεσίβλητης και μπορούσε ευχερώς να τις προβάλλει κατά την ημερομηνία της πρώτης συζήτησης της αγωγής (25-2-1997)" δεν περιλαμβάνονταν τότε στις προϋποθέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής των ίδιων ισχυρισμών, όπως αυτή οριζόταν από τη διάταξη του άρθρου 269 παρ. 2γ του Κ.Πολ.Δ, πριν από την τροποποίησή της με το αρθ. 11 του Ν. 2915/2001.
Εν όψει αυτών, το Εφετείο, κατά παράβαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 2γ περ. α'του Κ.Πολ.Δ κήρυξε απαράδεκτο και είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, που αφορά αποκλειστικά την απόρριψή του τρίτου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας, όχι δε και τους λοιπούς λόγους της ίδιας έφεσης, ούτε εκείνους της έφεσης της αναιρεσίβλητης, που απορρίφθηκαν αμετάκλητα από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο όμως κατά το μέρος της που αφορά την απόρριψη του τρίτου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) όπου και θα κριθεί το κατ'αρχήν παραδεκτό της βραδείας προβολής των εις το σκεπτικό ενστάσεων της αναιρεσείουσας με την έννοια της έγγραφης απόδειξής τους ή όχι. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ.1071/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα) κατά το μέρος της μόνο που αφορά την απόρριψη του τρίτου λόγου της έφεσης της αναιρεσείουσας και των προβαλλομένων ενστάσεων της με τον ίδιο λόγο.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ, και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ