Legislator Case Law & Legislation
1735/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against death compensation ruling, remanding psychological damage claim for retrial.

Case Number 1735/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial regarding one plaintiff. The court found the lower court erred in applying Article 932 of the Civil Code by awarding compensation for psychological grief without properly examining the victim's fault. Consequently, the appeal was dismissed for the other plaintiffs, but the specific claim for psychological damages was sent back to a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 300, 330, 914, 932, 559 of the Civil Code; Article 4 of Law 731/1911; The court established that liability requires fault, illegality, and causation, and that psychological damage compensation under Article 932 requires a proper examination of the victim's fault and sufficient reasoning regarding the claimant's status.

Keywords

AI generated
psychological damage compensation civil liability fault appeal remand retrial Article 932 Civil Code insurance liability claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 4 of Law 731/1911
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1735 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1735/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων:......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 91753 και 91761/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3302/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3157/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1 Ιουλίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ΄ αριθμόν 3399Β΄, 3400 Β΄, 3401 Β΄, 3402 Β΄, 3403 Β΄ και 3404 Β΄/1-11-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Γεωργίου Νέγρη αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε όλους τους αναιρεσίβλητους. Αυτοί όμως δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή της παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας που έχει επέλθει. Κατά δε την έννοια του άρθρου 330 Α.Κ.

αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι. Εξ άλλου από το άρθρο 4 του Ν. ΓπΝ/1911, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 47 και 114 Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται, ότι : "Δια πάσαν από του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημίωση ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρο 2 κάτοχος". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αντικειμενική -άνευ υπαιτιότητας - ευθύνη. ΄Ετσι ο τραυματισθείς ή σε περίπτωση θανάτου αυτού οι κληρονόμοι του έχουν την ευχέρεια να στηρίξουν την αγωγή τους τόσο στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. 330 και 297 Α.Κ., όσο και στη διάταξη του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, ή να σωρεύσουν στο αυτό δικόγραφο και τις δύο βάσεις (ως κύρια και επικουρική).

Στην πρώτη περίπτωση ο ζημιωθείς πρέπει εκτός των άλλων να αποδείξει το πταίσμα (αμέλεια του οδηγού) στη δεύτερη ουδεμία υπαιτιότητα είναι υποχρεωμένος να αποδείξει, αλλά θα αποδείξει ότι η ζημία προκλήθηκε από αυτοκίνητο το οποίο βρισκόταν σε λειτουργία. Εξ άλλου πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.

είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως. Στην προκειμένη υπόθεση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην προβλεπομένη από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια γιατί έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ήτοι ανύπαρκτο λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που αφορούσε ανύπαρκτη εκ του άρθρου 4 του Ν. ΓπΝ/1911 βάση της αγωγής, καίτοι η αγωγή είχε απορριφθεί κατά την εκ της αδικοπραξίας βάση της και μ όνο κατά της κρίσεως αυτής εστρέφοντο οι λόγοι εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, την οποία (βάση) δεν ερεύνησε το Πρωτοδικείο.

Στις επιτρεπτώς από τον ΄Αρειο Πάγο εκτιμώμενες (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ένδικες αγωγές αναφέρεται ότι "την 7-5-2000 και περί ώρα 6.35 περίπου πρωϊνή στο 95,40 χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Πατρών άγνωστο αυτοκίνητο οδηγούμενο από άγνωστο οδηγό, το οποίο εκινείτο στην παραπάνω οδό στο ρεύμα πορείας προς Αθήνα, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τον ....., ο οποίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, πλησίον στάσης λεωφορείου και δεξιά ως προς την πορεία του προαναφερομένου αγνώστων στοιχείων οχήματος.

Συνεπεία της ανωτέρω υπαιτίου, παρανόμου και αδίκου πράξεως του ως άνω αγνώστων στοιχείων υπαιτίου οδηγού οφειλομένης σε αποκλειστική του υπαιτιότητα βρήκε τραγικό θάνατο ο .......". Από την επισκόπηση του περιεχομένου των άνω αγωγών προκύπτει ότι σ΄ αυτές περιέχεται βάση από το Ν. ΓπΝ/1911 όσο και από την Α.Κ. 914.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας τα ως άνω δικόγραφα δέχθηκε ότι οι αγωγές στηρίζονται τόσο στη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., όσο και στη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. ΓπΝ/1911, πλην απέρριψε στο σύνολο ως αβάσιμη την αγωγή για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το θύμα, συγγενής των εναγόντων, τραυματίσθηκε θανατηφόρα από άγνωστο αυτοκίνητο και ως εκ τούτου ουδεμία ευθύνη εγεννάτο για το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο.

Οι ηττηθέντες ενάγοντες άσκησαν εφέσεις με κύριο λόγο την κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κρίση του δικαστηρίου ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς τους δεν προήλθε από άγνωστο αυτοκίνητο, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση του δικογράφου των εφέσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι μοναδική βάση των αγωγών είναι η αντικειμενική ευθύνη κατά το άρθρο 4 του Ν. Γπν?1911 απορρίπτοντας σιωπηρά τη βάση της αγωγής από τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. Α.Κ. γιατί δεν διαλαμβάνονταν σαυτή περιστατικά εξειδικεύοντα τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του αγνώστου αυτοκινήτου.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε με την άνω κρίση του στην πλημμέλεια του εδαφίου 8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ.. Τούτο γιατί ενόψει του λόγου απορρίψεως των αγωγών από το πρωτόδικο δικαστήριο ο λόγος εφέσεως των αναιρεσιβλήτων στηρίζεται στην κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο θάνατος δεν προκλήθηκε από αυτοκίνητο και μάλιστα άγνωστο.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Στο υπό στοιχείο ΙΙ τμήμα της παρούσας εκτέθηκε, ότι οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων περιέχουν τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία που ορίζονται από το άρθρο 4 του Ν. ΓπΝ/1911 και το άρθρο 19 παρ. 1 περ. α΄ του Ν. 489/1976 για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου επί προκλήσεως ζημίας σε τρίτο, όταν ο υπέχων ευθύνη οδηγός αυτοκίνητου με βάση και το άρθρο 4 του Ν. ΓπΝ/1911 παραμένει άγνωστος και επομένως οι αγωγές αυτές κατά τη βάση τους από τον τελευταίο αυτό νόμο είναι πλήρως ορισμένες και νόμιμες. Κρίνοντας κατά τον ίδιο τρόπο και το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των εδαφίων 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή να μη κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο. Επομένως όσα αντίθετα προβάλλει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή ότι δεν απήντησε επί του προβληθέντος ισχυρισμού του περί αοριστίας των αγωγών, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

ΙV. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι αφενός παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. και 4 του ν. ΓπΝ/1911, αφετέρου τα διδάγματα της κοινής πείρας και εκ τρίτου στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως διαλαβόν σαυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός καθ΄ όσον αφορά την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. ΓπΝ/1911 είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί δεν εξειδικεύεται το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου. Εξ άλλου καθ΄ όσον αφορά την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ. στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το δικαστήριο δεν εφάρμοσε την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου.

Ο ίδιος λόγος καθ΄ όσον αφορά την παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθμός 1β Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Στις 7-5-2000, περί ώρα 06,30, στο 95,4 χιλιόμετρο της ΝΕΟ Αθηνών Πατρών στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας αυτής προς Αθήνα βρέθηκε νεκρός ο ηλικίας 48 ετών ......

σε θέση παράλληλη προς τον κεντρικό άξονα της οδού με το κεφάλι προς Πάτρα και τα πόδια προς Αθήνα το μισό πτώμα του επί της ασφάλτου και το άλλο μισό επί του χώματος. Κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε στο ως άνω σημείο από την τροχαία Κορίνθου δεν ανευρέθηκαν ίχνη που να πιστοποιούν τροχαίο ατύχημα ήτοι ίχνη τροχοπεδήσεως θραυσμάτων υάλων κ.λ.π. (βλ.

την από 7-5-2000 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Κορίνθου) ενώ ο ιατροδικαστής που διενήργησε νεκροψία και νεκροτομή του πτώματος του προαναφερομένου διαπίστωσε ότι τούτο έφερε κηλίδωση από αίμα στο πρόσωπο, τατουάζ και επιχαράξεις αντιβραχίου, εκδορές αριστερού ώμου, συστοίχου ριζομηρίου, διασχίσεις τριχωτού αριστεράς κροταφοϊνιακής χώρας περί τα 8 εκατοστά, κάταγμα αριστερού κροταφοϊνιακού, διπλά κατάγματα 2ας έως 8ης πλευρών, ελεύθερο αίμα αριστερά, διασχίσεως περιφερικά αριστερού πνεύματος, πολτοποίηση σπληνός και γνωμάτευσε ότι ο θάνατός του επήλθε λόγω των βαρειών κακώσεων της κεφαλής του θώρακος και της κοιλίας και περαιτέρω δέχεται ότι ο αποβιώσας παρουσίαζε ψυχολογικά προβλήματα ((βλ.

την 1819/8-5-2000 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Δ. Μπούκη), κατά την γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο τούτο ο θάνατος του ανωτέρω ...... προκλήθηκε από τροχαίο ατύχημα και συγκεκριμένα ότι αυτός κτυπήθηκε από τροχοφόρο όχημα που οδηγούσε άγνωστος οδηγός ο οποίος ευθύνεται σε αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.

ΓΠΝ/1911 και επομένως ευθύνεται και το εναγόμενο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 19 παρ. παρ. 1α και 2 του ν. 486/1976. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι δηλ. το θύμα παρασύρθηκε από άγνωστο τροχοφόρο όχημα (αυτοκίνητο) που οδηγούσε άγνωστος οδηγός, ο οποίος υπέχει αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση (άρθρ. 4 ν.

ΓΠΝ/1911) που αποτελεί και τη μοναδική βάση των δύο αγωγών, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτές στοιχεία αδικοπραξίας (συνθήκες ατυχήματος, υπαιτιότητα κλπ), ενισχύεται και από τα εξής στοιχεία τα οποία αποδείχθηκαν από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία: Στο μέρος που βρέθηκε το σώμα του θύματος είναι συνοικισμός αθιγγάνων, στον οποίο το θύμα είχε το σπίτι του, από όπου και έφυγε το πρωϊ στις 06.15' ώρα για να πάει στην αδελφή του στην Αθήνα, ο ιατροδικαστής Δημοσθένης Μπούκης στην από 8.5.2000 έκθεση νεκροψίας σημειώνει ότι η αιτία θανάτου του θύματος ήταν οι "βαρειές κακώσεις κεφαλής θώρακος και κοιλίας.

Τροχαίο "κατά πληροφορίες" χωρίς να μνημονεύει άλλη αιτία θανάτου (πτώση από ύψος κλπ). Στην με Νο 1 φωτογραφία του σημείου που βρέθηκε το σώμα του θύματος, ο ενεργήσας την προανάκριση ανθυπαστυνόμος Μπουντούρης και την ένδειξη -Σ- σημειώνει ότι βρέθηκε "λίμνη αίματος εχθυθέν(τος) από το κεφάλι του ανευρεθέντος πτώματος, που σημαίνει ότι στο σημείο εκείνο επήλθε ο θάνατος του θύματος ώστε αποκλείεται η περίπτωση να συνέβη αλλού και να μεταφέρθηκε εκεί το άψυχο σώμα.

Εξαρχής, το Τμήμα Τροχαίας Κορίνθου (βλ. από 24-9-2000 έγγραφο υποβολής της δικογραφίας στον Εισαγγελέα) επελήφθη του περιστατικού αυτού ως "επισυμβάντος τροχαίου ατυχήματος με ένα νεκρό", ενώ και ο εισαγγελέας Πλημ/κών Κορίνθου άσκησε δίωξη την 9-10-2000 για ανθρωποκτονία από αμέλεια και εγκατάλειψη θέτοντος τη δικογραφία στο Αρχαίο Αγνώστων Δραστών.

Το γεγονός ότι στον τόπο του ατυχήματος δεν βρέθηκαν και άλλα ίχνη (θραύσματα υάλων, ίχνη τροχοπέδησης κλπ) που να πιστοποιούν το τροχαίο ατύχημα ή ότι το θύμα δεν χτυπήθηκε και στα κάτω άκρα, όπως ισχυρίζεται το εφεσίβλητο, δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι το θύμα παρασύρθηκε από αυτοκίνητο, που μπορεί να ήταν φορτηγό απλό ή με ρυμουλκούμενο από τα τόσα πολλά που κυκλοφορούν στην εθνική οδό, ακόμη δε να παρασύρθηκε και από τη δεξιά πλευρά εντός τέτοιου αυτοκινήτου χωρίς να υπάρξουν τα παραπάνω ίχνη, κατά τη στιγμή που το θύμα το οποίο μάλιστα "παρουσίαζε ψυχολογικά προβλήματα" (βλ.

ιδίως έκθεση νεκροψίας και από 7-5-2000 προανακριτική) κατάθεση του γείτονα του θύματος .... βάδιζε στην άκρη του οδοστρώματος, ενόψει ότι ο φωτισμός την ώρα του ατυχήματος ήταν "ανεπαρκής φως νύχτας, τεχνικός φωτισμός ανύπαρκτος" όπως σημειώνεται και στην έκθεση αυτοψίας, με ενδεχόμενο να μην έγινε και αντιληπτή η παράσυρση από την οδηγό του αυτοκινήτου.

Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες τόσο ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος ως και ως προς τον τραυματισμό και τη θέση του θύματος επί του οδοστρώματος.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V. Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 Α.Κ., σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή όμως έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά.

Με την έννοια αυτή οι μεν αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη), περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι ο από αδελφή γαμπρός και ανεψιός του, δεν περιλαμβάνονται. Το πόρισμα αυτό ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 Α.Κ., που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας προσώπου που πέθανε και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι δε τα πρόσωπα αυτά ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα αυτά πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ΄ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτα κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ ΑΠ 21/2000).

Παρέπεται απ' αυτά, ότι στην οικογένεια του θύματος, δεν περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα εκείνα τα οποία συζούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης, χωρίς καμιά πρόθεση για μελλοντική σύναψη γάμου. Άρα δυνατότητα χορήγησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στον επιζώντα από το θάνατο του συντρόφου του δεν προβλέπεται από το νόμο.

Ούτε όμως με ανάλογη εφαρμογή εδώ της άνω διάταξης του άρθρου 932 εδ.3 Α.Κ. μπορεί να επιδικαστεί τέτοια χρηματική ικανοποίηση για την εξισορρόπηση των δημιουργούμενων από την απώλεια του θύματος δυσμενών καταστάσεων και συνεπειών. Αντίθετη άποψη θα ήταν contra legem, αλλά και ανατρεπτική του και συνταγματικά κατοχυρωμένου θεσμού του γάμου.

Επιπλέον γιατί δεν υπάρχει κάποιο κενό δικαίου, σε σχέση με τη ρύθμιση της κατάστασης αυτής των προσώπων που τελούν σε ελεύθερη ένωση. Για πρώτη φορά, μετά την αναμόρφωση των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου με το ν. 1329/1983, η "ελεύθερη ένωση", δηλαδή η εξώγαμη συμβίωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, αναφέρεται ως όρος στο άρθρο 1444 παρ. 2 εδ.

α' του Α.Κ. και μάλιστα σαν λόγος παύσης του δικαιώματος διατροφής του διαζευγμένου συζύγου, δηλαδή σαν ένα είδος οιονεί ποινής κατά δικαιούχου διατροφής διαζευγμένου συζύγου, ο οποίος συζεί με κάποιον άλλον σε ελεύθερη ένωση. Παρά ταύτα στη συνέχεια ο Αστικός Κώδικας δεν ρυθμίζει ευθέως τα αποτελέσματά της.

Έτσι η "ελεύθερη ένωση" εντάσσεται στις "de facto οικογενειακές σχέσεις", δηλαδή στις παράτυπες ή αντικανονικές από νομική άποψη καταστάσεις που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται και από το πλέγμα διατάξεων των άρθρων 1444 εδ.β΄, 1456, 1457, 1471, 1479, 1350 επ. και 1386 επ. του Α.Κ. , σε συνδυασμό προς άρθρο 21 παρ.1 του Συντάγματος, πρόκειται για συνειδητή επιλογή του νομοθέτη, ο οποίος, αν και γνώριζε τον όρο "ελεύθερη ένωση" πριν από το 1983, δεν θέλησε να ρυθμίσει τα θέματα και νομικά ζητήματα που απορρέουν απ' αυτή την ίδια την ελεύθερη ένωση.

Ο έλληνας νομοθέτης ενσυνείδητα απέφυγε μέχρι σήμερα να ρυθμίσει τα θέματα αυτά, εισάγοντας και στην Ελλάδα το θεσμό "των ληξιαρχικώς καταχωρισμένων σχέσεων" που ισχύει σε ορισμένα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα περιορίστηκε απλά σε ρύθμιση θεμάτων που συνδέονται έμμεσα με αυτή, ενόψει της ρύθμισης της τεχνητής γονιμοποίησης και των συνεπειών της στο χώρο της συγγένειας, με βασικό γνώμονα την προστασία του παιδιού που γεννιέται σε μία τέτοια ελεύθερη ένωση.

Ο θεσμός του γάμου ρυθμίζεται και προστατεύεται από τις πιο πάνω διατάξεις και γενικά την Ελληνική έννομη τάξη και δεν αναγνωρίζεται αντίστοιχη και μάλιστα ανάλογη προστασία της εξώγαμης συμβίωσης. Η τελευταία, έστω και αν ήταν "ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση", δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με το θεσμό του γάμου.

Οι δυο θεσμοί, δηλαδή αυτός "της ληξιαρχιακώς καταχωρισμένης σχέσης" συμβίωσης μεταξύ ετεροφυλοφίλων και ομοφυλοφίλων και εκείνος του γάμου, διαφέρουν όχι μόνο κατ' όνομα, αλλά και στην ουσία τους, καθώς δημιουργήθηκαν για να καλύψουν διαφορετικής φύσεως κοινωνικές ανάγκες. Η ελεύθερη συμβίωση χωρίς τέκνα δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, αφού αυτό δεν αναγνωρίζει έννομα αποτελέσματα στη συγκεκριμένη μορφή εμφάνισής της, έτσι δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπαχθεί στην έννοια της οικογένειας, ούτε προστατεύεται, γιατί στην πραγματικότητα όσοι την επιλέγουν δεν επιθυμούν την υπαγωγή τους σε νομικές ρυθμίσεις και άρα δεσμεύσεις, επομένως θα ήταν αντιφατικό να τύχουν μόνο προστασίας.

Με όλα αυτά, δεν υφίσταται η απαραίτητη για την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ. ομοιότητα της τυχόν αρρύθμισης περίπτωση προς τη ρυθμιζόμενη (πρβλ Ολ ΑΠ 14/2004). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : Ο ανωτέρω ..... επί 20 και πλέον έτη συζούσε ως έγγαμο ζευγάρι κατά τα έθιμα των αθιγγάνων με την πρώτη ενάγουσα της πρώτης αγωγής ......

και ήταν πατέρας του δεύτερου ενάγοντα της αγωγής αυτής ...... ηλικίας ήδη 19 ετών μετά των οποίων διέμενε ενώ από τους ενάγοντες της δεύτερης αγωγής, η πρώτη είναι μητέρα του και οι υπόλοιποι αδελφοί του, όλοι δε οι ενάγοντες αμφοτέρων των αγωγών διατηρούσαν καλές σχέσεις με τον εν λόγω αποβιώσαντα και είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτών ψυχικός δεσμός και λόγω του αιφνιδίου θανάτου αυτού δοκίμασαν ψυχικό πόνο και επομένως προκλήθηκε σαυτούς ψυχική οδύνη.

Το δικαστήριο τούτο εκτιμώντας τις ως άνω συνθήκες του ατυχήματος τη μη απόδοση αλλά και ούτε διαπίστωση συγκεκριμένης υπαιτιότητας του αγνώστου οδηγού ή και συνυπαιτιότητας του παθόντος, αλλά μόνο την ύπαρξη αντικειμενικής ευθύνης του οδηγού, καθώς επίσης τη διάρκεια συμβιώσεως της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής με τον προαναφερόμενο .......

τον ψυχικό σύνδεσμο που είχε αναπτυχθεί μεταξύ εκείνου και όλων των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών, την ηλικία του αποβιώσαντος (48 ετών) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση και την ηλικία των εναγόντων αμφοτέρων των αγωγών κρίνει, ότι το ποσό που ανταποκρίνεται στην ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω του θανάτου του .......

είναι ......". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο επεδίκασε στην ...... κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 Α.Κ. το εύλογο ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συντρόφου της ..... , αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ. και υπέπεσε στην αποδιδομένη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

VI. Με τον πέμπτο λόγο αποδίδονται οι πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο : 1) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 του ν. ΓπΝ/1911, αφού δεν ερεύνησε το πταίσμα του θύματος και του αγνώστου οδηγού και 2) διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ηλικία και τη συγγενική σχέση των δικαιούχων μετά του θύματος. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως για το λόγο ότι αυτή η διάταξη αναφέρεται σε αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και όχι σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης όπως εν προκειμένω. Μόνη περιουσιακή ζημία είναι τα έξοδα κηδείας (1.200 €), αλλά περί αυτών δεν διατυπώνεται λόγος αναιρέσεως. Ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., διότι με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρων πρέπει να αναιρεθεί η προσβληθείσα απόφαση μόνο καθ΄ όσον αφορά την αναιρεσίβλητη ..... και μόνο ως προς την χρηματική ικανοποίηση, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους αναιρεσιβλήτους πλην της .......

Αναιρεί την 3157/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος και μάλιστα κατά τις διατάξεις της με τις οποίες δέχθηκε ως νόμιμο και ουσία βάσιμο το αίτημα της αναιρεσίβλητης ...... για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του .....

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ...... στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ